Αναγνώστες Σχόλια

“Για τον Σπύρο που έφυγε. Κάτι σαν επίλογος…” / γράφει η Ξανθή Σταυρουλάκη

Το κείμενο αυτό το είχα δημοσιεύσει πριν από καιρό, όταν ο Σπύρος ήταν ακόμη εδώ… Σήμερα το ξαναδημοσιεύω, για εκείνον. Τότε ήταν μια ιστορία για μια όμορφη συνάντηση. Σήμερα, η ίδια εκείνη ιστορία έχει μέσα μου ένα άλλο βάρος.

(Στη μνήμη του Σπύρου Χαλβατζή)

Είχαν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που ο Σπύρος είχε βρεθεί στην Κοζάνη. Οι υποχρεώσεις της ζωής τον είχαν κρατήσει μακριά από τη γενέτειρά του. Εκείνη τη χρονιά, όμως, οι Απόκριες τον έφεραν ξανά στην πόλη του. Μαζί του ήρθαν η γυναίκα του η Μαριάνθη, τα παιδιά του, τα εγγόνια του και αγαπημένοι φίλοι.

Για τον Σπύρο, οι Απόκριες στην Κοζάνη δεν ήταν απλώς μια γιορτή. Ήταν οι φωτιές των Φανών που άναβαν στις γειτονιές, τα χάλκινα που έκαναν το στήθος να δονείται, οι χοροί, τα τραγούδια και οι παρέες που πήγαιναν από Φανό σε Φανό. Ήταν, πάνω απ’ όλα, η επιστροφή σε μια άλλη εποχή. Στα χρόνια που ζούσαν ακόμη οι γονείς του. Στα χρόνια που μαζί με τα αδέλφια του, γύριζαν από Φανό σε Φανό, αφήνοντας για λίγο πίσω τους ό,τι βάραινε τη ζωή. Ίσως γι’ αυτό αγαπούσε τόσο τις Απόκριες.

Εκείνη τη φορά όμως, υπήρχε κι ένας ακόμη λόγος. Ήθελε να δει την κυρά Τασίτσα.

Είχαν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που την είχε συναντήσει. Ήθελε να την αγκαλιάσει και να της γνωρίσει τα μικρά εγγονάκια του. Να ακούσει τη φωνή της, να κουβεντιάσει μαζί της και να θυμηθούν για λίγο κάτι από τα παλιά. Η κυρά Τασίτσα πλησίαζε τα εκατό. Τα μάτια της είχαν πάψει από καιρό να βλέπουν. Η μνήμη της όμως, παρέμενε καθαρή. Αναγνώριζε τις φωνές, τα βήματα, το άγγιγμα. Δεν χρειαζόταν να βλέπει, για να καταλάβει ποιος στεκόταν δίπλα της.

Εκείνο το βράδυ, η εγγονή της, η Έρη, της είχε πει πως θα ερχόταν ο Σπύρος. Κι εκείνη τον περίμενε. Είχε φροντίσει μάλιστα να είναι όμορφη. Είχε ζητήσει από την κομμώτρια να περάσει από το σπίτι, είχε χτενίσει τα μαλλιά της και είχε φορέσει το αγαπημένο της φόρεμα. Ήθελε να τον υποδεχτεί όπως παλιά.

Όταν άνοιξε η πόρτα και άκουσε τη φωνή του, ρώτησε την εγγονή της:
– Ήρθε;
Ο Σπύρος πλησίασε.
Κάθισε δίπλα της και της έπιασε το χέρι. Το έκλεισε μέσα στο δικό του και δεν το άφησε σχεδόν καθόλου, όση ώρα κουβέντιαζαν.

Ήμουν κι εγώ εκεί.
Και θυμάμαι αυτήν τη στιγμή περισσότερο απ’ όλες.

Δεν έγινε τίποτα θεαματικό. Δεν ειπώθηκε στην αρχή κάτι σπουδαίο. Μόνο ένας άνθρωπος κάθισε δίπλα σε μια ηλικιωμένη γυναίκα και της κράτησε το χέρι. Εκείνη δεν μπορούσε να τον δει. Εκείνος την κοιτούσε. Κι όμως, για λίγο, ήταν σαν να κοιτάζονταν.

Μιλούσαν για τα παλιά. Η κυρά Τασίτσα τού έλεγε ιστορίες για τη μάνα του, για την οικογένεια, για ανθρώπους που έφυγαν και για εκείνους που έμειναν. Θυμόταν ονόματα, πρόσωπα, μικρές ιστορίες από χρόνια περασμένα. Κάποιες φορές γελούσε. Κάποιες άλλες, η φωνή της χαμήλωνε. Κι ο Σπύρος άκουγε. Το χέρι του παρέμενε μέσα στο δικό της. Κάθε τόσο εκείνη το έσφιγγε λίγο, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως ήταν πραγματικά εκεί.

Κάποια στιγμή ο Σπύρος την κοίταξε και, προσπαθώντας ίσως να κρύψει τη συγκίνησή του, της είπε:
– Ακτινοβολείς, θεία Τασίτσα.
Εκείνη χαμογέλασε.
– Σε περίμενα, Σπυράκο μου και είπα στην κομμώτρια να έρθει να με χτενίσει. Ήθελα να με δεις όμορφη. Να με δεις περιποιημένη, σαν παλιά…

«Σαν παλιά…»

Και για μια στιγμή, όλα έμοιαζαν όπως παλιά. Οι ώρες κυλούσαν με κουβέντες και αναμνήσεις. Όλοι γύρω της την ακούγαμε σιωπηλοί, με τα μάτια βουρκωμένα και την καρδιά γεμάτη συγκίνηση. Ανάμεσα σε αγαπημένα πρόσωπα η κυρά-Τασίτσα ένιωθε πιο νέα από ποτέ. Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε.

Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε, πλησιάσαμε ένας ένας για να την αποχαιρετήσουμε. Ο Σπύρος έσκυψε πάνω της.

Εκείνη άπλωσε τα χέρια της, τον αγκάλιασε κι ύστερα, απευθυνόμενη προς όλους μας, είπε:
– Να πάρετε τα χρόνια μου και τη διαύγεια του μυαλού μου. Να ζήσετε τη ζωή σας με αγάπη και ποτέ να μην ξεχνάτε να βλέπετε με τα μάτια της καρδιάς.
Για λίγο κανείς δεν μίλησε.
Ο Σπύρος τη φίλησε.
– Θα τα ξαναπούμε, θεία, της είπε.
– Ναι, Σπυράκο μου. Θα σε περιμένω…
Και φύγαμε.

Πέρασε ενάμισης χρόνος.

Η ζωή συνέχισε να κυλά, όπως κυλά πάντα. Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη. Εκείνη η βραδιά έμεινε πίσω, ανάμεσα στις τόσες άλλες στιγμές που φυλάμε μέσα μας, μέχρι πριν από μερικές μέρες, όταν ο Σπύρος έφυγε. Και τότε, χωρίς να το θέλω, γύρισα πίσω.

Στον καναπέ της κυρά Τασίτσας.
Στα χτενισμένα μαλλιά της.
Στο αγαπημένο της φόρεμα.
Στο χέρι του μέσα στο δικό της.
Στο «Ακτινοβολείς, θεία Τασίτσα».
Και στο «Θα τα ξαναπούμε, θεία».

Τότε ήταν μια απλή φράση. Σήμερα ακούγεται αλλιώς. Κανείς μας δεν μπορούσε να ξέρει πως, ενάμιση χρόνο αργότερα, θα αναζητούσαμε τον Σπύρο στις στιγμές που ζήσαμε μαζί του.

Κι όμως, κάποια πράγματα μένουν.
Μια αγκαλιά.
Ένα χέρι που κρατάμε.
Μια φράση που, χρόνια ή μήνες αργότερα, αποκτά μέσα μας άλλο βάρος.
Εγώ είχα την τύχη να είμαι εκεί.
Να τους δω.
Να τους ακούσω.
Να δω τον Σπύρο να κρατά το χέρι της κυρά Τασίτσας και εκείνη, μέσα από λίγες απλές λέξεις, να του λέει πως μεγαλύτερη αξία έχει να ζήσουμε με αγάπη και να βλέπουμε με τα μάτια της καρδιάς.

Τώρα που ο Σπύρος έφυγε, εκείνη η βραδιά έχει μείνει μέσα μου πιο καθαρή από ποτέ. Δεν θέλω να θυμάμαι μόνο την ημέρα που έφυγε.

Θέλω να θυμάμαι την ημέρα που ήταν ακόμη εδώ. Στον καναπέ της κυρά Τασίτσας. Με το χέρι του μέσα στο δικό της. Με το χαμόγελό της.
Με το «σαν παλιά». Και με εκείνο το «Θα τα ξαναπούμε, θεία», που τότε κανείς μας δεν ήξερε πόσο βαθιά θα έμενε μέσα μας.

Ίσως τελικά κάποιες στιγμές να γράφουν μόνες τους τον επίλογό τους.
Χωρίς να το ξέρουμε, όταν τις ζούμε.

……

(* Φωτογραφία: Η Κοζάνη τη δεκαετία του ’50)

………………………..

 

banner-article banner-advertisement

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας