Άρθρα Κοινωνία Υγεία

“Η εποχή της αγυρτείας: όταν η ανθρώπινη αδυναμία γίνεται εμπόρευμα” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης

Υπάρχουν θάνατοι που αφήνουν πίσω τους σιωπή. Και υπάρχουν θάνατοι που, μέσα στη σιωπή τους, γεννούν ερωτήματα. Όχι επειδή ο νεκρός πρέπει να καθίσει σε κάποιο μεταθανάτιο εδώλιο ούτε επειδή έχουμε δικαίωμα να κατασκευάζουμε εκ των υστέρων κίνητρα, ευθύνες και βεβαιότητες για πράγματα που δεν γνωρίζουμε

Ο θάνατος ενός ανθρώπου απαιτεί πρώτα απ’ όλα σεβασμό. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να γίνει ένας βίαιος καθρέφτης στραμμένος προς τους ζωντανούς. Και τότε, αν αντέξουμε να κοιτάξουμε μέσα του, ίσως να μη δούμε μόνο εκείνον που έφυγε. Ίσως δούμε εμάς. Τους φόβους μας. Τις επιθυμίες μας. Τη ματαιοδοξία μας. Την ανάγκη μας να πιστέψουμε. Τη δυσκολία μας να αποδεχθούμε τα ανθρώπινα όρια. Και γύρω από όλα αυτά, ένα ολόκληρο οικοσύστημα ανθρώπων που έχουν μάθει να μετατρέπουν την ευαλωτότητα και την ανάγκη σε προϊόν.

Γιατί η αγυρτεία δεν πέθανε όταν γεννήθηκε η επιστήμη. Απλώς άλλαξε ρούχα. Δεν εξαφανίστηκε όταν αποκτήσαμε πανεπιστήμια, εργαστήρια, διαδίκτυο και άμεση πρόσβαση σε περισσότερο πληροφοριακό υλικό από όσο θα μπορούσε να καταναλώσει ένας άνθρωπος σε ολόκληρη τη ζωή του. Προσαρμόστηκε. Εκσυγχρονίστηκε. Έμαθε marketing, branding, storytelling, κοινωνική ψυχολογία της πειθούς και έγινε μετρ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο παλιός κομπογιαννίτης κρατούσε ένα μπουκαλάκι με θαυματουργό ελιξίριο. Το νερό του Καματερού έρρεε άφθονο. Ο σύγχρονος επιτήδειος μπορεί να διαθέτει πολυτελές γραφείο, εντυπωσιακή ιστοσελίδα, χιλιάδες ακολούθους, επιστημονικοφανές λεξιλόγιο και μια ολόκληρη σκηνοθεσία κύρους. Και συχνά εικόνες του Ιησού, της μητρός αυτού και όλων των αγίων σε περίοπτη θέση. Μπορεί να πουλά «αποτοξίνωση», «βλαστικοκυτταρική αναζωογόνηση», «βελτιστοποίηση», «ενεργοποίηση», «ολιστική μεταμόρφωση», «μυστικές τεχνικές» ή «πρωτοποριακές μεθόδους αντιγήρανσης και μακροβιότητας». Οι λέξεις αλλάζουν. Η βασική υπόσχεση παραμένει: εγώ γνωρίζω κάτι που οι άλλοι δε γνωρίζουν και μπορώ να σου προσφέρω αυτό που οι άλλοι δεν μπορούν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε νέα, μη συμβατική ή πειραματική προσέγγιση είναι αγυρτεία. Η επιστήμη προχωρά ακριβώς επειδή αμφισβητεί, ερευνά, πειραματίζεται και αναθεωρεί. Η διαχωριστική γραμμή βρίσκεται αλλού: στην ποιότητα των αποδείξεων, στη διαφάνεια, στον έλεγχο, στην αναλογικότητα μεταξύ δεδομένων και ισχυρισμών και στην προθυμία εκείνου που προτείνει μια μέθοδο να αποδεχθεί ακόμη και τη διάψευσή της. Στον χώρο της υγείας, οι σοβαρές αρχές προστασίας του καταναλωτή απαιτούν οι αντικειμενικοί ισχυρισμοί για οφέλη και ασφάλεια να στηρίζονται σε επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση· οι ενθουσιώδεις μαρτυρίες πελατών δεν υποκαθιστούν την απόδειξη.

Και όμως, η προσωπική ιστορία συχνά μας συγκινεί περισσότερο από τα δεδομένα: «Το έκανα και σώθηκα». «Πήγα εκεί και άλλαξε η ζωή μου». «Το δοκίμασε ο τάδε διάσημος». Μια μαρτυρία έχει πρόσωπο, συναίσθημα, αρχή, περιπέτεια και λύτρωση. Μια επιστημονική μελέτη έχει πιθανότητες, μεθοδολογία, περιορισμούς και υποσημειώσεις. Η πρώτη μάς αφηγείται έναν κόσμο που καταλαβαίνουμε. Η δεύτερη μας ζητά να ανεχθούμε την αβεβαιότητα. Και ο άνθρωπος, ιδίως όταν φοβάται, δεν αναζητά πάντοτε την ακριβέστερη απάντηση. Αναζητά  την πιο ανακουφιστική. Ψάχνει μια βεβαιότητα για να «πιαστεί».

Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγάλα παράδοξα της εποχής της υπερπληροφορίας: πληροφορία δεν σημαίνει γνώση και γνώση δεν σημαίνει κρίση. Μπορεί κανείς να διαβάζει όλη την ημέρα και να μην έχει μάθει να αξιολογεί αυτό που διαβάζει. Μπορεί να διαθέτει πτυχία και να παραμένει ευάλωτος στην αυθεντία. Μπορεί να χειρίζεται την τελευταία λέξη της τεχνολογίας και να μην μπορεί να ξεχωρίσει τη συσχέτιση από την αιτιότητα, την υπόθεση από την απόδειξη, τον πραγματικό εγνωσμένο ειδικό από εκείνον που αυτοανακηρύχθηκε ειδικός. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει χρησιμοποιήσει τον όρο «infodemic» για την υπερπληθώρα πληροφοριών — ανάμεσά τους ψευδείς ή παραπλανητικές — που δυσκολεύει την εύρεση αξιόπιστης καθοδήγησης και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε επικίνδυνες αποφάσεις για την υγεία.

Αυτός είναι ίσως ένας από τους πιο επικίνδυνους λειτουργικούς αναλφαβητισμούς της εποχής μας: όχι να μην μπορείς να διαβάσεις, αλλά να μην μπορείς να αξιολογήσεις αυτό που διάβασες. Και δίπλα του στέκεται η πνευματική οκνηρία. Η σκέψη κουράζει. Η αμφιβολία κουράζει. Η δεύτερη γνώμη απαιτεί χρόνο. Η μελέτη των δεδομένων απαιτεί προσπάθεια. Ακόμη και η απλή παραδοχή «δεν ξέρω» μπορεί να πληγώνει τη ματαιοδοξία μας. Η βεβαιότητα, αντίθετα, ανακουφίζει. Γι’ αυτό η αγυρτεία δεν πουλά απλώς ψέμματα. Πουλά απαλλαγή από τον κόπο της αμφιβολίας.

Η επιστήμη, όταν λειτουργεί σωστά, έχει κάτι που την κάνει επικοινωνιακά μειονεκτική: είναι υποχρεωμένη να αναγνωρίζει τα όριά της. Λέει «τα δεδομένα μέχρι στιγμής δείχνουν», «υπάρχουν ενδείξεις», «χρειάζεται περισσότερη έρευνα», «δεν γνωρίζουμε ακόμη». Ο αγύρτης δεν έχει τέτοιες αναστολές. Λέει «γνωρίζω». Και ανάμεσα στον επιστήμονα που προσφέρει μια έντιμη αβεβαιότητα και στον επιτήδειο που προσφέρει μια γοητευτική βεβαιότητα, ο φοβισμένος άνθρωπος θα επιλέξει τον δεύτερο. Όχι επειδή είναι αναγκαστικά ανόητος. Αλλά επειδή είναι ευάλωτος και ανασφαλής.

Μερικές φορές μάλιστα ο επιτήδειος δεν χρειάζεται να ανακαλύψει τίποτε. Αρκεί να ιδιοποιηθεί το αυτονόητο. Μια γυναίκα, για παράδειγμα, είπε, στη γνωστή πλέον επιτήδεια και προσφάτως προφυλακισθείσα γιατρό άνευ ειδικότητας, ότι επί δώδεκα χρόνια δεν είχε ερωτική επαφή με τον σύζυγό της. Η συμβουλή που δέχθηκε είναι περίπου: «Τον ρωτήσατε ποτέ γιατί;». Δεν τον είχε ρωτήσει. Συζητούν και κάτι αλλάζει στη σχέση τους. Και ξαφνικά η στοιχειώδης προτροπή για επικοινωνία μπορεί να βιωθεί σαν απόδειξη εξαιρετικής διορατικότητας και επιστημονικής αξιοσύνης: «Πώς το σκεφτήκατε;». Το παράδειγμα είναι σχεδόν κωμικό, ο μηχανισμός όμως όχι. Η αγυρτεία δεν χρειάζεται πάντοτε να εφεύρει το παράλογο. Μερικές φορές αρκεί να πάρει την κοινή λογική, να της δώσει όνομα, μέθοδο, συσκευασία και τιμή. Η ακρόαση γίνεται τεχνική. Η κοινοτοπία γίνεται αποκάλυψη. Και το αυτονόητο, όταν περιβληθεί με αρκετό κύρος, επιστρέφει στον άνθρωπο ως σοφία που πρέπει να αγοράσει.

Θα ήταν όμως άδικο να εξηγήσουμε την εξαπάτηση μόνο με την αφέλεια. Η ευαλωτότητα δεν είναι πάντοτε πάγιο χαρακτηριστικό του ανθρώπου· είναι συχνά κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Ένας ψύχραιμος και ορθολογικός άνθρωπος μπορεί να γίνει εξαιρετικά ευάλωτος μπροστά σε μια δύσκολη διάγνωση, στην απώλεια, στον φόβο, στη μοναξιά, στον οικονομικό πανικό ή στην απελπισία. Η κρίση μας δεν λειτουργεί σε εργαστηριακές συνθήκες. Λειτουργεί μέσα στη ζωή. Και όταν αυτό που διακυβεύεται είναι πολύτιμο, εμφανίζεται μια από τις ισχυρότερες φράσεις στην ιστορία της ανθρώπινης ευπιστίας: «Κι αν όμως είναι αλήθεια;»

Εδώ ο αγύρτης αποκτά ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι έχει δίκιο. Μερικές φορές αρκεί να δημιουργήσει στον άλλον τον φόβο ότι μπορεί να κάνει το μοιραίο λάθος αν δεν τον πιστέψει. «Κι αν αυτή είναι η θεραπεία που θα σε σώσει;» «Κι αν οι άλλοι δεν την ξέρουν;» «Κι αν το σύστημα δεν θέλει να τη μάθεις;» Όσο μεγαλώνει το διακύβευμα τόσο αλλάζει και η ψυχολογική σχέση μεταξύ ελπίδας και απόδειξης. Η ελπίδα αποκτά βάρος που κανονικά θα έπρεπε να έχει η τεκμηρίωση.

Σ’ αυτό βοηθούν και οι γνωστικές μας μεροληψίες. Η μεροληψία επιβεβαίωσης μάς ωθεί να προσέχουμε και να αποδεχόμαστε ευκολότερα πληροφορίες που συμφωνούν με όσα ήδη πιστεύουμε, απορρίπτοντας ευκολότερα όσα μας διαψεύδουν — ένας μηχανισμός που έχει μελετηθεί και στο πλαίσιο της αποδοχής ψευδών πληροφοριών.  Δίπλα της λειτουργεί η έλξη της αυθεντίας, το κύρος της εμφάνισης και το φαινόμενο της άλω: η επιτυχία, η γοητεία, η διασημότητα ή η πραγματική ικανότητα κάποιου σε έναν τομέα μπορούν να μας κάνουν να του αποδώσουμε ικανότητα και αξιοπιστία και σε έναν άλλον, στον οποίο δε διαθέτει αντίστοιχη γνώση.

Έπειτα έρχεται η κοινωνική απόδειξη: «Πηγαίνουν διάσημοι». «Το κάνουν πλούσιοι». «Έχει μισό εκατομμύριο followers». «Υπάρχουν εκατοντάδες θετικές μαρτυρίες». Η δημοφιλία αρχίζει να μεταμφιέζεται σε εγκυρότητα. Αλλά η αλήθεια δεν αποφασίζεται με ψηφοφορία και η επιστημονική τεκμηρίωση δεν μετριέται με ακολούθους. Ακόμη και οι επίσημες οδηγίες αξιολόγησης πληροφοριών υγείας στα κοινωνικά δίκτυα επιμένουν ακριβώς στον έλεγχο της πραγματικής πηγής, της ειδίκευσης και των επιστημονικών δεδομένων πίσω από έναν ισχυρισμό.

Ο ψηφιακός κόσμος κάνει το πρόβλημα ακόμη πιο σύνθετο. Η πληροφορία ταξιδεύει με ταχύτητα που κανένας παλαιός αγύρτης δεν θα μπορούσε να ονειρευτεί. Η αυξανόμενη ψηφιοποίηση και τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να επιταχύνουν τόσο τη διάδοση χρήσιμων πληροφοριών όσο και την ενίσχυση επιβλαβών μηνυμάτων.  Και η υπερπληροφόρηση έχει ένα παράδοξο αποτέλεσμα: δεν μας κάνει πάντοτε περισσότερο ενημερωμένους. Μερικές φορές μας κάνει απλώς περισσότερο κουρασμένους. Όταν είκοσι φωνές λένε είκοσι διαφορετικά πράγματα, ο εξαντλημένος νους μπορεί να μην επιλέξει την καλύτερα τεκμηριωμένη. Μπορεί να επιλέξει εκείνη που μιλά πιο απλά, πιο δυνατά και με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Υπάρχει επίσης η τεχνική επίκλησης της τεχνητής σπανιότητας: «μόνο δέκα θέσεις», «μόνο εδώ», «μόνο για λίγους», «μια μέθοδος στην οποία δεν έχουν πρόσβαση οι πολλοί». Ο φόβος ότι θα χάσουμε μια μοναδική ευκαιρία περιορίζει τον χρόνο της σκέψης ακριβώς τη στιγμή που θα έπρεπε να τον αυξάνει. Και αφού κάποιος επενδύσει χρήμα, χρόνο, κύρος και ελπίδα, εμφανίζεται μια δεύτερη παγίδα: γίνεται ψυχολογικά δυσκολότερο να παραδεχθεί ότι έκανε λάθος. Όσο περισσότερα έχει δώσει τόσο περισσότερο μπορεί να θέλει να πιστέψει ότι άξιζε να τα δώσει. Ιδίως για έναν άνθρωπο που θεωρεί τον εαυτό του έξυπνο, μορφωμένο ή επιτυχημένο, η φράση «με εξαπάτησαν» μπορεί να είναι οδυνηρή. Έτσι, κάποιες φορές, υπερασπιζόμαστε εκείνον που μας εξαπάτησε επειδή στην πραγματικότητα υπερασπιζόμαστε την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας ότι δεν μπορεί να πέσει ποτέ θύμα απάτης και την άρνηση να τον κηρύξουμε σφάλλοντα ως προς την ορθότητα της κρίσης μας.

Και κάπου εδώ συναντούμε τη ματαιοδοξία. Όχι μόνο με την κοινή έννοια της φιλαρέσκειας. Υπάρχει μια βαθύτερη ματαιοδοξία: η δυσκολία να δεχθεί ο άνθρωπος ότι δεν αποτελεί εξαίρεση. Ότι το σώμα του υπακούει στους ίδιους νόμους με τα σώματα των άλλων. Ότι ο χρόνος θα περάσει και από πάνω του. Ότι θα αλλάξει, θα κουραστεί, θα αποδυναμωθεί. Ότι το χρήμα, η ομορφιά, η κοινωνική επιτυχία και η αναγνωρισιμότητα δεν εξασφαλίζουν ειδική αιώνια συμφωνία με την φυσική νομοτέλεια της φθοράς. Η ματαιοδοξία δε λέει μόνο «θέλω να είμαι νέος και όμορφος ». Μπορεί να ψιθυρίζει κάτι βαθύτερο: «Δεν μπορεί να ισχύει για μένα ακριβώς ό,τι ισχύει για όλους».

Και πίσω ακόμη κι από αυτήν υπάρχει μια πολύ αρχαιότερη αγωνία: η μεταφυσική επιθυμία υπέρβασης της θνητότητας. Ο άνθρωπος είναι ένα ον που γνωρίζει ότι θα πεθάνει και παρ’ όλα αυτά δυσκολεύεται να συλλάβει τη δική του ανυπαρξία. Από τις αρχαίες αφηγήσεις αναζήτησης της αθανασίας έως τα ελιξίρια της νεότητας και τις σύγχρονες φιλοδοξίες ριζικής παράτασης της ζωής, αλλάζουν οι τεχνικές και οι λέξεις, όχι όμως αναγκαστικά το βαθύτερο ερώτημα: «Μπορώ να ξεφύγω;»

Η σύγχρονη ψυχολογία έχει μάλιστα επιχειρήσει να θεωρητικοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο η επίγνωση της αναπόφευκτης θνητότητας επηρεάζει τις πεποιθήσεις, την αυτοεκτίμηση και την ανάγκη του ανθρώπου να στηρίζεται σε κοσμοθεωρίες που προσδίδουν νόημα στην ύπαρξή του, χαρακτηριστικά μέσω της λεγόμενης Θεωρίας Διαχείρισης Τρόμου(Terror Management Theory). Η θεωρία αυτή δεν εξηγεί μόνη της ολόκληρη την ανθρώπινη συμπεριφορά ούτε χρειάζεται να την αποδεχθούμε ως καθολική ερμηνεία για να αναγνωρίσουμε το βαθύτερο φιλοσοφικό γεγονός: ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει τον θάνατο μόνο ως βιολογικό συμβάν. Τον αντιμετωπίζει ως υπαρξιακό σκάνδαλο.

Και ακριβώς επειδή η επιθυμία να νικήσουμε τη φθορά είναι τόσο παλιά, μπορεί να γίνει ένα από τα ακριβότερα εμπορεύματα. Ο αγύρτης δεν πουλά πλέον απλώς μια θεραπεία. Πουλά μια μικρή αλλά πανάκριβη υπόσχεση υπέρβασης της ανθρώπινης μοίρας. Πουλά την ελπίδα της εξαίρεσης: «Όχι ακόμη». «Υπάρχει τρόπος». «Για σένα μπορεί να είναι διαφορετικά».

Εδώ εμφανίζεται το παράδοξο του πλούτου. Το χρήμα πράγματι μπορεί να αγοράσει καλύτερη πρόσβαση στην υγεία: καλύτερους γιατρούς, περισσότερες και διεξοδικές εξετάσεις, χρόνο, πρόληψη, φροντίδα, καλύτερες συνθήκες ζωής. Το επικίνδυνο νοητικό άλμα αρχίζει όταν η πραγματική αυτή προνομιακή πρόσβαση στην περίθαλψη μετατρέπεται σε φαντασίωση προνομιακής σχέσης με την ίδια τη βιολογία και τη φύση. Ο πλούτος συνηθίζει τον άνθρωπο σε μια εμπειρία: τα εμπόδια υποχωρούν. Δεν υπάρχει θέση; βρίσκεται. Δεν υπάρχει χρόνος; αγοράζεται. Δεν υπάρχει πρόσβαση; εξασφαλίζεται. Δεν υπάρχει κάτι για όλους; αναζητείται κάτι αποκλειστικό. Και κάποτε αυτή η εμπειρία μπορεί να γεννήσει την επικίνδυνη σκέψη: «Για μένα υπάρχει τρόπος».

Εκεί ο επιτήδειος βρίσκει ένα εξαιρετικό προϊόν να πουλήσει: όχι απλώς θεραπεία, αλλά προνόμιο. «Αυτό δεν είναι για όλους». «Ελάχιστοι γνωρίζουν τη μέθοδο». «Εσείς μπορείτε να έχετε πρόσβαση». Το προϊόν δεν είναι πλέον μόνο μια υπηρεσία. Είναι η αίσθηση της εξαίρεσης. Μόνο που το σώμα δεν γνωρίζει VIP. Η ασθένεια δεν διαβάζει τραπεζικούς λογαριασμούς. Η φθορά δεν εντυπωσιάζεται από κοινωνικό κύρος. Και ο θάνατος παραμένει, με μια σκοτεινή έννοια, ο τελευταίος μεγάλος εξισωτής και δημοκράτης που δεν εξαγοράζεται και δεν κάνει διακρίσεις.

Εδώ προκύπτει και μια παράδοξη αντιστροφή. Η οικονομική στέρηση γενικά δεν προστατεύει την υγεία — κάθε άλλο. Σε συγκεκριμένες όμως περιπτώσεις μπορεί να λειτουργήσει ακούσια ως πρακτικό ανάχωμα απέναντι σε πανάκριβες μορφές αγυρτείας. Εκείνος που δεν διαθέτει τα χρήματα δεν μπορεί να αγοράσει ούτε την πραγματικά προνομιακή φροντίδα ούτε όμως και την πολυτελή ψευδαίσθηση της προνομιακής θεραπείας. Ο εύπορος έχει πρόσβαση και στα δύο. Το χρήμα ανοίγει την πόρτα της καλύτερης επιστήμης, αλλά μπορεί να ανοίξει και την πόρτα της ακριβότερης ψευδοεπιστήμης και μέσω αυτής του θανάτου. Ο οικονομικά αδύναμος βέβαια δεν μένει προστατευμένος: απλώς μπορεί να στοχοποιηθεί από διαφορετικό προϊόν — το «σίγουρο κέρδος», τη γρήγορη οικονομική σωτηρία, τη φθηνή θαυματουργή λύση. Η αγυρτεία είναι κοινωνικά και ταξικά ευέλικτη. Ανακαλύπτει όχι μόνο τι επιθυμεί ο καθένας, αλλά και πόσα μπορεί να πληρώσει για την επιθυμία του.

Ο επιτήδειος γνωρίζει επίσης ότι πριν πουλήσει το προϊόν πρέπει συχνά να «πουλήσει» τον εαυτό του. Κατασκευάζει λοιπόν μια περσόνα. Επιστημονική, κοινωνική, ηθική, ακόμη και πνευματική. Και εδώ μπορεί να εργαλειοποιηθεί ένας από τους πιο ευαίσθητους χώρους της ανθρώπινης ύπαρξης: το θρησκευτικό συναίσθημα. Η πίστη, η ανάγκη νοήματος, η ελπίδα μέσα στην ασθένεια και η αγωνία μπροστά στον θάνατο είναι βαθιές ανθρώπινες εμπειρίες. Ακριβώς γι’ αυτό μπορούν να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Το πρόβλημα ασφαλώς δεν είναι μια εικόνα ή ένας σταυρός στο ιατρείο ενός ανθρώπου ούτε η ειλικρινής θρησκευτικότητά του. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το θρησκευτικό σύμβολο ή η επιδεικτική ευσέβεια χρησιμοποιούνται ως άτυπο πιστοποιητικό αξιοπιστίας. «Είναι άνθρωπος της πίστης, άρα είναι καλός άνθρωπος. Αφού είναι καλός άνθρωπος, δεν θα με εξαπατήσει. Αφού δεν θα με εξαπατήσει, όσα μου λέει πρέπει να είναι αληθινά». Αλλά κανένα από αυτά τα συμπεράσματα δεν αποδεικνύει το επόμενο. Η πίστη δεν αποτελεί επιστημονικό τεκμήριο και η θρησκευτικότητα δεν αποτελεί επαγγελματική πιστοποίηση. Το πρόβλημα δεν είναι το ιερό. Είναι η στιγμή κατά την οποία το ιερό χρησιμοποιείται για να αφοπλιστεί η κριτική σκέψη.

