Άρθρα Πολιτική

“Και το όνομα αυτού ΕΛΑΣ…” / γράφει ο Γιώργος Μακαρατζής

Τελικά, το κρίσιμο ζήτημα σχετικά με την ονομασία «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ)» δεν είναι αν αξιοποιούνται ιστορικά σύμβολα, αλλά το κατά πόσο αυτά συνοδεύονται από έναν συνεκτικό, ρεαλιστικό και κοινωνικά πειστικό πολιτικό λόγο για τα σύγχρονα προβλήματα

Γιώργος Μακαρατζής*

Η ονομασία «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» (ΕΛΑΣ), την οποία ανακοίνωσε ο Αλέξης Τσίπρας στο Θησείο για το νέο πολιτικό του εγχείρημα, συνιστά μια πολυδιάστατη επιλογή, με συμβολική, ιστορική και πολιτική φόρτιση. Η ίδια η ονομασία δεν λειτουργεί απλώς ως τυπικός κομματικός τίτλος, αλλά ως πεδίο νοημάτων, ιστορικών αναφορών και πολιτικών συνειρμών, που επιχειρεί να ενεργοποιήσει συλλογικές μνήμες, ιδεολογικές ταυτίσεις και ευρύτερους συμβολικούς συσχετισμούς.

Πρώτα απ’ όλα, αναδεικνύεται η ιστορική διάσταση της επιλογής. Το ακρωνύμιο «ΕΛΑΣ» παραπέμπει άμεσα στον ιστορικό Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό της περιόδου της Κατοχής και του Εμφυλίου, έναν από τους πιο φορτισμένους συμβολικά σχηματισμούς της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η επιλογή αυτή ενεργοποιεί συλλογικές μνήμες που συνδέονται αφενός με την Εθνική Αντίσταση και την ιστορική παράδοση της Αριστεράς, αφετέρου με τον πολιτικό και κοινωνικό διχασμό που σημάδεψε τη δεκαετία του 1940. Η διάσταση αυτή λειτουργεί ως διεκδίκηση ιστορικής συνέχειας και πολιτικής κληρονομιάς, αλλά και ως πολιτική πρόκληση, καθώς επαναφέρει στο δημόσιο πεδίο ιστορικά φορτισμένα νοήματα και αντιπαραθέσεις που εξακολουθούν να διατηρούν ισχυρό συναισθηματικό και ιδεολογικό αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη.

Έπειτα, ιδιαίτερα σημαντική είναι η επικοινωνιακή διάσταση της επιλογής, εξίσου ισχυρή με την ιστορική. Το ακρωνύμιο «ΕΛΑΣ» είναι σύντομο, εύηχο, άμεσα αναγνωρίσιμο και βαθιά εγγεγραμμένο στη συλλογική ιστορική μνήμη. Διαθέτει συναισθηματική και συμβολική δύναμη, ικανή να ενεργοποιήσει ιστορικούς συνειρμούς, πολιτικές ταυτίσεις και μνήμες αγώνων. Σε μια εποχή πολιτικής ρευστότητας, ιδεολογικής αποδυνάμωσης και προβληματικής πολιτικής εκπροσώπησης, η επιλογή μιας τόσο φορτισμένης ονομασίας δεν λειτουργεί μόνο ως επικοινωνιακό εργαλείο προβολής, αλλά και ως μηχανισμός συγκρότησης πολιτικής ταυτότητας και συλλογικής αφήγησης. Μέσα από αυτήν την επιλογή, το νέο κόμμα φαίνεται να επιδιώκει να παρουσιαστεί όχι ως ένας ακόμη κεντροαριστερός σχηματισμός διαχειριστικού χαρακτήρα, αλλά ως φορέας μιας ευρύτερης πολιτικής και ιδεολογικής επανεκκίνησης της Αριστεράς, με αναφορά στον αγώνα, την  αντίστασης και την κοινωνική διεκδίκηση.

Ωστόσο, ακριβώς εκεί εντοπίζεται και το βασικό πρόβλημα της ονομασίας. Η ιστορική φόρτιση του όρου είναι τόσο έντονη, ώστε ενδέχεται να επισκιάσει το πραγματικό πολιτικό πρόγραμμα του κόμματος. Η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται ήδη από τις πολιτικές προτάσεις στους συμβολισμούς, στις ιστορικές αναλογίες και στις εμφυλιοπολεμικές μνήμες. Αυτό μπορεί να συσπειρώσει ένα τμήμα της παραδοσιακής αριστερής βάσης, αλλά να δυσκολέψει την προσέγγιση ενός ευρύτερου ακροατηρίου.

Επιπλέον, η χρήση της λέξης «Συμπαράταξη» εμπεριέχει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πολιτική και σημειολογική αντίφαση. Από τη μία πλευρά, παραπέμπει σε έννοιες όπως το άνοιγμα, η συλλογικότητα, η συνεργασία και η συγκρότηση ενός ευρύτερου συμμαχικού χώρου, αφήνοντας να εννοηθεί μια διάθεση υπέρβασης στενών κομματικών ορίων. Από την άλλη πλευρά, η συνολική ιστορική και ιδεολογική φόρτιση της ονομασίας φαίνεται να υποδηλώνει περισσότερο μια διαδικασία ιδεολογικής συσπείρωσης γύρω από συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους και πολιτικές παραδόσεις.

Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σημειολογική διάσταση της ονομασίας. Ένα πολιτικό κόμμα, αντί να αρθρώσει έναν συνεκτικό, πειστικό και αξιόπιστο πολιτικό λόγο για τα σύγχρονα προβλήματα της καθημερινότητας, αναφορικά με την οικονομική ανασφάλεια, τα πολιτικά αδιέξοδα, τις κοινωνικές ανισότητες, την ανεργία ή την οικολογική κρίση, επιλέγει να επενδύσει σε ιστορικά φορτισμένα σύμβολα. Μέσα από αυτά επιχειρεί να συγκροτήσει συλλογική ταυτότητα, να καλλιεργήσει συναισθηματική ταύτιση και να συσπειρώσει υποστηρικτές, αξιοποιώντας τη δύναμη της ιστορικής μνήμης και της συμβολικής φόρτισης.

Η επιλογή αυτή μπορεί να ερμηνευθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Από τη μία πλευρά, μπορεί να θεωρηθεί συνειδητή προσπάθεια σύνδεσης με ιστορικές παραδόσεις αγώνων, συλλογικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή μια επιδίωξη ιστορικής συνέχειας και πολιτικής νομιμοποίησης μέσω της μνήμης. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη ιδεολογικής νοσταλγίας και αδυναμίας παραγωγής νέου πολιτικού λόγου, ικανού να ερμηνεύσει και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του 21ου αιώνα.

Τελικά, το κρίσιμο ζήτημα σχετικά με την ονομασία «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ)» δεν είναι αν αξιοποιούνται ιστορικά σύμβολα, αλλά το κατά πόσο αυτά συνοδεύονται από έναν συνεκτικό, ρεαλιστικό και κοινωνικά πειστικό πολιτικό λόγο για τα σύγχρονα προβλήματα. Η επίκληση της ιστορικής μνήμης μπορεί να προσδώσει ταυτότητα, συναισθηματική δυναμική και συμβολικό βάθος σε ένα πολιτικό εγχείρημα· δεν αρκεί όμως από μόνη της για να απαντήσει στις σύγχρονες κοινωνικές, οικονομικές και οικολογικές προκλήσεις.

Υπό αυτήν την έννοια, το αν η ονομασία «ΕΛΑΣ» θα λειτουργήσει ως σημείο πολιτικής αναγέννησης ή ως παράγοντας νέας ιδεολογικής και κοινωνικής πόλωσης δεν θα κριθεί τελικά από τη συμβολική της ισχύ, αλλά από την ικανότητα του νέου κόμματος να υπερβεί τη δύναμη του ιστορικού συμβολισμού και να διαμορφώσει ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο, αξιόπιστες προτάσεις και ένα νέο πολιτικό πλαίσιο για τις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας.

*Γιώργος Μακαρατζής, Δρ Διδακτικής της Ιστορίας
banner-article

Ροη ειδήσεων