Άρθρα Θέματα Παιδείας

Εκπαιδευτικοί: Ολοένα και μεγαλύτερες απαιτήσεις διαμορφώνουν ένα επάγγελμα που χάνει σταδιακά την ελκυστικότητά του / γράφει ο Λεωνίδας Βουρλιώτης

Οι γονείς, εξαντλημένοι και οι ίδιοι από οικονομική πίεση, ανασφάλεια και άγχος για το μέλλον των παιδιών τους, μεταφέρουν πολλές φορές αυτή την ένταση στο σχολείο, με αποτέλεσμα ο εκπαιδευτικός να γίνεται εύκολος αποδέκτης δυσαρέσκειας για έναν βαθμό, μια παρατήρηση, μια απουσία…

Λεωνίδας Βουρλιώτης
Εκπαιδευτικοί: «Χαρά; Πού είσαι χαρά; Δημιουργία; Πού κρύφτηκες και δεν σε βρίσκουμε;» – Σε λίγο μπορεί το πρόβλημα να μην είναι τα κενά – αλλά ποιος θα θέλει να τα καλύψει

Υπήρχε κάποτε η εικόνα του «σχολείου της χαράς», ενός χώρου στον οποίο ο εκπαιδευτικός μπορούσε, παρά τις δυσκολίες, να βρίσκει ακόμη χρόνο και ψυχικό χώρο για δημιουργία, παιδαγωγικές πρωτοβουλίες, ουσιαστική σχέση με τους μαθητές και εκείνη τη βαθιά ικανοποίηση που γεννά η αίσθηση ότι η δουλειά του έχει νόημα.

Για αρκετούς εκπαιδευτικούς αυτή η εικόνα μοιάζει σήμερα όλο και πιο μακρινή.

Μια χαρακτηριστική αποτύπωση αυτής της πραγματικότητας δίνει εκπαιδευτικός της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Χαλκιδικής, μέλος του διοικητικού συμβουλίου των εκπαιδευτικών της περιοχής και αναπληρωματική αιρετός στο οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο, η οποία περιγράφει με έντονο τρόπο την ψυχική εξουθένωση που, όπως επισημαίνει, συσσωρεύεται καθώς οι συνθήκες εργασίας δεν βελτιώνονται, ενώ οι απαιτήσεις συνεχώς αυξάνονται.

Η εικόνα που περιγράφεται δεν αφορά ένα μόνο σχολείο ούτε μία μόνο περιοχή, αλλά ένα πλέγμα προβλημάτων που επανέρχεται σε ολόκληρη τη χώρα: περισσότερη γραφειοκρατία, διεύρυνση των διοικητικών και παιδαγωγικών ευθυνών, δυσκολία εύρεσης κατοικίας, αυξημένο κόστος μετακίνησης, ανάγκη για όλο και περισσότερες διαφοροποιημένες προσεγγίσεις χωρίς αντίστοιχη παιδαγωγική υποστήριξη, αλλά και διαρκής πίεση από ένα κοινωνικό περιβάλλον που και το ίδιο βρίσκεται σε κατάσταση κόπωσης.

Ο εκπαιδευτικός όλο και λιγότερο στην τάξη και όλο και περισσότερο στη διαχείριση

Ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της σύγχρονης σχολικής πραγματικότητας είναι ότι, ενώ οι απαιτήσεις από τον εκπαιδευτικό αυξάνονται διαρκώς, ο διαθέσιμος χρόνος για την ίδια τη διδασκαλία, την προετοιμασία και τη σχέση με τους μαθητές περιορίζεται.

Πλατφόρμες, αναφορές, καταγραφές, προγράμματα, σχέδια δράσης, αξιολογήσεις, διοικητικές υποχρεώσεις και διαρκείς διαδικασίες τεκμηρίωσης δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο ο εκπαιδευτικός καλείται να λειτουργεί ταυτόχρονα ως παιδαγωγός, γραμματέας, διαχειριστής, συντονιστής, διαμεσολαβητής και, συχνά, ως ο πρώτος άνθρωπος που πρέπει να αντιμετωπίσει προβλήματα πολύ μεγαλύτερα από τις δυνατότητες του σχολείου.

Όσο περισσότερο, όμως, η εργασία μετατρέπεται σε διαχείριση υποχρεώσεων, τόσο λιγότερος χώρος απομένει για εκείνο που υποτίθεται ότι βρίσκεται στον πυρήνα της: το μάθημα και το παιδί.

Οι νηπιαγωγοί μόνες με 25 παιδιά

Ιδιαίτερη πίεση καταγράφεται στο Νηπιαγωγείο, όπου σε αρκετές περιπτώσεις μία εκπαιδευτικός μπορεί να έχει την ευθύνη πολυπληθούς τμήματος έως 25 νηπίων και, ταυτόχρονα, να επιφορτίζεται με διοικητικές υποχρεώσεις της σχολικής μονάδας.

Και εδώ οι αριθμοί από μόνοι τους δεν μπορούν να περιγράψουν την πραγματική ένταση της καθημερινότητας.

Είκοσι πέντε μικρά παιδιά σημαίνουν είκοσι πέντε διαφορετικές ανάγκες, αντιδράσεις, δυσκολίες, ανάγκη συνεχούς επίβλεψης και φροντίδας, χωρίς πραγματικό διάλειμμα, χωρίς «κενό» μέσα στην ημέρα και χωρίς δεύτερο εκπαιδευτικό που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως στήριγμα σε μια δύσκολη στιγμή.