Και εδώ αποκαλύπτεται ίσως ένα από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του πραγματικά ικανού αγύρτη: δεν έχει αναγκαστικά μία ιδεολογία. Έχει ακροατήριο. Στον άνθρωπο που εμπιστεύεται την επιστήμη πουλά επιστημονικοφάνεια. Στον εύπορο προνομιακή αποκλειστικότητα. Στον ματαιόδοξο αναζωογόνηση. Στον απελπισμένο ελπίδα. Στον φοβισμένο βεβαιότητα. Στον θρησκευόμενο μπορεί να πουλήσει επίκληση του ιερού. Ο αγύρτης δεν χρειάζεται να κατασκευάσει την ανθρώπινη αδυναμία. Αρκεί να την εντοπίσει, να μάθει τη γλώσσα της και ύστερα να την τιμολογήσει.

Υπάρχει μάλιστα ένας ακόμη ευφυής μηχανισμός αυτοπροστασίας. Όταν η μέθοδος «πετυχαίνει», η επιτυχία πιστώνεται στον γκουρού. Όταν αποτυγχάνει, η αποτυχία μεταφέρεται στον πελάτη: «δεν πίστεψες αρκετά», «δεν ακολούθησες σωστά τη διαδικασία», «δεν ήσουν έτοιμος». Έτσι δημιουργείται ένα σύστημα που σχεδόν δεν μπορεί να διαψευστεί. Η επιτυχία το επιβεβαιώνει και η αποτυχία επίσης. Πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο του επιστημονικού ήθους, όπου μια υπόθεση οφείλει να παραμένει ανοιχτή στον έλεγχο και ενδεχομένως στη διάψευση.

Και ύστερα υπάρχει το κράτος. Είναι πολύ εύκολο να κουνάμε το δάχτυλο στον εξαπατημένο πολίτη και να του λέμε «έπρεπε να προσέξεις». Βεβαίως έπρεπε. Η ατομική ευθύνη όμως δεν εξαφανίζει τη θεσμική. Όταν κάποιος μπορεί να εμφανίζεται ως αυθεντία, να χρησιμοποιεί παραπλανητικούς ή ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, να εμπορεύεται ελπίδα και να αποκομίζει οικονομικό όφελος, τα ερωτήματα δεν είναι μόνο «ποιος τον πίστεψε;» και «γιατί;». Είναι επίσης: ποιος τον αδειοδότησε; ποιος τον ελέγχει; Ποιος πιστοποιεί; Ποιος εξετάζει τις καταγγελίες; Ποιος προστατεύει τον καταναλωτή/πελάτη/ασθενή; Ποιος ελέγχει την παραπλανητική διαφήμιση; Πόσο γρήγορα επεμβαίνει; Και πόσο αποτρεπτική είναι η κύρωση;

Δεν πρόκειται για θεωρητικό πρόβλημα. Ρυθμιστικές αρχές έχουν αναπτύξει ειδικά πλαίσια για παραπλανητικούς ισχυρισμούς υγείας ακριβώς επειδή το φαινόμενο είναι πραγματικό και επαναλαμβανόμενο. Η αμερικανική FTC, για παράδειγμα, αναφέρει εκατοντάδες υποθέσεις που έχει χειριστεί σχετικά με ψευδείς ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς για προϊόντα και υπηρεσίες υγείας και απαιτεί επιστημονική τεκμηρίωση για σχετικούς αντικειμενικούς ισχυρισμούς. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ) από διαφορετική θεσμική σκοπιά, αντιμετωπίζει πλέον τη διαχείριση ψευδών πληροφοριών υγείας ως οργανωμένο πεδίο δημόσιας υγείας, με διαδικασίες εντοπισμού, επαλήθευσης, αξιολόγησης κινδύνου και απόκρισης.

Η ατιμωρησία έχει μάλιστα μια παράξενη παιδευτική δύναμη: διδάσκει το λάθος μάθημα. Αν ο επιτήδειος διαπιστώνει ότι το πιθανό κέρδος είναι τεράστιο και το ενδεχόμενο ουσιαστικής κύρωσης αμελητέο, η αγυρτεία μπορεί να μετατραπεί από περιστασιακό τέχνασμα σε επιχειρηματικό μοντέλο. Και αν ο πολίτης βλέπει κάποιον να δρα επί χρόνια ανενόχλητος, μπορεί να οδηγηθεί σε έναν επικίνδυνο αλλά κατανοητό συλλογισμό: «Αν υπήρχε πρόβλημα, δεν θα τον είχαν σταματήσει;». Έτσι η θεσμική αδράνεια μπορεί άθελά της να παράγει το κύρος που θα έπρεπε να ελέγχει.

Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων. Εδώ όμως απαιτείται η ίδια πειθαρχία που απαιτούμε από όλους: αποδείξεις. Δεν μπορούμε να βαφτίζουμε κάθε αδράνεια «συνενοχή» ούτε κάθε οικονομική σχέση διαφθορά. Διαφορετικά θα χρησιμοποιούσαμε εμείς την ίδια συνωμοσιολογική λογική που καταγγέλλουμε. Όπου όμως υπάρχουν τεκμηριωμένες σχέσεις συμφέροντος, αδικαιολόγητη ανοχή, παραλείψεις ελέγχου ή ανεπαρκής επιβολή κανόνων, η διερεύνηση αποτελεί υποχρέωση του κράτους. Η ευθύνη του πολίτη να σκέφτεται δεν απαλλάσσει την πολιτεία από την ευθύνη να προστατεύει.

Και η ευθύνη δεν σταματά στο κράτος. Αφορά επαγγελματικούς συλλόγους, επιστημονικές ενώσεις, πανεπιστήμια, ΜΜΕ και ψηφιακές πλατφόρμες. Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι η αξιοπιστία των πηγών υγείας στα κοινωνικά δίκτυα είναι κρίσιμη για τις αποφάσεις που λαμβάνουν καθημερινά οι άνθρωποι και αναγνωρίζει ευθύνη των τεχνολογικών πλατφορμών ως προς την πρόσβαση σε αξιόπιστη, επιστημονικά θεμελιωμένη πληροφορία.  Δεν αρκεί λοιπόν να εκπαιδεύσουμε τον πολίτη να κολυμπά καλύτερα. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε και ποιος μολύνει το νερό.

Υπάρχει όμως και μια ευθύνη των ίδιων των σοβαρών θεσμών που σπανίως συζητούμε. Ο αγύρτης δεν κερδίζει πάντοτε επειδή προσφέρει καλύτερη θεραπεία. Μερικές φορές κερδίζει επειδή προσφέρει καλύτερη εμπειρία. Ακούει. Δίνει χρόνο. Προσφέρει νόημα. Εκεί όπου ένας εξαντλημένος επαγγελματίας λέει μέσα σε λίγα λεπτά «δεν γνωρίζουμε», ο επιτήδειος μπορεί να αφιερώσει μία ώρα για να πει «εγώ σε καταλαβαίνω και ξέρω τι σου συμβαίνει». Η εξήγηση μπορεί να είναι ψευδής. Η εμπειρία όμως ότι κάποιος σε άκουσε είναι πραγματική. Αν λοιπόν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε την αγυρτεία, δεν αρκεί η επιστήμη να είναι αληθινή. Πρέπει και οι θεσμοί της να παραμένουν ανθρώπινοι.

Και κάπου εδώ στριφογυρίζει μια αρχαία ελληνική λέξη: Το μέτρο. Όχι ως άρνηση της προόδου. Όχι ως μοιρολατρία. Όχι ως εντολή να αποδεχθούμε παθητικά την αρρώστια ή τον πρόωρο θάνατο. Το μέτρο είναι η γνώση της διαφοράς ανάμεσα στη φροντίδα και στη λατρεία, στην ελπίδα και στην αυταπάτη, στην προσπάθεια υπέρβασης ενός ορίου και στην άρνηση ότι υπάρχουν όρια. Είναι η ικανότητα να πεις: θέλω να ζήσω όσο περισσότερο και καλύτερα μπορώ, αλλά γνωρίζω ότι η ζωή μου δεν είναι συμβόλαιο αθανασίας.

Ο Επίκουρος προσπάθησε να αφαιρέσει από τον θάνατο την τυραννία του φόβου. Οι Στωικοί οικοδόμησαν μεγάλο μέρος της πρακτικής φιλοσοφίας τους πάνω στη διάκριση μεταξύ όσων εξαρτώνται από εμάς και όσων δεν εξαρτώνται. Ο Σωκράτης αρνήθηκε να προσποιηθεί ότι γνωρίζει πως ο θάνατος είναι το μέγιστο κακό. Δεν αγαπούσαν λιγότερο τη ζωή. Προσπαθούσαν να την απαλλάξουν από τη δουλεία απέναντι στον φόβο του τέλους της. Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αντίσταση στην αγυρτεία: όχι απλώς στην περισσότερη γνώση, αλλά σε μια ωριμότερη σχέση με την ανθρώπινη περατότητα.

Γιατί ο άνθρωπος που απαιτεί να του εγγυηθούν ότι δεν θα γεράσει, δεν θα αποτύχει, δεν θα αρρωστήσει, δεν θα χάσει, δεν θα πονέσει και τελικά δεν θα πεθάνει έχει ήδη δημιουργήσει την αγορά εκείνου που θα του υποσχεθεί ότι μπορεί να το πετύχει. Η επιθυμία δεν αποδεικνύει την αλήθεια της υπόσχεσης. Την κάνει όμως εμπορεύσιμη.

Η πραγματική άμυνα επομένως δεν είναι απλώς να ξέρουμε περισσότερα. Είναι να μάθουμε να ρωτάμε καλύτερα. Ποιος το λέει; Πώς το γνωρίζει; Πού είναι τα δεδομένα; Ποια είναι η πραγματική ειδίκευσή του; Υπάρχει ανεξάρτητη επιβεβαίωση; Τι οικονομικό συμφέρον έχει; Τι θα μπορούσε να αποδείξει ότι κάνει λάθος; Τι κινδυνεύω να χάσω αν τον πιστέψω; Ακόμη και οι επίσημες οδηγίες για διαδικτυακές πληροφορίες υγείας κινούνται γύρω από τέτοιους βασικούς ελέγχους πηγής, τεκμηρίωσης, επικαιρότητας και εμπορικού σκοπού.

Η κριτική σκέψη δεν είναι λοιπόν διανοητική πολυτέλεια. Είναι μορφή αυτοάμυνας. Και η φράση «δεν ξέρω» δεν είναι ομολογία ήττας. Είναι συχνά η τελευταία γραμμή άμυνας απέναντι σε εκείνον που ισχυρίζεται ότι ξέρει τα πάντα.

Δεν χρειάζεται, ωστόσο, να περιφρονήσουμε εκείνον που εξαπατήθηκε. Αυτό θα ήταν ίσως η τελευταία και πιο ειρωνική μορφή πνευματικής οκνηρίας: να εξηγήσουμε ένα σύνθετο φαινόμενο λέγοντας ότι απλώς «ήταν χαζός». Κανείς δεν είναι απολύτως απρόσβλητος. Άλλος είναι ευάλωτος όταν αρρωσταίνει. Άλλος όταν ερωτεύεται. Άλλος όταν χάνει χρήματα. Άλλος όταν φοβάται τον χρόνο. Άλλος όταν απειλείται η αυτοεικόνα του. Άλλος όταν αγγίζεται η πίστη του. Άλλος όταν κάποιος του προσφέρει την πολυπόθητη αίσθηση ότι είναι ξεχωριστός. Και γι’ αυτό ο καλός αγύρτης δεν πουλά το ίδιο ψέμμα σε όλους. Πουλά στον καθένα το ψέμα που μοιάζει περισσότερο με την ελπίδα του.

Ίσως λοιπόν η αγυρτεία να μην είναι τελικά μόνο ιστορία απατεώνων. Αλλά επίσης ιστορία φόβου, ματαιοδοξίας, ανάγκης, πίστης, απελπισίας, ελπίδας και θνητότητας. Εν τέλει ιστορία της ανθρώπινης φύσης. Είναι όμως ταυτόχρονα ιστορία αγορών, θεσμών, τεχνολογίας, κοινωνικής ανοχής και κρατικής ευθύνης. Για να υπάρξει ένα πραγματικά εύφορο οικοσύστημα αγυρτείας χρειάζονται συνήθως περισσότερα από έναν επιτήδειο: χρειάζεται μια ανθρώπινη αδυναμία που μπορεί να εργαλειοποιηθεί, ένα οικονομικό κίνητρο για να εργαλειοποιηθεί, αρκετός κοινωνικός χώρος και θεσμικό κενό ώστε η εκμετάλλευση να μπορεί να συνεχίζεται.

Ο πολιτισμός μας έχει καταφέρει εκπληκτικά πράγματα για να παρατείνει τη ζωή. Ίσως τώρα χρειάζεται να ξαναμάθει κάτι αρχαιότερο: πώς να βοηθήσει τον άνθρωπο να κατοικήσει τη ζωή που παρέτεινε. Να φροντίζει το σώμα χωρίς να το θεοποιεί. Να χρησιμοποιεί το χρήμα για καλύτερη περίθαλψη χωρίς να φαντάζεται ότι αγόρασε εξαίρεση από τη βιολογία. Να πιστεύει χωρίς να επιτρέπει σε κανέναν να εμπορεύεται την πίστη του. Να ακούει τον ειδικό χωρίς να κατασκευάζει αλάθητες αυθεντίες. Να ελπίζει χωρίς να παραδίδει την κρίση του. Να πολεμά την ασθένεια χωρίς να θεωρεί τη θνητότητα προσωπική προσβολή. Να επιθυμεί τη ζωή χωρίς να απαιτεί από αυτήν να μην τελειώσει ποτέ.

Γιατί η αγυρτεία είναι παρασιτική πάνω σε κάτι από τα ωραιότερα που διαθέτει ο άνθρωπος: την ελπίδα. Δεν επιβιώνει επειδή οι άνθρωποι επιθυμούν να εξαπατηθούν. Επιβιώνει επειδή υπάρχουν στιγμές στις οποίες θέλουμε τόσο πολύ κάτι να είναι αληθινό, ώστε μειώνουμε την απαίτησή μας να αποδειχθεί ότι είναι αληθινό. Και τότε εμφανίζεται εκείνος που ξέρει να μετατρέπει τον φόβο σε πελατεία, τη ματαιοδοξία σε ανάγκη, την πίστη σε κύρος, την απελπισία σε αγορά και την ελπίδα σε τιμοκατάλογο.

Ο πιο επικίνδυνος αγύρτης δεν είναι πάντοτε εκείνος που επινοεί το μεγαλύτερο ψέμα. Είναι εκείνος που ανακαλύπτει ποια αλήθεια δεν αντέχουμε να ακούσουμε, ποιο ψέμα λαχταρούμε να πιστέψουμε και μας το πουλά ως σωτηρία.

………………

 

banner-article banner-advertisement

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας