Άρθρα Κοινωνία Περισσότερο διαβασμένα

“Δυσγονική: Μόδα, ηδονή της ηρωοποίησης και ναρκισσιστική προβολή” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης

Ο όρος δυσγονική (dysgenics) αναφέρεται στο φαινόμενο της σκόπιμης και συνειδητής αναπαραγωγής γενετικών χαρακτηριστικών που θεωρούνται βλαπτικά για τη σωματική, ψυχική ή γνωστική υγεία του ανθρώπου. Σε αντίθεση με την ευγονική, η οποία επιδιώκει τη «βελτίωση» του ανθρώπινου είδους μέσω γενετικής επιλογής ή αποκλεισμού, η δυσγονική αντιπροσωπεύει την παρέκκλιση από την επιδίωξη της βιολογικής τελειότητας, συχνά με την ηθική ή ιδεολογική πρόθεση να αναγνωριστεί η αξία της διαφορετικότητας. Ωστόσο, στις σύγχρονες βιοηθικές και φιλοσοφικές συζητήσεις, η δυσγονική δεν είναι απλώς μια βιολογική κατηγορία· είναι ένα βαθιά ηθικό και πολιτισμικό πρόβλημα, που θέτει ερωτήματα για το νόημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της αναπαραγωγικής ελευθερίας των γονέων και των ορίων της ιατροτεχνολογικής παρέμβασης στη ζωή.

Στο πεδίο της γενετικής και της βιοϊατρικής, η δυσγονική εμφανίζεται με δύο βασικές μορφές: (α) την ανεπίγνωστη μορφή, όπου κοινωνικές ή περιβαλλοντικές συνθήκες οδηγούν σε επιδείνωση της γενετικής ποιότητας του πληθυσμού, και (β) τη σκόπιμη, όπου η επιλογή ή η επιθυμία γονέων οδηγεί στη γέννηση παιδιών με παθολογικές ή αναπηρικές καταστάσεις. Η δεύτερη μορφή, που συνδέεται με πρακτικές όπως η πρόκληση κώφωσης ή η απόρριψη προγεννητικού ελέγχου για σοβαρές γενετικές ασθένειες, εγείρει έντονα ηθικά διλήμματα. Μπορεί η βούληση των γονέων να υπερτερεί της ευθύνης τους να διασφαλίσουν στο παιδί τις καλύτερες δυνατές συνθήκες ζωής; Είναι πράξη ελευθερίας ή παραβίαση του ηθικού καθήκοντος προστασίας της ζωής;

Από την ηθική στην τάση: Η Δυσγονική ως μόδα

Η προβληματική περί δυσγονικής επιτείνεται, όταν η πρακτική της ηθελημένης αναπαραγωγής ατόμων με αναπηρία παρουσιάζεται ή προβάλλεται ως ένδειξη ηθικής ανωτερότητας, αυθεντικότητας ή πολιτισμικής «ριζοσπαστικότητας». Η υιοθέτηση ή επιδοκιμασία τέτοιων πρακτικών από δημόσια πρόσωπα –καλλιτέχνες, τηλεαστέρες, διανοούμενους, πολιτικούς ακτιβιστές– ενδέχεται να δημιουργήσει ένα νέο πολιτισμικό αφήγημα, όπου η αναπηρία φετιχοποιείται και εντάσσεται σε πλαίσια ταυτότητας με αισθητικοποιημένο χαρακτήρα.

Αντί να αμφισβητηθεί η κανονιστικότητα και η κοινωνική απαξίωση της αναπηρίας, κινδυνεύει να προκύψει μια αντιστροφή της κανονικότητας, όπου η επιλογή αναπηρίας προβάλλεται ως ηθική αρετή. Όταν η δυσγονική καθίσταται σύμβολο πολιτικής στάσης ή μέσο κοινωνικής διαφοροποίησης, διαβρώνεται η αναγκαία ηθική περίσκεψη. Επιπλέον, η μαζική προβολή τέτοιων επιλογών από δημόσια πρόσωπα που έχουν επιδραστικότητα μπορεί να επηρεάσει άλλους γονείς να τις υιοθετήσουν χωρίς ουσιαστική κατανόηση των συνεπειών ή χωρίς πραγματική ενσυναίσθηση για το μελλοντικό παιδί.

Ο κίνδυνος είναι η εκτροπή της ηθικής υπευθυνότητας σε ένα είδος ναρκισσιστικής ταυτοτικής επιτέλεσης, όπου το παιδί χρησιμοποιείται –έστω ακούσια– ως μέσο για την επιβεβαίωση του γονέα ή της κοινότητας. Η φαινομενολογική και βιοηθική προσέγγιση απαιτεί εδώ επαγρύπνηση: το παιδί δεν είναι εργαλείο πολιτικής συμβολής, διαμαρτυρίας ή διεκδίκησης, αλλά ένα πρόσωπο με δική του αξίωση ζωής, ένα ον με αυτόνομη ηθική υπόσταση.

