Πώς η Τουρκία εργαλειοποιεί στο Αιγαίο τις de facto πρακτικές του Τραμπ και το νομοθετικό μοντέλο του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη / γράφει ο Γιώργης-Βύρων Δάβος
Η Τουρκία εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη σιωπηρή συναίνεση της Ελλάδας και τη συνέργεια σε μεγάλο βαθμό των έκνομων πράξεων σε επίπεδο διεθνούς δικαίου
Η ελληνική πολιτική τάξη και ιδίως το κυβερνητικό στρατόπεδο ίσως δεν δικαιολογείται να εκφράζει βδελυγμία και να δηλώνει έκπληκτο για τη νομοθετική επίσπευση από τη μεριά της Τουρκίας να θεμελιώσει το ιδεολογικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Mavi Vatan) στο Αιγαίο. Ο βασικός λόγος είναι πως η Άγκυρα, για να νομιμοποιήσει τις επεκτατικές της βλέψεις στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο, αντλεί στρατηγική έμπνευση και νομικίστικα επιχειρήματα από δύο φαινομενικά ασύνδετες, αλλά δομικά συγγενείς πολιτικές εξελίξεις. Οι οποίες συνδέονται άμεσα με την πολιτική που επί χρόνια ασκούν δύο χώρες, που μολονότι κατάφωρα παραβιάζουν κάθε έννοια διεθνούς και ανθρωπιστικού δικαίου, καταπατούν αποφάσεις οργανισμών και διαβήματα, έχουν γίνει όχι απλά ανεκτές από την ελληνική πλευρά, αλλά συνάμα και δια της σιωπής (και πολύ περισσότερο με τις μεγαλόστομες επικυρώσεις της συμμαχίας με αυτές τις χώρες) έμμεσα επικροτείται η συνέχισή τους.
Και πράγματι εάν κάποιος σκύψει προσεκτικά πάνω στις νομικές, αλλά κυρίως τις de facto στρατιωτικές κινήσεις και νομοθετικές αποφάσεις του νομοθετικού, διοικητικού και στρατηγικού μοντέλου που το Ισραήλ ασκεί στη Δυτική Όχθη (και με την επέκταση διαρκώς της ιδεολογίας του Groβ και Lebensraum σε όλη τη Μέση Ανατολή), όπως κι οι αυθαίρετες και πειρατικές επεμβάσεις και (ναυτικοί κυρίως) αποκλεισμοί των ΗΠΑ και οι ωμές επεμβάσεις του ισραηλινού ναυτικού σε διεθνή ύδατα αποτελούν ουσιαστικά μία πρακτική μετακένωσή τους στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας.
Η οποία μπορεί κάλλιστα, πέρα από την ισχύ της εθνικής νομοθεσίας, μπορεί να επικαλεσθεί τούτη ακριβώς τη μονομερή de facto εφαρμογή των αποφάσεων για ναυτικούς αποκλεισμούς για λόγους ασφαλείας του Ντόναλντ Τραμπ και του νομοθετικού και διοικητικού μοντέλου, που το Ισραήλ ασκεί στη Δυτική Όχθη (Ιουδαία και Σαμάρεια), θεσμοθετώντας τη de facto προσάρτηση παλαιστινιακών εδαφών μέσω της μετατροπής τους σε «κρατική ιδιοκτησία» και της μεταβίβασης της διοίκησης από τον στρατό σε πολιτικές αρχές.
Αυτή η δομική αναλογία ανάμεσα στο ισραηλινό σύστημα νομοθετικού σφετερισμού εδαφών ενός (τύποις) ανεξάρτητου κράτους και της εθνικής του κυριαρχίας, αλλά και στη «διπλή έννομη τάξη» στη Δυτική Όχθη και τις τουρκικές διεκδικήσεις περί μειωμένης επήρειας των ελληνικών νησιών, όπως κι ο τρόπος με τον οποίο η Τουρκία θεσμοθετεί τις διεκδικήσεις της μέσω του νέου «Νόμου περί Θαλασσίων Ζωνών», εργαλειοποιώντας την αμερικανική αποστασιοποίηση από το διεθνές ναυτικό δίκαιο, στοιχειοθετούν μία δυνητική θεμελίωση ενός καθεστώς «συναλλακτικού ρεαλισμού» (transactional realism) και τετελεσμένων γεγονότων (faits accomplis).
Η Τουρκία εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη σιωπηρή συναίνεση της Ελλάδας και τη συνέργεια σε μεγάλο βαθμό των έκνομων πράξεων σε επίπεδο διεθνούς δικαίου. Είτε στέλνοντας φρεγάτες για να συνδράμουν με τα ραντάρ τους τις επιθέσεις και την άμυνα του Ισραήλ και των ΗΠΑ στο Ιράν (καμία σχέση με άμυνα της Κύπρου), είτε συμμετέχοντας σε συμμαχίες (ενεργειακές και στρατιωτικές) με το Τελ Αβίβ και τις ΗΠΑ, κλείνοντας μάτια κι αυτιά στις αυθαιρεσίες και τις ιταμές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου που διαπράττουν. Με αποκορύφωμα τις πειρατικές επεμβάσεις του εβραϊκού κράτους στα διεθνή ύδατα κατά του Στολίσκο, που ενδεχομένως νομιμοποιούν και αντίστοιχες πράξεις από την πλευρά της Τουρκίας.
Είναι αναντίρρητο γεγονός ότι οι de facto μονομερείς ενέργειες των μεγάλων δυνάμεων και οι εσωτερικές νομοθετικές ρυθμίσεις περιφερειακών δρώντων που καταστρατηγούν το διεθνές δίκαιο χρησιμοποιούνται ως νομικά και επιχειρησιακά προηγούμενα από αναθεωρητικά κράτη, όπως η Τουρκία. Με την ΕΕ (και τον όλο και σχεδιαζόμενο στρατό της) σε αδράνεια ή προσδεμένη στις αμερικανικές αποβλέψεις και το ΝΑΤΟ μετά τον Τραμπ εν υπνώσει (αν μη πνέοντας τα λοίσθια) η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί παγιδευμένη στην ίδια της την πολιτική συγκατάβαση σε τακτικές που μπορεί να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της εφαρμογής στο πεδίο των τουρκικών διεκδικήσεων.
Το ισραηλινό μοντέλο στη Δυτική Όχθη (2025-2026): Θεσμική μετατροπή της γης σε «κρατική ιδιοκτησία» και ο νομικός μηχανισμός της de facto προσάρτησης
Για να κατανοηθεί ο τρόπος με τον οποίο η Τουρκία οικειοποιείται τις πρακτικές του Ισραήλ, είναι απαραίτητο να ορθοτομήσουμε τη νομική και διοικητική φύση των μέτρων που έχει αρχίσει να εφαρμόζει σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα από το παρελθόν η κυβέρνηση του Τελ Αβίβ στη Δυτική Όχθη κατά το διάστημα 2025-2026. Μέτρα που όπως καταγγέλλεται επισπεύδουν μία de facto προσάρτηση της περιοχής, όπως καταγράφεται στις εκθέσεις του ΟΗΕ, του BBC και του Al Jazeera.

Μόλις τον Φεβρουάριο του 2026, και υπό τη διεθνή σιωπή το ισραηλινό συμβούλιο ασφαλείας ενέκρινε μια ριζοσπαστική πολιτική που επιτάσσει να καταγραφούν εδάφη στη Δυτική Όχθη (ιδιαίτερα στη Ζώνη C) ως «κρατική ιδιοκτησία» (state property). Η νομοθετική αυτή ρύθμιση πρακτικά αντιστρέφει το βάρος της απόδειξης: πλέον, είναι οι Παλαιστίνιοι εκείνοι που υποχρεούνται να αποδείξουν την ιδιοκτησία τους μέσω επίσημων τίτλων. Πράγμα εξαιρετικά δυσχερές, δεδομένου ότι στην πλειονότητά τους η κατοχή των εκτάσεων πηγαίνει βαθιά στην Ιστορία, στηρίζεται στο εθιμικό δίκαιο ή υπάγεται στις ρυθμίσεις των οθωμανικών και ιορδανικών αρχείων που μετά την ισραηλινή κατοχή, τις εξώσεις, τις καταστροφές και τις θηριωδίες, έχουν χαθεί ή κι εάν υπάρχουν απλά δεν αναγνωρίζονται. Η συγκεκριμένη πρακτική, που εισήγαγε ο κατηγορούμενος από το ΔΠΔ υπουργός Δικαιοσύνης Σμότριτς, συνιστά μια «νομικίστικη» κάλυψη για τη δήμευση γης, η οποία επιτρέπει στο κράτος να παραχωρεί τις εκτάσεις αυτές για την επέκταση των ισραηλινών οικισμών.
