Αναγνώστες Λογοτεχνία Νάουσα

Γιώργος Κασαπίδης “Πόδια γυμνά”

Και το πρόσωπό του είχε αλλάξει και ο τρόπος σκέψης του. Μα επειδή αυτά γίναν αργά μέσα στα χρόνο, επειδή η οπτική επαφή με τον ίδιο του τον εαυτό ήταν μια καθημερινότητα, δεν τον ενόχλησε τόσο. Ή δεν το συνειδητοποίησε. Μια ακόμη ρυτίδα πάνω στο χρόνο, η απώλεια μιας μικρής τούφας μαλλιών, το βάρος των βλεφάρων, ένα δυο περίσσια κιλά στην κοιλιά, δεν ήτανε λόγος απογοήτευσης. Ούτε καν η σεξουαλική ανορεξία δεν τον τρόμαξε στο πέρασμα… Μήτε η γενική του γήρατος φθορά, που κουβάλησε μαζί της ένα σωρό χάπια στην καθημερινότητά του. Όλα γίνανε αργά, με όλα συμβιβάστηκε.

Ακόμη ακόμη και με τις μεγάλες απώλειες, όπως εκείνη της κυράς του πριν από ένα χρόνο. Βλέπεις, η μεγάλη φθορά και η μεγάλη απώλεια ήταν εκείνη του μυαλού του. Της ορθολογημένης σκέψης, της σωστής κρίσης, της κατανόησης της πραγματικότητας. Και της μνήμης• πφφ, μάλλον της σταδιακής απώλεσής της. Έτσι, η παρέα και η συντροφικότητα με την κυρά του αντικαταστάθηκε -στο μέτρο του δυνατού- με την παρουσία της Φρόσως που τον πρόσεχε ολημερίς και οληνυκτίς (η γυναίκα που επί πληρωμής είχε επιφορτιστεί τη φροντίδα του) και με την Κικίτσα του, τη γάτα που μπήκε εσπευσμένα στην ζωή του για να συμπληρώσει κενά, να του προσφέρει ηρεμία, γαλήνη, απασχόληση, και εκείνο το συρόμενο άγγιγμά της στα πόδια του, το μοίρασμα του διπλού κρεβατιού – όλοι μας έχουμε ανάγκη από ένα άγγιγμα και μια αγκαλιά.

Ιδέα της κόρης του η οποία έμενε εδώ και τριάντα οκτώ συναπτά έτη στη Θεσσαλονίκη. Παντρεμένη εκεί, χωρισμένη εκεί. Μα είχε καλή δουλειά. Αφήνεται η καλή δουλειά; Άσε που η επιστροφή στα πάτρια θα πυροδοτούσε τα σχόλια οικείων και μη. Άσε που έτσι, δύσκολα θα ξανάβαζε στα σκέλια της αρσενική σάρκα. Άσε που θα όφειλε να αναλάβει τον πατέρα της. Μια χαρά ήταν στην Θεσσαλονίκη. Οι δυο γιοί της σπούδαζαν αλλού και δεν την είχανε ανάγκη. Άλλαξαν φωλιές. Ελεύθερη σ’ ελεύθερη πόλη!

Η Φρόσω το μόνο που της ζήτησε ήταν ένα τριήμερο τον Δεκαπενταύγουστο, Μαράκι μου, να χαλαρώσω λίγο, και πώς να της το αρνηθεί!
Ανασκουμπώθηκε, το πήρε απόφαση και πήρε τον πατέρα της, της Παναγιάς, για ένα μπάνιο στην παραλία του Πλαταμώνα. Τις άλλες δύο ημέρες θα τις περνούσαν στο πατρικό της. Στιγμές δικές τους… Πόσες να τους απόμεναν!
Φορτώθηκαν στο μεταχειρισμένο ενός έτους -το βρήκε σε καλή κατάσταση- και πήραν το δρόμο για παραλίες. Εκείνος δυσκίνητα αποδέχτηκε δίχως πολλά πολλά την εκδρομή – έκπληξη και κατέληξε σε μια καρέκλα να βουτάει τα πόδια του μέσα στη θεά Θάλασσα. Ή μήπως εκείνη τον κατέκλυζε ως το γόνα;

Της ζήτησε κι ένα τσιγάρο να το απολαύσει στον φλοίσβο, σε κενά σκέψεων, σε ακατάστατες αναπολήσεις, σε περιοδικά κυματάκια, σε βρεγμένες ησυχίες στον Πλατύ Γιαλό. Εκεί, κάτω από τις γραμμές των τρένων, στα βότσαλα των χαμένων ονείρων που νανουρίζονται και νανουρίζουν ακόμη κι εκείνους που δεν έχουν ανάγκη για ύπνο. Σε έναν ρυθμό που ποτέ δε θα συντονιστεί με κανενός τον μετρονόμο! Του το ‘δωσε κάπως διστακτικά, του το άναψε -μιας και τα χέρια του δε θα τα κατάφερναν -ήτο βεβαία- και πάνω στην πρώτη τζούρα που τράβηξε η ίδια μουρμούρισε κι ένα “τσιγάρο σε μάρανε, τα πόδια σου δεν μπορείς να πάρεις!”