Σε μια κοινωνία όπου η αυθεντικότητα και η διαφορετικότητα αποκτούν τεράστια συμβολική αξία, ενδέχεται να κατασκευαστεί μια νέα ηθική «μόδα»: να επιλέγεται η αναπηρία ως ιδεολογική ή αισθητική δήλωση και στάση ζωής ή κοσμοθεωρία. Η δημοσιότητα γύρω από περιπτώσεις διάσημων που επιλέγουν σκόπιμα τη γέννηση παιδιών με αναπηρίες μπορεί να εκκινήσει ένα νέο ηθικό πρότυπο, υπό το φως της «ισότητας μέσω ταύτισης». Το σλόγκαν «είμαστε όλοι διαφορετικοί» κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε «η αναπηρία είναι επιθυμητή», ειδικά όταν συνδυάζεται με την εμπορευματοποίηση της ταυτότητας και της συμπερίληψης.

Η ηδονή της ηρωοποίησης και η ναρκισσιστική διάσταση της Δυσγονικής

Η σκόπιμη δυσγονική επιλογή της γέννησης παιδιού με αναπηρία, δεν βασίζεται πάντα σε μια ηθική στάση αποδοχής της διαφορετικότητας, αλλά ενίοτε σε μια υπόγεια ψυχολογική ανάγκη υπεροχής. Ορισμένοι υποστηρικτές αυτής της επιλογής προβάλλουν τη στάση τους ως ηρωική αντίσταση απέναντι στην ευγονική λογική, απολαμβάνοντας έτσι ένα είδος ηδονής από την αίσθηση της ηθικής ανωτερότητας.

Αυτή η μορφή ηδονής δεν αφορά την υλική απόλαυση, αλλά την ψυχολογική αυταρέσκεια και ικανοποίηση που απορρέει από την ταύτιση με μια «ανώτερη» ηθική ταυτότητα: του ανθρώπου που επιλέγει τον δύσκολο δρόμο. Πρόκειται, δηλαδή, για αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ηδονισμό της θυσίας – μια ηθικοποιημένη απόλαυση του πόνου και της δοκιμασίας, όπου η δυσκολία καθίσταται τεκμήριο αξίας και όχι αντικείμενο ηθικής κρίσης με βάση το καλό του παιδιού.

Αντί να τίθεται στο κέντρο το συμφέρον του παιδιού, πολλοί από τους θιασώτες της δυσγονικής εμμέσως μετατοπίζουν το επίκεντρο στην αυτοεικόνα του γονέα ως αντιστεκόμενου, επαναστάτη, ήρωα. Το παιδί εργαλειοποιείται, τρέπεται σε θύμα και αντικείμενο του γονεικού ακτιβισμού και γίνεται η ζωντανή απόδειξη της ηθικής στάσης των γονέων και όχι αυτόνομο πρόσωπο με θεμελιωμένο δικαίωμα και αξίωση στην καλύτερη δυνατή ζωή.

Ο Jacques Lacan θα χαρακτήριζε αυτή τη στάση ως φαντασιακή κατασκευή του Εγώ, όπου η επιθυμία του Άλλου (της κοινωνίας, του ακτιβιστικού χώρου, του ηθικού θεατή) καθορίζει την ταυτότητα του υποκειμένου. Στο ίδιο πνεύμα, ο Christopher Lasch μίλησε για τον «πολιτισμό του ναρκισσισμού», όπου το άτομο επιθυμεί όχι μόνο να ζήσει με νόημα, αλλά να φαίνεται ότι ζει ηθικά, δημόσια, υπό την επιδοκιμασία του βλέμματος.

Η δυσγονική εδώ λειτουργεί ως πολιτισμικό αντι-θέλγητρο, δηλαδή ως τρόπος διαφοροποίησης από τη μάζα των ανθρώπων που επιλέγουν την ευκολία. Δεν έχουμε πλέον μια ηθική πράξη, αλλά μια αισθητικοποιημένη πολιτική χειρονομία, που παράγει ικανοποίηση μόνο εφόσον υπάρχει κοινό. Η έννοια της «θυσίας» μετατρέπεται σε σύμβολο υπεροχής και όχι σε προσφορά προς το άλλο πρόσωπο.

Αυτό φανερώνει μια μετατόπιση από το καθήκον προς το παιδί στο καθήκον προς την εικόνα του εαυτού. Όπως σημειώνει η Corine Pelluchon, «η αναγνώριση της ευαλωτότητας του άλλου δεν μπορεί να είναι προσχηματική, ούτε να εξυπηρετεί την αυτοεπιβεβαίωση του υποκειμένου· αλλιώς χάνει το ηθικό της νόημα».

Η αποδοχή της διαφορετικότητας στην περίπτωση της δυσγονικής δεν αποτελεί απλώς μια πρόκληση προς τα κοινωνικά στερεότυπα αλλά γίνεται ενίοτε υπερβολικά εργαλειακή, στο βαθμό που παράγει ατομική ναρκισσιστική ικανοποίηση εις βάρος του μελλοντικού παιδιού. Η γενετική επιλογή υπέρ της αναπηρίας, όταν υπάρχει τεκμηριωμένη εναλλακτική, δεν συνιστά πράξη αποδοχής, αλλά πιθανόν συνειδητή πρόκληση βλάβης.

Ηθικά, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογήσιμο από καμία θεωρία που σέβεται το πρόσωπο ως σκοπό καθ’ εαυτόν, είτε πρόκειται για την Καντιανή δεοντοκρατία είτε για έναν ορθολογικά θεμελιωμένο ωφελιμισμό.

banner-article

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας