Άρθρα Κοινωνία Πολιτική

Άρθρο 86 (Περί ευθύνης υ(φυ)πουργών): Το μεγάλο διακύβευμα της Δημοκρατίας / γράφει ο Άρης Ορφανίδης

//Μια υγιής δημοκρατία δεν χρειάζεται ούτε ασυλίες ούτε θεάματα τιμωρίας. Χρειάζεται κανόνες που ισχύουν για όλους και μια εξουσία που γνωρίζει ότι η ανάληψη δημόσιας θέσης δεν είναι προστασία, αλλά έκθεση\\

Η συζήτηση για την κρίση της πολιτικής και της δημοκρατίας στην Ελλάδα δεν μπορεί να γίνεται αφηρημένα, ούτε ηθικολογικά. Έχει συγκεκριμένο θεσμικό πυρήνα, συγκεκριμένες σκοπιμότητες και απτά αποτελέσματα. Στο κέντρο αυτού του πυρήνα βρίσκεται το Άρθρο 86 του Συντάγματος, μια διάταξη που, ενώ τυπικά αφορά την ευθύνη των υ(φυ)πουργών, στην πράξη λειτούργησε επί δεκαετίες ως μηχανισμός θεσμοθετημένης ασυλίας και ατιμωρησίας ήτοι ως διάταξη περί μη ευθύνης υ(φυ)πουργών.

Το Άρθρο 86 δεν εκφράζει απλώς μια κακή νομική επιλογή· αποτυπώνει μια βαθιά κυνική πολιτική λογική. Με τη μεταφορά της ποινικής ευθύνης των υπουργών από τη Δικαιοσύνη στη Βουλή, με τις ασφυκτικές αποσβεστικές προθεσμίες και με την εξάρτηση της δίωξης από πολιτικούς και άλλου τύπου συσχετισμούς, το πολιτικό σύστημα φρόντισε να προστατεύσει τον εαυτό του από τον έλεγχο. Όχι στο όνομα της δημοκρατικής και πολιτικής σταθερότητας, αλλά στο όνομα της πολιτικής και προσωπικής αυτοσυντήρησης και επιβίωσης. Η ύπαρξη του άρθρου δεν εξηγείται από κάποιο υψηλό συνταγματικό ιδεώδες· εξηγείται από τον φόβο της λογοδοσίας. Το τελειωτικό χτύπημα για την επισφράγιση της ατιμωρησίας των υπουργών δόθηκε στην συνταγματική αναθεώρηση του 2001 με την προσθήκη της αποκλειστική δικαιοδοσίας της Βουλής για τη δίωξη των υ(φυ)πουργών και του περίφημου «αμελλητί», δηλαδή της άμεσης διακοπής της έρευνας από τη Δικαιοσύνη μόλις προσπέσει σε όνομα υ(φυ)πουργού!!! Το άκρον άωτον της συγκάλυψης, ατιμωρησίας, ασυλίας και προστασίας των υ(φυ)πουργών!

Η συνέπεια είναι διπλή και βαθιά διαβρωτική. Από τη μία, η ατιμωρησία γεννά αλαζονεία της εξουσίας. Όταν ο πολιτικός γνωρίζει ότι δύσκολα θα λογοδοτήσει ποινικά, αισθάνεται κραταιός υπεράνω των νόμων και αποθρασύνεται, το λάθος παύει να είναι απειλή και γίνεται διαχειρίσιμο επικοινωνιακά. Το σκάνδαλο δεν τιμωρείται, αλλά κουκουλώνεται· δεν αποκαθίσταται η δικαιοσύνη, αλλά η εικόνα. Έτσι, η πολιτική χάνει το ηθικό της βάρος και μετατρέπεται σε τεχνική εξουσίας χωρίς ευθύνη.

Από την άλλη, η ατιμωρησία διαβρώνει την κοινωνία. Ο πολίτης αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι ίσος απέναντι στον νόμο. Άλλοι-οι απλοί πολίτες- δικάζονται άμεσα και αυστηρά για το παραμικρό, ενώ άλλοι-οι ευνοημένοι πολίτες ήτοι οι κυβερνητικοί επιτελάρχες- προστατεύονται από τις συνταγματικές ασπίδες. Αυτό γεννά κυνισμό, απαξίωση της πολιτικής, αποχή, αλλά και ριζοσπαστικοποίηση. Ένα μέρος της κοινωνίας στρέφεται προς την ακροδεξιά, αναζητώντας τιμωρία και «τάξη». Ένα άλλο μέρος στρέφεται σε αριστερό ακτιβισμό, επιχειρώντας εξωθεσμικά να αποκαταστήσει μια δικαιοσύνη που οι θεσμοί αρνούνται να αποδώσουν.

Υπάρχει όμως και μια πιο ύπουλη συνέπεια: η απόλυτη ατιμωρησία προσελκύει τους λάθος ανθρώπους στην πολιτική. Όταν η εξουσία εμφανίζεται ως πεδίο χωρίς κόστος, η δημόσια θέση παύει να είναι λειτούργημα και γίνεται ευκαιρία. Άνθρωποι που σε υγιείς συνθήκες δεν θα επιδίωκαν ποτέ δημόσιο ρόλο, ωθούνται στην πολιτική από ιδιοτέλεια ή την προσδοκία ασυλίας. Την ίδια στιγμή, οι ευσυνείδητοι αποθαρρύνονται. Βλέπουν ένα σύστημα που δεν ανταμείβει την εντιμότητα αλλά την πονηριά, και αποσύρονται. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: οι έντιμοι αποχωρούν, οι επιτήδειοι τρυπώνουν.

Υπάρχουν επ’ αυτού οι πολέμιοι της άρσης της ασυλίας των υ(φυ)πουργών που βασίζουν τη σκέψη τους στο εξής σαθρό επιχείρημα: Ισχυρίζονται ότι η αφαίρεση της συνταγματικής ασπίδας προστασίας των υπουργών θα τους καταστήσει ευάλωτους και έρμαια κάθε λογής δίωξης -εμπαθούς και μη- από οποιονδήποτε πολίτη με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επικεντρωθεί στο κυβερνητικό έργο και στην ενάσκηση των καθηκόντων του, να αποσπάται απ’ αυτήν, δυσχεραίνοντας την επιτελέση των κυβερνητικών καθηκόντων του απρόσκοπτα ως οφείλει να διασφαλίζει το Σύνταγμα. Το επιχείρημα αυτό καταρρίπτεται ευκόλως ως εξής:

Πρώτον, η απουσία ασυλίας δεν σημαίνει απουσία φίλτρων. Σε κάθε σοβαρό κράτος δικαίου ο υπουργός δεν μπορεί να «διωχθεί από τον καθένα». Τη δίωξη δεν την ασκεί ο πολίτης, αλλά ο εισαγγελέας. Ο εισαγγελέας δεσμεύεται από ενδείξεις, αποδεικτικό υλικό και τη νομιμότητα. Ο πολίτης μπορεί να καταγγείλει — όπως καταγγέλλει και για κάθε δημόσιο λειτουργό — όχι να «στήσει» τη δίκη. Το επιχείρημα περί «έρμαιου» προσποιείται ότι καταργείται ο θεσμός της εισαγγελικής κρίσης, πράγμα απλώς ψευδές.

Δεύτερον, η ασυλία δεν προστατεύει τη διακυβέρνηση, προστατεύει την ατιμωρησία. Αν ένας υπουργός ασκεί νόμιμα τα καθήκοντά του, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από τη Δικαιοσύνη. Αν φοβάται τις μηνύσεις, τότε το πρόβλημα δεν είναι η απουσία ασυλίας, αλλά η ποιότητα και η νομιμότητα των πράξεών του. Σε κανένα άλλο επάγγελμα η ευθύνη δεν θεωρείται εμπόδιο στην άσκηση του έργου· μόνο στην πολιτική βαφτίζεται «αποσυντονισμός», «αποσταθεροποίηση» και «παρεμπόδιση».

Τρίτον, το επιχείρημα υποτιμά το ίδιο το δικαστικό σύστημα. Υπονοεί ότι οι δικαστές είναι ανίκανοι να διακρίνουν μια καταχρηστική μήνυση από μια σοβαρή υπόθεση. Αν αυτό ισχύει, τότε δεν χρειαζόμαστε ασυλία υπουργών αλλά κατάργηση του κράτους δικαίου. Δεν μπορείς να ζητάς και να πιστεύεις στη δημοκρατία και ταυτόχρονα να θεωρείς τη Δικαιοσύνη τόσο ανίσχυρη ώστε να χρειάζεται πολιτικό κηδεμόνα.

Τέταρτον, υπάρχει ήδη προστασία από την κατάχρηση δικαιώματος. Το ποινικό δίκαιο προβλέπει αρχειοθέτηση, απορρίψεις ως προδήλως αβάσιμες, ακόμη και ποινές για ψευδή καταμήνυση. Άρα ο «καθένας» που δήθεν θα κυνηγά τον υπουργό εκτίθεται ο ίδιος σε νομικό κίνδυνο. Το επιχείρημα αγνοεί σκόπιμα αυτές τις ασφαλιστικές δικλείδες.

Και το πιο κρίσιμο: η ασυλία αντιστρέφει τη δημοκρατική λογική. Στη δημοκρατία, όσο περισσότερη εξουσία έχεις, τόσο μεγαλύτερη ευθύνη φέρεις. Η ασυλία κάνει το αντίστροφο: όσο ψηλότερα βρίσκεσαι, τόσο λιγότερο ελέγχεσαι. Αυτό δεν είναι προστασία της διακυβέρνησης· είναι θεσμοθετημένη ανισότητα απέναντι στον νόμο. Άρα το επιχείρημα δεν είναι απλώς αδύναμο. Είναι ρητορικό προκάλυμμα για να νομιμοποιηθεί η εξαίρεση της πολιτικής εξουσίας από τον κοινό κανόνα. Και αυτό, σε όρους φιλοσοφίας του δικαίου, λέγεται όχι θεσμική σταθερότητα, αλλά διάβρωση του κράτους δικαίου.

Απέναντι στην κατάσταση της ατιμωρησίας, αναπτύσσεται συχνά το αντίθετο άκρο: η απόλυτη τιμωρητικότητα. Ως αντίδραση στην ατιμωρησία, γεννιέται η απαίτηση για σκληρή τιμωρία, μηδενική ανοχή, παραδειγματισμό. Όμως και εδώ η δημοκρατία κινδυνεύει. Όταν η τιμωρία γίνεται αυτοσκοπός, η δικαιοσύνη χάνει την αναλογικότητά της και μετατρέπεται σε πεδίο εκδίκησης. Η πολιτική ποινικοποιείται, η διαφωνία αντιμετωπίζεται ως απειλή, το λάθος εξισώνεται με το έγκλημα και τα πολιτικά πάθη οξύνονται.

Σε ένα τέτοιο καθεστώς, δεν πλήττονται πρώτοι οι ισχυροί, αλλά οι ευσυνείδητοι. Όσοι δρουν με καλή πίστη, χωρίς δίκτυα προστασίας, γίνονται εύκολα θύματα. Φοβούνται να αναλάβουν ευθύνη, αποφεύγουν πρωτοβουλίες και τελικά αποσύρονται. Αντίθετα, τα διαπλεκόμενα συμφέροντα επιβιώνουν και προσαρμόζονται. Ξέρουν να μετακυλίουν ευθύνες, να στοχοποιούν άλλους, να εργαλειοποιούν τον φόβο. Η απόλυτη τιμωρητικότητα δεν καθαρίζει το σύστημα· το σκληραίνει υπέρ των κυνικών.

Έτσι, η κοινωνία παγιδεύεται ανάμεσα σε δύο άκρα: ατιμωρησία από τη μία, τιμωρητική υστερία από την άλλη. Και τα δύο αποσαθρώνουν τη δημοκρατία εκ των έσω.  Η πρώτη γεννά αλαζονεία, κυνισμό, θεσμική παρακμή, πολιτική απαξίωση και αποστροφή και κατίσχυση των επιτηδείων ασυνείδητων και υπηρετούντων προσωπικά συμφέροντα πολιτικών. Η δεύτερη φόβο, σιωπή και αυταρχισμό και αδυναμία εκτέλεσης ελευθέρως των καθηκόντων προς το συμφέρον της χώρας. Και στις δύο περιπτώσεις, όσο εν πρώτοις οξύμωρο και να φαντάζει, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: οι θεσμοί αδειάζουν από νομιμοποίηση και οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι το δίκαιο μπορεί να λειτουργήσει.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι αν χρειαζόμαστε τιμωρία ή επιείκεια. Το πρόβλημα είναι ότι χωρίς ισότητα απέναντι στον νόμο, χωρίς θεσμική λογοδοσία και χωρίς αναλογικότητα, η πολιτική μετατρέπεται είτε σε άβατο ασυλίας είτε σε πεδίο φόβου. Το Άρθρο 86 δεν είναι απλώς μια κακή διάταξη· είναι το σύμβολο μιας δημοκρατίας που δίστασε να εμπιστευτεί τη δικαιοσύνη και τελικά έπαψε να εμπνέει εμπιστοσύνη στους πολίτες της.

Αν το ζητούμενο είναι η εξυγίανση της πολιτικής ζωής και όχι η εναλλαγή ανάμεσα στην ατιμωρησία και την τιμωρητική υστερία, τότε η λύση δεν μπορεί να είναι ούτε πολιτική αυτοπροστασία μέσω της ατιμωρησίας ούτε λαϊκός ποινικός ενθουσιασμός. Χρειάζεται θεσμική αποκατάσταση της ισότητας απέναντι στον νόμο.

Πρώτον, η παραπομπή για ποινική δίωξη υ(φυ)πουργών δεν πρέπει να ανήκει στη Βουλή. Η Βουλή είναι κατεξοχήν πολιτικό όργανο και λειτουργεί με όρους πολιτικών συσχετισμών, όχι δικαιοσύνης. Ο έλεγχος της ποινικής ευθύνης των κυβερνώντων πρέπει να επανέλθει αμελλητί στο φυσικό της πεδίο: την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη. Η παραπομπή για δίωξη υπουργών και υφυπουργών οφείλει να γίνεται απευθείας από τον αρμόδιο εισαγγελέα, χωρίς πολιτική άδεια, χωρίς κοινοβουλευτικά φίλτρα, χωρίς ειδικές προθεσμίες προστασίας και ειδικής μεταχείρισης. Ό,τι ισχύει για τον πολίτη, πρέπει να ισχύει και για τον κυβερνώντα — ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο. Ο υ(φυ)πουργός, ακόμη και συμβολικά, θα πρέπει να αποτελεί κοινωνικό πρότυπο και παράδειγμα ανάληψης ευθύνης επί τοις πράγμασι.

Δεύτερον, η εκδίκαση των υποθέσεων πρέπει να γίνεται από τακτικά δικαστήρια, με ενισχυμένες εγγυήσεις αμεροληψίας και διαφάνειας, όχι από ad hoc πολιτικοδικαστικά σχήματα. Ειδικά δικαστήρια μπορούν να υπάρχουν μόνο ως σύνθεση ανώτατων δικαστικών λειτουργών, όχι ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Ο υπουργός δεν πρέπει να δικάζεται ούτε ευνοϊκότερα ούτε δυσμενέστερα από τον πολίτη· πρέπει να δικάζεται ίσα. Η Βουλή έχει ρόλο ελέγχου και πολιτικής ευθύνης, όχι ρόλο εισαγγελέα και δικαστή. Ο διαχωρισμός των εξουσιών δεν είναι τυπικός κανόνας· είναι προϋπόθεση δημοκρατίας.

Τρίτον, είναι αναγκαία η κατάργηση κάθε ειδικής αποσβεστικής προθεσμίας που συνδέεται με κοινοβουλευτικές περιόδους. Το έγκλημα δεν παραγράφεται επειδή διαλύθηκε η Βουλή. Η σύνδεση της παραγραφής με τον εκλογικό κύκλο είναι θεσμικός παραλογισμός και καθαρή πολιτική σκοπιμότητα. Η παραγραφή δεν μπορεί να λειτουργεί ως πολιτικό καταφύγιο. Το έγκλημα δεν εξαλείφεται επειδή άλλαξε κυβέρνηση.

Τέταρτον, πρέπει να διαχωριστεί καθαρά η πολιτική ευθύνη από την ποινική. Η πολιτική ευθύνη είναι άμεση και αδιαπραγμάτευτη, δημόσια και οδηγεί σε παραίτηση, αποδοκιμασία ή εκλογική τιμωρία. Η ποινική ευθύνη είναι ατομική και κρίνεται αποκλειστικά από τη Δικαιοσύνη. Όταν τα δύο συγχέονται, είτε συγκαλύπτεται το έγκλημα είτε ποινικοποιείται η πολιτική. Μόνο έτσι αποτρέπεται τόσο η θεσμοθετημένη ατιμωρησία όσο και η τυφλή τιμωρητικότητα που τελικά πλήττει τους ευσυνείδητους και θωρακίζει τους κυνικούς.

Τέλος, η λογοδοσία δεν είναι μόνο ζήτημα θεσμών αλλά και πολιτικής κουλτούρας. Μια υγιής δημοκρατία δεν χρειάζεται ούτε ασυλίες ούτε θεάματα τιμωρίας. Χρειάζεται κανόνες που ισχύουν για όλους και μια εξουσία που γνωρίζει ότι η ανάληψη δημόσιας θέσης δεν είναι προστασία, αλλά έκθεση. Όχι προνόμιο, αλλά βάρος ευθύνης. Μόνο έτσι μπορεί να σπάσει ο φαύλος κύκλος: να επιστρέψουν οι ευσυνείδητοι στην πολιτική, να αποθαρρυνθούν οι επιτήδειοι και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη ότι η δημοκρατία δεν τιμωρεί επιλεκτικά ούτε συγχωρεί κατά σύστημα, αλλά κρίνει δίκαια. H εξυγίανση της πολιτικής ζωής δεν απαιτεί ούτε εξαιρέσεις ούτε θεάματα. Απαιτεί κανόνες κοινού δικαίου, εφαρμοζόμενους αμελλητί και καθολικά. Διότι η δημοκρατία δεν επιβιώνει με ασυλίες παρά μόνο με λογοδοσία.

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