Όταν μάλιστα αυτή η ένταση μπορεί να συνεχίζεται μέχρι τα τελευταία χρόνια της υπηρεσίας ενός εκπαιδευτικού, ακόμη και κοντά στα 67, χωρίς ουσιαστική μείωση του φόρτου, τότε η συζήτηση για επαγγελματική εξουθένωση παύει να είναι θεωρητική.

Ο δεύτερος μισθός που τρώγεται σε ενοίκια και μετακινήσεις

Στην πίεση της εργασίας προστίθεται και η πίεση της καθημερινής επιβίωσης.

Η εύρεση κατοικίας έχει μετατραπεί σε σοβαρό πρόβλημα για εκπαιδευτικούς που υπηρετούν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους, ιδιαίτερα σε τουριστικές περιοχές και νησιά, ενώ το κόστος μετακινήσεων, καυσίμων και δεύτερης κατοικίας μπορεί να απορροφήσει ένα μεγάλο μέρος ενός ήδη περιορισμένου μισθού.

Έτσι, η πολυπόθητη μονιμότητα ή μια θέση αναπληρωτή σε μια μακρινή περιοχή μπορεί να συνοδεύεται από μια καθημερινότητα κατά την οποία ο εκπαιδευτικός πληρώνει ουσιαστικά για να μπορεί να εργάζεται.

Και όσο περισσότερο αυτή η κατάσταση παγιώνεται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παρουσιαστεί το επάγγελμα ως πραγματικά ελκυστική επιλογή για έναν νέο άνθρωπο.

Οι θυμωμένοι γονείς και ο εκπαιδευτικός ως εύκολος στόχος

Στη σημερινή πραγματικότητα προστίθεται και μια ακόμη πηγή πίεσης: η ολοένα συχνότερη ένταση στη σχέση σχολείου και οικογένειας.

Οι γονείς, εξαντλημένοι και οι ίδιοι από οικονομική πίεση, ανασφάλεια και άγχος για το μέλλον των παιδιών τους, μεταφέρουν πολλές φορές αυτή την ένταση στο σχολείο, με αποτέλεσμα ο εκπαιδευτικός να γίνεται εύκολος αποδέκτης δυσαρέσκειας για έναν βαθμό, μια παρατήρηση, μια απουσία, μια παιδαγωγική απόφαση ή ακόμη και για προβλήματα που το ίδιο το σχολείο δεν έχει τη δυνατότητα να λύσει.

Οι καταγγελίες «για το παραμικρό», όπως περιγράφεται χαρακτηριστικά, δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο ο εκπαιδευτικός δεν καλείται μόνο να κάνει σωστά τη δουλειά του, αλλά συχνά να φοβάται μήπως οποιαδήποτε απόφαση μετατραπεί σε σύγκρουση.

«Χαρά, πού είσαι;»

Ίσως η πιο χαρακτηριστική φράση της συγκεκριμένης μαρτυρίας είναι και η πιο απλή: «Χαρά; Πού είσαι χαρά; Δημιουργία; Πού κρύφτηκες και δεν σε βρίσκουμε;»

Γιατί τελικά η μεγαλύτερη απώλεια δεν είναι μόνο ο χρόνος ή τα χρήματα.

Είναι η σταδιακή εξαφάνιση της χαράς από ένα επάγγελμα που βασίζεται ακριβώς στην ανθρώπινη σχέση και στη δημιουργία.

Όταν ο εκπαιδευτικός πηγαίνει στο σχολείο ήδη κουρασμένος, όταν αισθάνεται ότι κυνηγά συνεχώς προθεσμίες, πλατφόρμες και υποχρεώσεις, όταν μετρά τα χρήματα της βενζίνης, αγωνιά για το ενοίκιο και φοβάται την επόμενη καταγγελία, τότε είναι αναπόφευκτο ένα μέρος της ενέργειας που θα έπρεπε να πηγαίνει στους μαθητές να χάνεται αλλού.

Σε λίγο μπορεί το πρόβλημα να μην είναι τα κενά – αλλά ποιος θα θέλει να τα καλύψει

Το μεγαλύτερο καμπανάκι, όμως, βρίσκεται στο μέλλον.

Γιατί ένα επάγγελμα δεν χάνει την ελκυστικότητά του από τη μια μέρα στην άλλη. Τη χάνει όταν οι νεότεροι βλέπουν τους παλαιότερους κουρασμένους, όταν οι αμοιβές δεν συμβαδίζουν με το κόστος ζωής, όταν η κοινωνική αναγνώριση μειώνεται και όταν η καθημερινή πίεση μεγαλώνει χωρίς αντίστοιχη στήριξη.

Τότε το ερώτημα παύει να είναι μόνο πόσα κενά υπάρχουν σήμερα.

Γίνεται πολύ πιο δύσκολο: ποιος θα θέλει αύριο να τα καλύψει;

Γιατί αν το σχολείο χάσει τη χαρά, τη δημιουργικότητα και την αίσθηση ότι ο εκπαιδευτικός μπορεί πραγματικά να ασκήσει το λειτούργημά του, κάποια στιγμή μπορεί να αρχίσει να χάνει και τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς.

Και τότε ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της εκπαίδευσης να μην είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετές θέσεις.

Αλλά ότι δεν υπάρχουν πια αρκετοί άνθρωποι που θέλουν να τις αναλάβουν.

 alfavita.gr 

banner-article banner-advertisement

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