Παράλληλα, η ισραηλινή κυβέρνηση κατήργησε τη νομοθεσία της ιορδανικής περιόδου, που απαγόρευε σε Ισραηλινούς πολίτες την απευθείας αγορά γης στη Δυτική Όχθη. Η κίνηση αυτή απελευθέρωσε τις ιδιωτικές ροές κεφαλαίων από την ισραηλινή αγορά προς την αγορά ακινήτων των εποίκων, που οδήγησε σε έξωση χιλιάδων παλαιστινίων κατοίκων από τις πατρογονικές εστίες τους, εκτρέποντας τη διαδικασία της εδαφικής επέκτασης από το στενό κρατικό πλαίσιο στην ιδιωτική πρωτοβουλία, με την πλήρη κάλυψη του κράτους.
Αλλά, η πιο καθοριστική κίνηση προς τη de facto προσάρτηση υπήρξε η μεταφορά τμημάτων της διοίκησης της Δυτικής Όχθης από τις στρατιωτικές αρχές (οι οποίες διέπονταν από το δίκαιο της πολεμικής κατοχής σύμφωνα με την Τέταρτη Σύμβαση της Γενεύης) σε πολιτικές, κυβερνητικές αρχές του Ισραήλ. Με τον τρόπο αυτό, η διακυβέρνηση των εδαφών αυτών ενσωματώθηκε στον εσωτερικό διοικητικό ιστό του κράτους, καταλύοντας τη διάκριση μεταξύ της επικράτειας του Ισραήλ και των κατεχομένων εδαφών.
Επίσης σημαντικό για την περίπτωση της τουρκικής πρωτοβουλίας, αποτελεί το διάταγμα του Φεβρουαρίου του 2026, με το οποίο η ισραηλινή Πολιτική Διοίκηση εξουσιοδοτείται να προβαίνει να επιχειρεί και να προβαίνει σε κατεδαφίσεις παλαιστινιακών κτισμάτων ακόμα και μέσα στις Ζώνες Α’ και Β’, οι οποίες θεωρητικά τελούσαν υπό τον πλήρη ή μερικό διοικητικό έλεγχο της Παλαιστινιακής Αρχής βάσει των Συμφωνιών του Όσλο. Με την κίνηση τούτη το εβραϊκό κράτος ακύρωσε στην πράξη τη διεθνή συμβατική αρχιτεκτονική της περιοχής. Μία παρεμβατική πρακτική που κάλλιστα μπορεί να μεταγραφεί αντίστοιχα στη ναυτική πρακτική για κάθε τουρκικό πλοίο που βρίσκεται στο Αιγαίο και θα δικαιούται βάσει της εθνικής νομοθεσίας να επεμβαίνει, κρίνοντας πως αυτή παραβιάζεται ή ότι κάποιος κινείται εναντίον της.
Οι de facto αποφάσεις Τραμπ και η παραβίαση του Δικαίου της Θάλασσας εμπνέουν την Τουρκία
Ενώ το Ισραήλ παρέχει στην Άγκυρα ένα πρακτικό μοντέλο για την εσωτερική νομοθετική και διοικητική αφομοίωση εδαφών, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ από την άλλη απελευθερώνει εν τοις πράγμασι για την Τουρκία τις όποιες αναστολές για να εφαρμόσει το μοντέλο για de facto ανατροπή του Ναυτικού Δικαίου και της ελεύθερης ναυσιπλοΐας μέσω της ισχύος των όπλων. Δίχως να χρειάζεται διμερείς συμφωνίες (όπως πχ το Μνημόνιο με τη Λιβύη) ή ν’ αποτρέπεται από άλλες συμμαχίες (όπως αυτές με Ελλάδα, Κύπρο, Ισραήλ ή Αίγυπτο).
Το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο στην κρίση που άνοιξε η σύρραξη στα Στενά του Ορμούζ και τον ναυτικό αποκλεισμό δεν ήταν η στρατιωτική δράση καθαυτή, αλλά πρωτευόντως η πολιτική και νομική της επικάλυψη από την Ουάσιγκτον. Στις 2 Μαΐου 2026, ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε τον ναυτικό αποκλεισμό και τις κατασχέσεις ιρανικών πλοίων ως μια «πολύ κερδοφόρα επιχείρηση» (a very profitable business), δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως αδιαφορεί εάν θα τον χαρακτηρίσουν πειρατή, αυτός είναι που εν τέλει «πήρε το πετρέλαιο». Μία δήλωση που αποκρυσταλλώνει την πλήρη και θεληματική απομάκρυνση των ΗΠΑ από τις αρχές της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) και τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί της ελευθερίας των θαλασσών (mare liberum).
Όταν η ηγέτιδα δύναμη της Δύσης νομιμοποιεί τη δράση της με όρους οικονομικού οφέλους και de facto ελέγχου των διεθνών στενών, το μήνυμα προς τα αναθεωρητικά κράτη είναι σαφές: η ισχύς στη θάλασσα παράγει δικό της δίκαιο. Αυτό εκμεταλλεύεται κι η Τουρκία, που ήδη εφαρμόζει έναν άτυπο ναυτικό αποκλεισμό, παρεμποδίζοντας τις ποντίσεις καλωδίων, παρενοχλώντας τις ενεργειακές έρευνες ακόμη και από ξένες εταιρείες, επεκτίνοντας τη στρατηγικής της “ναυτικής άρνησης πρόσβασης” (Sea Denial) στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η επιχειρησιακή αυτή λογική είναι η ίδια με αυτή της CENTCOM στο Ορμούζ: επιβολή ελέγχου επί των θαλασσίων οδών, de facto έλεγχος των στενών περασμάτων (όπως τα στενά της Κάσου και της Καρπάθου) και εξαναγκασμός των τρίτων χωρών σε υποχώρηση λόγω του υψηλού οικονομικού και στρατιωτικού ρίσκου (πολεμικά ασφάλιστρα, κίνδυνος θερμού επεισοδίου).
Ακόμη κι όταν ο Τραμπ δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τη συνδρομή του ΝΑΤΟ και της Κίνας για να επιτύχει στρατιωτικά το άνοιγμα των στενών, επέβαλε μονομερώς τον αποκλεισμό, αποδεικνύοντας ότι οι συμμαχίες και οι διεθνείς οργανισμοί θεωρούνται δευτερεύοντες μπροστά στην εθνική βούληση για την επιβολή ισχύος. Τούτη η επιβολή «μεταβλητών συμμαχιών» (κάτι που εφαρμόζει κατά κόρον η Τουρκία, με Ρωσία και ΗΠΑ ταυτόχρονα κλπ), αλλά και η περιφρόνηση των πολυμερών θεσμών, σε συνδυασμό με την αναποτελεσματικότητα του ΝΑΤΟ να επιβάλλει εσωτερική πειθαρχία στα μέλη της και τις διεκδικήσεις τους) ανάβουν το πράσινο φως για την Άγκυρα να κινηθεί δυνητικά με τον ίδιο τρόπο στη δική της περιφέρεια.
Η «δημιουργική» μετακένωση της κάθε έκνομης ενέργειας από τη Δυτική Όχθη στο Ορμούζ στην τουρκική στρατηγική της Γαλάζιας Πατρίδας
Η Τουρκία, υπό την ηγεσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με άγρυπνο μάτι παρακολουθεί κι αποτυπώνει συστηματικά τις διεθνείς αυτές ρωγμές στο νομικό οικοδόμημα κι έγκαιρα τις ενσωματώνει στη στρατηγική της. Η Άγκυρα αντελήφθη ότι το παράθυρο ευκαιρίας που ανοίγεται το 2026 επιτρέπει τη μετατροπή των διεκδικήσεών της από ρητορικές απειλές σε εσωτερική νομοθεσία και de facto επιχειρησιακή πραγματικότητα.

Έτσι, στα μέσα Μαΐου του 2026, το προσχέδιο νόμου που παρουσίασε η τουρκική κυβέρνηση για τις θαλάσσιες ζώνες της χώρας, σύμφωνα με πολλά διεθνή ΜΜΕ (Bloomberg, Al-Monitor, Janes), ο νόμος αυτός δεν αποτελεί μια απλή τεχνική ρύθμιση, αλλά την επίσημη κωδικοποίηση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Mavi Vatan) στο εσωτερικό δίκαιο της Τουρκίας. Με το προσχέδιο αυτό, που καλύπτει όλη τη θαλάσσια έκταση που την περιβάλλει, η Τουρκία μονομερώς καθορίζει τις ζώνες επιρροής της, διασφαλίζοντας την κυριαρχία της στη Μαύρη Θάλασσα, σύμφωνα με τις νέες ισορροπίες που διαμορφώνονται με το Ουκρανικό αφ’ ενός κι αφ’ ετέρου νομιμοποιεί το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, εξαφανίζοντας με την επέκταση στη νότιο Μεσόγειο των 12 μιλίων την επήρεια του συμπλέγματος του Καστελόριζου και της Κρήτης, ενώ στο Αιγαίο εγκλωβίζει την Ελλάδα στα 6 ναυτικά μίλια και επιβάλλει καθεστώς συγκυριαρχίας στον 25ο μεσημβρινό. Άλλωστε η δράση του Ισραήλ ενάντια στον στολίσκο, μέσα στα όρια παρέμβασης του ελληνικού και κυπριακού κράτους στα διεθνή ύδατα και κυρίως η «χλιαρή» διεθνής αντίδραση στις πειρατικές ενέργειες αυτές παρέχει ένα βολικό προηγούμενο στην Άγκυρα.
Η κίνηση τούτη αντιγράφει ευθέως τη στρατηγική του Ισραήλ: τη μετατροπή μιας αμφισβητούμενης διεθνούς διεκδίκησης σε εσωτερική νομοθετική δέσμευση. Με τη θεσμοθέτηση αυτού του νόμου, ο Ερντογάν μειώνει τα περιθώρια ελιγμών και συμβιβασμού για τις μελλοντικές τουρκικές κυβερνήσεις, μετατρέποντας τη «Γαλάζια Πατρίδα» σε μόνιμο πυλώνα, όχι απλά του διεθνούς της πολιτεύεσθαι, αλλά της ίδιας της κρατικής νομιμότητας.
Μάλιστα, η Τουρκία εκμεταλλεύεται στο έπακρο την επονείδιστη και διεθνώς κατακριτέα ισραηλινή νομοθεσία της «διπλής έννομης τάξης» στη Δυτική Όχθη. Βάσει αυτής η εφαρμογή του νόμου (και το διαπιστώσαμε στην εισαγωγή της θανατικής ποινής) διαφοροποιείται ανάλογα με την εθνικότητα του υποκειμένου (έποικος έναντι Παλαιστινίου). Μολονότι, σε πρώτη ματιά τα δύο πεδία δεν φαίνεται να συμπίπτουν, όταν όμως το σκεφτούμε διασταλτικά, η Τουρκία δημιουργικά εφαρμόζει μια παρόμοια «ασύμμετρη» λογική στο Δίκαιο της Θάλασσας, διαχωρίζοντας την επήρεια των ηπειρωτικών ακτών από την επήρεια των νησιωτικών εδαφών.
Η Άγκυρα ισχυρίζεται ότι τα ελληνικά νησιά που βρίσκονται κοντά στις τουρκικές ακτές (όπως η Λέσβος, η Χίος, η Σάμος, η Ρόδος και κυρίως το Καστελόριζο) δεν δικαιούνται υφαλοκρηπίδα ή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), παρά μόνο χωρικά ύδατα 6 ναυτικών μιλίων. Σύμφωνα με το τουρκικό σκεπτικό, τα νησιά αυτά «κάθονται» πάνω στην «ανατομική προέκταση» της υφαλοκρηπίδας της Ανατολίας.
Αυτό το γεγονός δικαιολογεί μία de facto «διπλή έννομη τάξη» και στις θαλάσσιες ζώνες: οι ηπειρωτικές ακτές της Τουρκίας απολαμβάνουν το πλήρες φάσμα των δικαιωμάτων της UNCLOS (αγκαλά και η Τουρκία δεν την έχει συνυπογράψει), ενώ τα νησιωτικά εδάφη της Ελλάδας αντιμετωπίζονται ως «ειδικές περιστάσεις» με μειωμένα ή εκμηδενισμένα κυριαρχικά δικαιώματα.
Η Τουρκία εργαλειοποιεί το ισραηλινό προηγούμενο της επιβολής εσωτερικών διοικητικών αλλαγών και τον ανερυθρίαστο χαρακτηρισμό των παλαιστινιακών εκτάσεων στη Δυτική Όχθη -ένα αναγνωρισμένο ανεξάρτητο κράτος-σε «κρατική γη» για να δικαιολογήσει τη δική της άρνηση να αναγνωρίσει τα διεθνώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των νησιών, υποστηρίζοντας ότι η γεωγραφική εγγύτητα υπερέχει του γραπτού διεθνούς δικαίου.
Με βάση αυτή τη διάταξη, η Κρατική Εταιρεία Πετρελαίου της Τουρκίας (TPAO) εξουσιοδοτείται να διεξάγει έρευνες και γεωτρήσεις σε περιοχές που επικαλύπτουν την ελληνική και κυπριακή υφαλοκρηπίδα. Αν η Ελλάδα ή η Κύπρος επιχειρήσουν να ασκήσουν τα δικά τους δικαιώματα (π.χ. μέσω του ερευνητικού προγράμματος EastMed ή πλωτών γεωτρύπανων), η Άγκυρα τις αντιμετωπίζει ως «παραβάτες» της δικής της εσωτερικής νομοθεσίας, ακριβώς όπως η ισραηλινή Πολιτική Διοίκηση χαρακτηρίζει «παράνομα» τα κτίσματα των Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη. Μπορεί μεν επιφανειακά η Τουρκία να ισχυρίζεται πως η νέα νομοθεσία αφορά αποκλειστικά τη ρύθμιση των ΑΟΖ και των θαλάσσιων ζωνών της, όμως η ισραηλινή πρακτική έχει αποδείξει πως μπορεί κάλλιστα να λάβει διασταλτικό χαρακτήρα, μη δεσμευτικό απέναντι στο διεθνές δίκαιο.
Η δομική αναλογία των στρατηγικών Τουρκίας και Ισραήλ
Η σύγκλιση ανάμεσα στην ισραηλινή πρακτική στη Δυτική Όχθη και την τουρκική στρατηγική στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι επιφανειακή· βασίζεται σε κοινές μεθοδολογικές αρχές επιβολής αναθεωρητικών στόχων για εν τοις πράγμασιν ακύρωση διεθνών συμφωνιών μέσα από διοικητικές και νομοθετικές μεταβολές και τη δημιουργία τετελεσμένων στη θάλασσα.
Το Ισραήλ ακυρώνει στην πράξη τις Συμφωνίες του Όσλο, επεκτείνοντας τη δικαιοδοσία των κατεδαφίσεων στις Ζώνες Α’ και Β’ και μεταφέροντας τη διοίκηση από τον στρατό σε πολιτικούς φορείς, εφαρμόζοντας τον ναυτικό αποκλεισμό στη Γάζα, επεκτείνοντάς τον μάλιστα και σε διεθνή ύδατα, ασκώντας πειρατικές πρακτικές εναντίον μη πολεμικών σκαφών. Παρόμοια η Τουρκία ακυρώνει τη Συνθήκη της Λωζάνης και τη Συνθήκη των Παρισίων, ισχυριζόμενη ότι η Ελλάδα έχει απωλέσει την κυριαρχία των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου λόγω της υποτιθέμενης «στρατιωτικοποίησής» τους, ενώ παράλληλα εισάγει τον Νόμο περί Θαλασσίων Ζωνών για να επανακαθορίσει μονομερώς τα σύνορα.

Όπως το Ισραήλ ενθαρρύνει τη δημιουργία νέων «φυλακίων» σε κυρίαρχες περιοχές άλλου κράτους -καταγράφοντας αριθμό ρεκόρ 84 νέων φυλακίων το 2025-2026- τα οποία στη συνέχεια νομιμοποιούνται αναδρομικά από τη δική του διοίκηση, έτσι κι η Τουρκία στέλνει ερευνητικά σκάφη (σεισμογραφικά και πλωτά γεωτρύπανα), συνοδευόμενα από πολεμικά πλοία σε αμφισβητούμενες περιοχές, προκειμένου να δημιουργήσει ιστορικό de facto οικονομικής δραστηριότητας, το οποίο στη συνέχεια θα χρησιμοποιήσει ως διαπραγματευτικό χαρτί σε μια μελλοντική οριοθέτηση.
Επιπλέον, το Ισραήλ ανέχεται ή χρησιμοποιεί την αυξανόμενη βία και τρομοκρατία που ασκούν επί των Παλαιστινίων οι έποικοι στη Δυτική Όχθη (πάνω των 1.800 επιθέσεων το 2025 σύμφωνα με τον ΟΗΕ) ως εργαλείο εξαναγκασμού των Παλαιστινίων σε αποχώρηση από τη Ζώνη Γ’. Με τον ίδιο τρόπο η Τουρκία χρησιμοποιεί την τακτική των συνεχών υπερπτήσεων, των παραβιάσεων και των παρενοχλήσεων από το λιμενικό της σώμα (π.χ. στο Αιγαίο, την Κάρπαθο) για να εμπεδώσει στους κατοίκους των ελληνικών νησιών και στη διεθνή κοινότητα την αίσθηση ότι η περιοχή αποτελεί «γκρίζα ζώνη» υψηλού κινδύνου.
Η Τουρκία, όπως και το Ισραήλ, εργαλειοποιεί την αδυναμία της διεθνούς κοινότητας να επιβάλει τους οικουμενικούς κανονισμούς κι αρχές, αρνούμενη να προσφύγει στη Χάγη για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με την Ελλάδα, εκτός εάν η ατζέντα για την προσφυγή περιλαμβάνει το σύνολο των μονομερών διεκδικήσεών της (αποστρατιωτικοποίηση, γκρίζες ζώνες, εύρος εναέριου χώρου).
Η στρατηγική της Τουρκίας το 2026 αποτελεί ένα υποδειγματικό μάθημα γεωπολιτικής μετακένωσης και εργαλειοποίησης των διεθνών προηγούμενων. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να εφεύρει νέες μεθόδους για να ανατρέψει το status quo στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο: αρκεί να αντιγράψει τη νομοθετική πρακτική του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη και την επιχειρησιακή αυθαιρεσία των ΗΠΑ. Κι η Ελλάδα έχει εμμέσως συναινέσει στην εφαρμογή των νομικών και πρακτικών προηγουμένων αυτών, ευθυγραμμιζόμενη ή μη καταδικάζοντας τες. Και κινδυνεύει να ξυπνήσει προ τετελεσμένων.











































