Πώς εξηγείται ο θρίαμβος της σειράς “Ριφιφί”, που πρόβαλε και ο ALPHA μετά το συνδρομητικό κανάλι της COSMOTE; Πως εξηγείται ο ενθουσιασμός που προκάλεσε στο κοινό;
Ο Σωτήρης Τσαφούλιας, ο δημιουργός της σειράς, δεν είναι σκηνοθέτης άγνωστος. Αντίθετα έδειξε ποιος είναι και με τις “17 κλωστές” και με το “Έτερος εγώ”. Η ποιότητα, λοιπόν ήταν εξασφαλισμένη. Από την αποδοχή, όμως, μέχρι τον ενθουσιασμό η απόσταση είναι τεράστια!
Και σημειωτέον προβλήθηκε παράλληλα με νέες πολυδιαφημισμένες σειρές άλλων καναλιών, κατακτώντας την κορυφή της τηλεθέασης.
Ξεκινώντας από τους χαρισματικούς ηθοποιούς που επέλεξε ο Τσαφούλιας, από το τη γωνία που πήρε τα πλάνα του, από τη γνωστή του σκηνοθετική ματιά, φτάνουμε στο σενάριο. Δεν είναι μόνο το “πώς” είπε η ταινία αυτό που ήθελε να πει, αλλά και το ¨τι” είπε.
Και το “τι” ανατρέχει σε ένα πραγματικό γεγονός, στην εντυπωσιακή ληστεία της Τράπεζας Εργασίας στην Αθήνα το 1992, με τους ληστές να παραμένουν μέχρι σήμερα ασύλληπτοι.
Και βέβαια θα μπορούσε να πει κανείς το κοινό αγαπά την περιπέτεια. Εδώ, όμως, δεν πρόκειται για μια απλή περιπέτεια, πρόκειται για το οικονομικό δράμα της σύγχρονης Ελλάδας.
Σε μια χώρα, όπου στην περίοδο της κρίσης οι τράπεζες όχι μόνο επέζησαν αλλά πολλαπλασίασαν τα κέρδη τους με την αφαίμαξη του ελληνικού λαού, αυτόματα στην οθόνη η τράπεζα, που συμβολικά τις εκπροσωπεί, είναι εχθρός για τον θεατή.
Κι όταν απέναντί του έχει μια μάνα που χάνοντας το παιδί της από λευχαιμία, γιατί η τράπεζα καθυστέρησε με τη γραφειοκρατία της να εκταμιεύσει τα χρήματα του εράνου που δόθηκαν από τον κόσμο, για να πάει ο μικρός στην Αμερική για θεραπεία, (κι αυτό πραγματικό γεγονός), faretra.info/2026/09/25/, η αγανάκτηση συσσωρεύεται.

Το σενάριο διανθίζεται και με άλλες ιστορίες, αυτήν τη φορά μη πραγματικές, που η κάθε μια, όμως, αντιπροσωπεύει τις αγωνίες της μεγάλης λαϊκής μάζας.
Κάποιοι είπαν πως το σενάριο θυμίζει το La Casa de Papel, την ισπανική σειρά που πρόβαλε το Netflix και εντυπωσίασε πριν από χρόνια. Κάποιοι λίγοι το χαρακτήρισαν αντιγραφή. Δεν είναι έτσι. Εδώ ο θεατής βλέπει μια πραγματικότητα που μπορεί κατά ένα μέρος να κινείται στην περιοχή του μύθου, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος της είναι απτή.
Σπίτια μπαίνουν στον πλειστηριασμό. Τις τράπεζες δεν τις ενδιαφέρει αν στην οικογένεια υπάρχουν γέροι ή ανάπηροι. Και πολύ περισσότερο τα funds είναι ακόμη πιο απρόσωπα και δεν φτάνει σ’ αυτά κανένας από τους κραδασμούς που επιφέρει σε μια οικογένεια η έξωση από το σπίτι που φτιάχτηκε με αίμα.
Μαγαζιά κλείνουν το ένα μετά το άλλο και οι πολλοί βλέπουν τη θηλιά να σφίγγει στο λαιμό τους, ενώ οι λίγοι όχι απλά ευημερούν, αλλά προκαλούν με τον πλούτο τους.
Αυτή η εικόνα που προβάλλει η σειρά δεν είναι απλά γνώριμη. Ο Έλληνας την έχει βιώσει ή αυτός ο ίδιος στο πετσί του ή ο διπλανός του.
Και έρχεται η οθόνη και αποδίδει δικαιοσύνη. Αυτήν που τόσο θα ήθελαν οι πολλοί. Μα, θα πείτε, τάσσονται οι θεατές με τη ληστεία και τους ληστές; Ποιος ηθικός κώδικας επιτρέπει μια τέτοια στάση;
Δεν τάσσονται με τους ληστές. Τάσσονται με τη δικαιοσύνη που θα ήθελαν να υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο. Και δεν υπάρχει!
……………………












































