Βέροια

Βέροια: Η Τασούλα Χριστοδούλου & το βιβλιοπωλείο “Ηλιοτρόπιο” σε μια πετυχημένη πορεία 32 χρόνων

————–

Η Τασούλα Χριστοδούλου δεν αποτελεί απλά την ιδιοκτήτρια μιας επιχείρησης. Αυτή και το βιβλιοπωλείο της, το “Ηλιοτρόπιο”, συμπορεύονται μέσα στο χρόνο εδώ και 32 χρόνια, σε πλήρη ταύτιση, αποτελώντας για την κοινωνία της Βέροιας σημείο αναφοράς στο χώρο του βιβλίου.

Οι λόγοι είναι πολλοί. Από τη μια το ίδιο το βιβλιοπωλείο, σε κεντρικότατο σημείο της πόλης, πλάι στα ΚΤΕΛ και τα Αστικά Λεωφορεία της Βέροιας, είναι εφοδιασμένο με οτιδήποτε θα μπορούσε να ζητήσει κανείς, από το πιο μικρό μέχρι το μεγαλύτερο. Υπερεπάρκεια ειδών αλλά και ταχύτητα εξυπηρέτησης,  ώστε το ζητούμενο, συνήθως ένα βιβλίο που δεν υπάρχει – πράγμα σπάνιο – να φτάνει στα χέρια του αναγνώστη άμεσα.

Γιατί όμως ο χώρος έχει ταυτιστεί τόσο με την ιδιοκτήτρια; Συνήθως αναφέρονται στο βιβλιοπωλείο της χρησιμοποιώντας το μικρό της όνομα. Το “Ηλιοτρόπιο” της Τασούλας λένε. Κι αυτό αποδεικνύει μια σχέση  ζεστή με τους πελάτες της, που είναι αποτέλεσμα της  γνήσιας και ανεπιτήδευτης συμπεριφοράς της απέναντι σε όλους.

Όρθια πάντα, ή στριφογυρίζοντας στους χώρους του βιβλιοπωλείου, πάντα σε εξαιρετική σχέση με τους υπαλλήλους της, που δείχνουν να την εκτιμούν βαθύτατα, υποδέχεται και εξυπηρετεί τους πελάτες της, που είναι πάντα πολλοί. Ποτέ δε θα δεις το “Ηλιοτρόπιο” άδειο.

Πώς ήταν όμως αυτά τα δύο χρόνια της πανδημίας, που γονάτισαν την οικονομία και ιδιαίτερα τα μικρά μαγαζιά; Πώς άντεξε το βιβλιοπωλείο της; Πώς κινήθηκε η αγορά των σχολικών ειδών με την τηλεκπαίδευση και, προπαντός, οι ώρες της καραντίνας αποτέλεσαν ευκαιρία για στροφή στην ανάγνωση βιβλίων ή το αντίθετο; Τι είδους βιβλία διαβάστηκαν;

Η Τασούλα Χριστοδούλου, στη συνάντηση που είχαμε μαζί της στον ζεστό και καλαίσθητο επαγγελματικό της χώρο, μίλησε για όλα αυτά αλλά και για πολλά άλλα, που ενδιαφέρουν κάθε επαγγελματία, που θα έπρεπε να αισθάνεται τον χώρο δουλειάς του όχι ως χώρο καταναγκασμού, αλλά ως χώρο δημιουργίας.

 

Η ολοκλήρωση ενός κύκλου ζωής

Μετά από 31 ολόκληρα χρόνια, βαδίζοντας, όπως η ίδια λέει, στο 32ο, το «Ηλιοτρόπιο», που ταυτίστηκε μαζί της, σηματοδοτεί την ολοκλήρωση όχι απλώς ενός επαγγελματικού κύκλου, αλλά ενός κύκλου ζωής με σημαντική και αναγνωρισμένη επιτυχία.

«…Αισθάνομαι πετυχημένη. Νομίζω ότι μετά από τόσα χρόνια κατάφερα κάτι. Την επιτυχία την εισπράττω, όταν μου έρχονται πελάτες που τους είχα πρωτογνωρίσει ως παιδιά, όταν πρωτοάνοιξα το μαγαζί και τώρα μου φέρνουν τα παιδιά τους και μάλιστα λένε στα παιδιά τους… “εγώ ερχόμουν σ’ αυτό το βιβλιοπωλείο και ψώνιζα, όταν ήμουν στη δική σου την ηλικία”! Βλέπω την αγάπη στο πρόσωπο τους κι αυτό με κάνει να πιστεύω ότι κάτι πέτυχα…» ομολογεί.

Τα θετικά και τα αρνητικά του επαγγέλματος του βιβλιοπώλη

Αναφερόμενη στα θετικά του επαγγέλματός της, στην κορυφή κατατάσσει  την ευκαιρία της ανάγνωσης εκατοντάδων βιβλίων, που έγινε αφορμή, όπως υποστηρίζει, να ζήσει ιστορίες και ζωές μέσα από την εμπειρία της ανάγνωσης.

«Είναι σπουδαίο το ότι μπήκα μέσα σε τόσες ιστορίες, τόσες ζωές, διάβασα τόσα διαφορετικά πράγματα. Μπόρεσα επίσης να βοηθήσω κάποιους να διαλέξουν ένα βιβλίο, ανάλογα με το τι θα θέλανε να διαβάσουν και να είναι αυτό το βιβλίο που θα τους αρέσει. Πάντα προτείνεις ένα βιβλίο που θεωρείς ότι θα αρέσει στον πελάτη σου. Το κατάλληλο βιβλίο. Και μ’ αυτόν τον τρόπο και τον κάνεις φίλο, και ξανάρχεται στο μαγαζί και τον κάνεις πελάτη διαρκείας.»

Αναφερόμενη στα αρνητικά από την άλλη, δανείζεται τη ρήση, κατά την οποία «ένας βιβλιοπώλης δεν έγινε ποτέ πλούσιος, αλλά το μεροκάματο το έβγαλε.»

Πάνω απ’ όλα η ειλικρίνεια και η φιλικότητα προς τον πελάτη

Η ίδια πιστεύει πως η σχέση με τους πελάτες χτίζεται προσωπικά και σταθερά κάθε μέρα,  κάτι που στη συνέχεια εξασφαλίζει τη φήμη και την κινητικότητα και της επιχείρησης.

«…Η φήμη σου στηρίζεται στους πελάτες σου. Και ασφαλώς ο βιβλιοπώλης πρέπει, για να χτίσει αυτήν τη σχέση, να έχει πάνω απ’ όλα ειλικρίνεια και φιλικότητα προς τον πελάτη. Να αισθάνεται άνετα ο πελάτης, όταν μπαίνει μέσα στο βιβλιοπωλείο. Και επειδή εμείς έχουμε να κάνουμε πιο πολύ με παιδιά, οι περισσότεροι πελάτες μας είναι παιδιά, θέλουμε ν’ αφήνουμε αυτήν την εικόνα στα παιδιά. Να κρατούν το χαμόγελο, την οικειότητα, την αγάπη, τη σιγουριά. Έτσι κερδίζεται ο πελάτης και γίνεται και μελλοντικός…» καταθέτει.

Στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς χτίζεται η προσωπική σχέση

Σε ερώτηση μας για το αν μπορεί το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς, όπως το «Ηλιοτρόπιο»,  να συναγωνιστεί ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο, απαντά κατηγορηματικά ότι στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς χτίζεται η προσωπική σχέση. Αντίθετα, υποστηρίζει πως ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο ενός μεγάλου αστικού κέντρου έχει μεν πάρα πολλά πράγματα να προσφέρει σε ικανές ποσότητες και ποικιλία ειδών, αλλά, όπως συμπληρώνει, απουσιάζει η «ζεστασιά» και η προσωπική σχέση.

«… Επισκέπτομαι μεγάλα βιβλιοπωλεία, για να πάρω ιδέες, να δω πώς κινούνται, να έχω μια ευρύτερη ενημέρωση. Τα νιώθω όμως, από την άλλη, ψυχρά και απρόσιτα καταστήματα. Όσο πιο μικρό είναι ένα βιβλιοπωλείο, τόσο πιο προσωπική σχέση «χτίζει» με τον κάθε του πελάτη. Σε όλα μου τα ταξίδια, ακόμη και σε μικρά νησάκια, που είχαν ένα- δύο βιβλιοπωλεία, πάντα έψαχνα να τα βρω και πάντα διαπίστωνα ότι οι σχέσεις που είχαν με τον άγνωστο, τον πελάτη, ήταν πάντα πιο φιλικές. Η ζεστασιά είναι το όπλο ενός μικρού βιβλιοπωλείου…» σημειώνει.

 Γιατί ο κόσμος προτιμά το «Ηλιοτρόπιο»

Ο λόγος της είναι σαφής και περιεκτικός: «…Έχουμε μεγάλη ποικιλία. Επάρκεια και ασφαλώς οργάνωση, όσον αφορά τον έγκαιρο προγραμματισμό των παραγγελιών, ώστε να εξυπηρετήσουμε τον πελάτη, ικανοποιώντας τις επιθυμίες του, χωρίς καθυστερήσεις, όσο βέβαια αυτό είναι εφικτό και περνάει από το δικό μας χέρι…».

«Εν καιρώ πανδημίας δουλέψαμε πόρτα – πόρτα»

Αν και η διετία της πανδημίας και των περιοριστικών μέτρων άνοιξε μεγάλες πληγές στην οικονομία και μεγαλύτερες στις μικρές επιχειρήσεις, ωστόσο το   “Ηλιοτρόπιο” δεν επιβίωσε απλώς, αλλά δούλεψε επενδύοντας στην επικοινωνία με το κοινό του.

«…Δυσκολευτήκαμε αρκετά, βέβαια, όπως οι περισσότεροι επαγγελματίες της αγοράς, αλλά δεν μπορώ να πω και ότι μας έπληξε.  Είχαμε την εγρήγορση να βρούμε εναλλακτικούς τρόπους, να δουλέψουμε και το καταφέραμε. Δουλέψαμε πόρτα – πόρτα μετατοπίζοντας το «κέντρο βάρους» της δουλειάς μας στην επικοινωνία μέσω τηλεφώνου, μηνυμάτων SMS και ασφαλώς αξιοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το face boo, στο έπακρο. Έτσι κρατήσαμε τον κόσμο μας. Δουλέψαμε με τις δικές μας πόρτες κλειστές, αλλά στείλαμε βιβλία, χαρτικά και επιτραπέζια παιχνίδια πόρτα – πόρτα σε κάθε άκρη της Βέροιας και στα χωριά μας ακόμη!…»

Σε ό,τι αφορά επιχειρηματικές απώλειες λόγω της υγειονομικής συγκυρίας, η Τασούλα Χριστοδούλου αναφέρεται κυρίως στα σχολικά είδη, (μολύβια, τετράδια και σχολικές τσάντες), υποστηρίζει ωστόσο ότι η πώληση του βιβλίου δεν έπεσε.

«…Μπορώ να πω ότι είχαμε τους ίδιους πελάτες κάθε βδομάδα, αγοράζοντας, κάθε φορά, διαφορετικά βιβλία. Ήταν ενημερωμένοι, μάλιστα, και πάνω στις καινούργιες εκδόσεις και κυκλοφορίες. Η Βέροια έχει αναγνωστικό κοινό…»

Τα κριτήρια κίνησης στην αγορά βιβλίου. Ποιότητα & εμπορικότητα 

«…Για να είμαστε ειλικρινείς και έντιμοι ως επαγγελματίες, πρέπει να ομολογήσουμε ότι σχετικά με τη ζήτηση κάποιων βιβλίων υπάρχει και ένας συντελεστής εμπορικότητας που δεν μπορεί κανείς μας να προσπεράσει και αυτός είναι η διαφήμιση. Αυτό νομίζω όμως ότι είναι κοινός παρονομαστής στην αγοραστική κίνηση κάθε επαγγελματικού χώρου. Άρα σαφώς διαβάζονται εξαιρετικά βιβλία, αλλά και πολυδιαφημισμένα “best seller”, που χρωστούν την κυκλοφορία τους πιο πολύ στην προώθηση και όχι τόσο στην ίδια τους τη λογοτεχνική αξία…» ξεκαθαρίζει και συμπληρώνει:

«…Από εκεί και πέρα εγώ προσωπικά προτιμώ να προτείνω βιβλία που ξέρω και έχω διαβάσει, όταν ζητηθεί η γνώμη μου. Βέβαια, αν μου ζητηθεί εξαρχής από τον πελάτη τίτλος και εκδότης θα πάρει ό,τι ζήτησε. Εφόσον ζητηθεί η γνώμη μου προτιμώ να προτείνω έλληνα συγγραφέα – λογοτέχνη, επειδή θεωρώ ότι στη γλώσσα μας το βιβλίο είναι πιο καλογραμμένο. Η μετάφραση παίζει μεγάλο ρόλο και μπορεί να κάνει τεράστια τη διαφορά από μεταφραστή σε μεταφραστή.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τη διετία της πανδημίας και τις καραντίνες που προηγήθηκαν, μπορώ να πω ότι ο κόσμος ζητούσε να ξεφύγει από όλο αυτό το φορτικό κλίμα. Δεν ήθελε να διαβάσει θεματολογία σχετική με το πρόβλημα. Πουλήθηκε μάλιστα πάρα πολύ παιδικό βιβλίο…»

Πώς το «Ηλιοτρόπιο» «ήρθε στον κόσμο»; 

Είχε την τόλμη,  πήρε την πρωτοβουλία ν’ ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο το 1990 και τα κατάφερε. Η ίδια αναφέρει σχετικά:

«Κάποια στιγμή έμεινα ως λογίστρια χωρίς δουλειά και μου δόθηκε η ευκαιρία να ανοίξω ένα κατάστημα, καθώς το οίκημα ήταν περιουσιακό στοιχείο του συγγενικού μου περιβάλλοντος. Το είδα λοιπόν και σαν ασφαλιστική δικλείδα ή καλύτερα σαν ένα δίχτυ ασφαλείας σε ένα επαγγελματικό ρίσκο που θα μπορούσε να μην έχει την κερδοφορία που προσδοκούσα. Παρά ταύτα πήγε πολύ καλά το εγχείρημα. Και δεν εκτέθηκα ποτέ και πουθενά.  Είπα λοιπόν ότι θα ανοίξω ένα βιβλιοπωλείο, καθώς αγαπώ το βιβλίο και από εκεί και πέρα θα το παλέψω. Ασφαλώς βοηθάει πολύ και το γεγονός ότι το βιβλιοπωλείο είναι σε στρατηγικό σημείο της πόλης και δεν κρύβω ότι πόνταρα πολύ στα σχολεία της γειτονιάς, στο ΚΤΕΛ, στα Αστικά…
Αρχικά το κατάστημα ήταν μικρό, αργότερα επεκτάθηκα δίπλα και του έδωσα τη σημερινή του μορφή.»

Συμπληρωματικά καταθέτει πως οι σπουδές της στη Λογιστική  αποτέλεσαν ένα σημαντικό εργαλείο στην ορθολογικότερη οικονομική διαχείριση του βιβλιοπωλείου, ενώ γενικότερα θεωρεί ότι οτιδήποτε έχεις σπουδάσει, έρχεται κάποια στιγμή που σε βοηθάει…

Είναι το βιβλίο η ψυχή του συγγραφέα;

Με αφορμή τις πολλές βιβλιοπαρουσιάσεις της, μετά από προσκλήσεις συγγραφέων στη Βέροια, η Τασούλα Χριστοδούλου ομολογεί την διαχρονική της περιέργεια για το αν το έργο καθρεφτίζει και τον χαρακτήρα του συγγραφέα. Όπως η ίδια σημειώνει, πάντα επιθυμούσε  να γνωρίσει πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους στο χώρο του βιβλίου:

«…Πάντοτε είχα την περιέργεια να εξακριβώσω αν αυτά που γράφουν ανταποκρίνονται στο χαρακτήρα τους, στο πρόσωπό τους. Πάντα προσπαθούσα να φανταστώ, μέσα από το βιβλίο, τον άνθρωπο που το έγραψε. Ποιος είναι, τι είναι, πώς είναι και ήθελα να τον γνωρίσω. Ένας συγγραφέας ήθελα να ερχόταν στη Βέροια και  για τους άλλους αλλά και για μένα.  Αυτοί δε, που πρωτοέφερα  στη Βέροια, ξαναήρθανε και μας προτίμησαν ως βιβλιοπωλείο…»

 Η Βέροια διαθέτει ένα επαρκές αναγνωστικό κοινό με ταυτότητα

Όσον αφορά την ευρύτητα του αναγνωστικού κοινού της πόλης μας, αλλά και τα χαρακτηριστικά του, υπογραμμίζει ότι η Βέροια διαθέτει ένα επαρκές αναγνωστικό κοινό με ταυτότητα, κάτι που αποδεικνύεται από τον τρόπο αναζήτησης ενός βιβλίου.

«…Η κάθε αναζήτηση είναι στοχευμένη,  με τίτλους, εκδόσεις και ονόματα συγγραφέων. Δεν κυριαρχεί δηλαδή μια…  τυχαιότητα. Σε ρωτούν πχ για κάποιον λογοτέχνη, όπως τον Ruiz Zafón Carlos, έχοντας διαβάσει την «Σκιά του ανέμου». Τι άλλο έχει γράψει; Υπάρχει λοιπόν και διάθεση, από την πλευρά του κόσμου αλλά και ενημέρωση. Είναι αναγνωστικό κοινό με ταυτότητα…», τονίζει.

Παράλληλα προσθέτει ότι θεωρεί αναγκαία τη στήριξη της τοπικής μας συγγραφικής παραγωγής.

«…Πάντα υποστηρίζω τους βεροιώτες συγγραφείς. Όταν πήγαινα σε κάποια πόλη, έψαχνα στα βιβλιοπωλεία ντόπιους συγγραφείς. Νομίζω ότι μέσα από τα βιβλία τους μάθαινα πολλά για τον τόπο και τον καταλάβαινα καλύτερα. Οι συγγραφείς της Βέροιας είναι η Βέροια. Και τους τιμώ και με τιμούν και είναι μια αμφίδρομη σχέση…» προσθέτει.

Οι «εχθροί» του βιβλίου

Ζητώντας της να κατονομάσει τους «εχθρούς» του βιβλίου, μας αφοπλίζει με την  απλότητα και το ιδιαίτερο χιούμορ που τη χαρακτηρίζει: «Η σκόνη, θα έλεγα!» λέει γελώντας.   Αναφορικά με τη μετάβαση της εποχής μας στη λεγόμενη «Κοινωνία της Πληροφορίας» και στο κατά πόσο αυτή επηρέασε τον κόσμο της ανάγνωσης, καταθέτει:

 «…Και η τηλεόραση και οι υπολογιστές και τα «έξυπνα» κινητά, όταν αυτά μονοπωλούν το ενδιαφέρον του ανθρώπου, χωρίς προφανώς να θέλω να αφορίσω την τεχνολογία. Όταν μιλάω δηλαδή πχ για την τηλεόραση δεν εννοώ τη συσκευή, προφανώς. Αναφέρομαι στην «κακή τηλεόραση». Γιατί αναμφισβήτητα υπάρχει και η “καλή”, αρκεί να μπορείς να επιλέξεις.

Αν μια επιτροπή, όπως πχ το ΕΡΣ ή κάποιος άλλος ελεγκτικός μηχανισμός, φίλτραρε την ποιότητα των τηλεοπτικών προγραμμάτων, περιορίζοντας τα αποχαυνωτικά ριάλιτι, και πολλά «τηλεσκουπίδια», θα μπορούσε πραγματικά να στρέψει τον άνθρωπο σε μια καλύτερη ποιότητα ζωής, της οποίας αναπόσπαστο κομμάτι είναι το καλό βιβλίο.

Ακόμη και τα ακουστικά βιβλία τα e-book που κυκλοφόρησαν, δεν έχουν καμία σχέση με τα παραδοσιακά βιβλία και την επαφή που έχεις με το χαρτί. Άλλωστε ένα βιβλίο σε φέρνει πιο κοντά στους ανθρώπους και γίνεται αφορμή επαφών, γνωριμιών και ανταλλαγής απόψεων πάνω στο διάβασμα. Όταν το κρατάς στα χέρια και διαβάζεις, πχ σε ένα ταξίδι. Ενώ, όταν απομονώνεσαι στην ηλεκτρονική συσκευή σου, είσαι μόνος και ο άλλος δεν ξέρει τι ακούς ή τι διαβάζεις…».

Επιπρόσθετα αναφέρθηκε στη στήριξη του βιβλίου από την  Πολιτεία, σημειώνοντας ότι έχει προσφέρει σημαντικά δίνοντας δελτία αγοράς βιβλίων στον ΟΓΑ και τον ΟΑΕΔ για τη δημιουργία και τη διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού.

« Το Ηλιοτρόπιο είναι η ζωή μου ολόκληρη. Είναι το τρίτο μου παιδί!»

Πραγματοποιώντας ένα flash back της επαγγελματικής πορείας στα 32 χρόνια λειτουργίας του βιβλιοπωλείου, η Τασούλα Χριστοδούλου ομολογεί πως η δική της επαγγελματική “Ιθάκη”  υπήρξε πλούσια και δε θα σκεφτόταν ποτέ να την αλλάξει.

«…Δεν έχω μετανιώσει σε καμία περίπτωση για τη μέχρι τώρα πορεία μου. Αυτά που μου έδωσε το «Ηλιοτρόπιο» είναι η ζωή μου ολόκληρη. Είναι το τρίτο μου παιδί! Το μεγάλωσα και τώρα πλησιάζω σιγά – σιγά  στο σημείο να το αποχαιρετήσω, αλλά δε θα το αποχωριστώ ποτέ. Ελπίζω να συνεχίσει να υπάρχει και μετά από μένα!…» καταλήγει συγκινημένη.

far

Φωτογραφίες: faretra.info