Τσαγκάρης ήτανε στα νιάτα του. Μάστορας καλός. Μάστορας της λεπτομέρειας και του καλού γούστου. Και όταν κάποια κυρία τού γυάλιζε έκανε απανωτές πρόβες σκυμμένος μπροστά στα πόδια της αγγίζοντας τα πέλματά της με διάφορες προφάσεις, “να εδώ το τακουνάκι σας θέλει ένα τσικ πιο ‘κει για να τρέμει η γη στο κάθε σας βήμα… Τέτοιο πόδι ούτε η Ζωή η Λάσκαρη, μανδάμ μου”, και δώστου το πασπάτεμα δάχτυλο το δάχτυλο, αστράγαλο και γάμπα για τις κόντρες στο φόρεμα του παπουτσιού.

Έπιασε μόνο το “τα πόδια σου” από το μουρμουρητό της κόρης του και αντανακλαστικά έστρεψε το βλέμμα του πάνω στα δικά του. Και τα περιεργάστηκε φευγαλέα στην αρχή και ενδελεχώς στα επόμενα δευτερόλεπτα. Ε, όχι δα, δεν μπορεί να ήτανε δικά του τούτα τα πόδια. Λευκά, σχεδόν διάφανα με έντονη φλεβίτιδα . Αδύνατα, δίχως κανένα μυ να μπορεί να διακριθεί. Μήτε ‘κείνου της γάμπας, ώστε να χαρίσει ως πόδι αντρικό… Μα τίποτα από δαύτα δεν τον ενόχλησε. Ήταν κι εκείνη η σύγχυση του μυαλού, βλέπεις. Ίσως και η μικρή ζαλάδα απ’ το τσιγάρο. Μια στο τόσο ρούφαγε από κανένα, όσο να ‘ναι, ζαλίζει το αφιλότιμο. Εκείνο που τον ξάφνιασε ήταν η παντελής απουσία τρίχας. Εκείνη η σγουρή τρίχα, η άγρια, πού χάθηκε και πώς δεν το συνειδητοποίησε τόσο καιρό; Ίσως το έντονο φως του ήλιου, το νερό που του ‘βρεξε το δέρμα ή και τα δυο μαζί να κάνανε το θέμα μεγαλύτερο από την πραγματικότητα. Μπορεί βέβαια και η ίδια η πραγματικότητα, μα πού καιρός και μυαλό για φιλοσοφίες. Α, να μωρέ! Κάποιες ελάχιστες χαροπαλεύουν στους ανύπαρκτους τετρακεφάλους του. Ελάχιστες. Σαν τις ελάχιστες χαρές που θα ‘χουν πια οι Αύγουστοί του… Αραιά και πού…

Άφησε τον καφέ της, χτένισε το μαλλί της, έβαλε λίγο κραγιόν και…
“Μπαμπά, έλα να βγούμε μία σέλφι για το Facebook. Θα σκίσουμε σου λέω!” Άλλες κουβέντες τόσην ώρα δεν του ‘δωσε. Ίσως να λησμόνησε πώς έρχεσαι ξανά σε επαφή με ανθρώπους που σε χωρίζουν χιλιομετρικές και όχι μόνο αποστάσεις. Ίσως πάλι, να θεώρησε ότι δεν έχει νόημα μια συζήτηση μαζί του, μιας και δεν αντιδρούσε άμεσα στα ερωτήματα της ή και ποτέ. Ή μπορεί να ήταν κουρασμένη, να είχε να απαντήσει σε διαδικτυακές ευχές, να σκέφτηκε ότι υπάρχει χρόνος για διαλόγους. ‘Οτι οι μεγάλες στιγμές έρχονται μόνες τους και όχι από αυτοπροσκλήσεις. Άσε που ο εσπρέσσο της είχε πολλά περισσότερα παγάκια απ’ όσο επιθυμούσε και η μυρουδιά του αντιηλιακού τής θύμιζε έναν πρόσφατο έρωτά της και την αποσυντόνιζε.

Κι εκείνος, σε ένα δικό του σύμπαν, είχε πιάσει να μετρά και να απαριθμεί τις αραιά και πού χαρές που του απόμειναν. Ελάχιστες χαρές. Τρίχες αραιά σπαρμένες που τη φθορά αντιμάχονται .

Κι έπειτα, σε ένα ολότελα δικό του σύμπαν, γεμάτος ευγένεια, τη ρώτησε: Συγγνώμη, να σας ρωτήσω; Τι μέρα έχουμε, κοπέλα μου;

……………….

banner-article banner-advertisement

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας