Σπύρος Χαλβατζής – Αποχαιρετισμός / “Είσαι ωραίος σαν Έλληνας”
“Είσαι ωραίος σαν Έλληνας! Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γενναίους, τους δυνατούς, αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά…”( Νίκος Εγγονόπουλος. “Μπολιβάρ”)
“Ωραίος σαν Έλληνας” έγραφε ο ποιητής για τον επαναστάτη της Λατινικής Αμερικής Σιμόν Μπολιβάρ, στο ποίημά του “Μπολιβάρ”, που γράφτηκε στην Κατοχή. Και η λέξη “ωραίος”, η ομορφιά, δικαιώνεται μέσα από τις λέξεις γενναίος, ελεύθερος, δυνατός.
Ο Σπύρος Χαλβατζής, που ξεκίνησε για το τελευταίο ταξίδι, δεν ήταν ωραίος σαν Έλληνας, ήταν ωραίος Έλληνας, που δικαίωνε τη λέξη και την ομορφιά του λαού του, όταν οι αγώνες τον καλούσαν.
Έφυγε ένας λαϊκός αγωνιστής αλλά και ένας αλλιώτικος, ένας ιδιαίτερος άνθρωπος. Δεν θα ξαναμιλήσουμε για τα παιδικά του χρόνια, για τον μικρό αγωνιστή της ζωής που πουλούσε κουλούρια, για τον έφηβο εργάτη στα γουναράδικα της Καστοριάς, για τον μαθητή του νυχτερινού σχολειού. Τόσα παιδιά την εποχή εκείνη, την δεκαετία του ’50, ήταν μικροί αγωνιστές της ζωής.

Εκείνος, όμως, και η μικρή του βιβλιοθήκη, που γέμιζε κάθε τόσο με βιβλία που αγοράζονταν με στερήσεις, εκείνος και ο εξόριστος πατέρας του με τη λαϊκή του τραγιάσκα, εκείνος και η εσωτερική φωνή που τον καλούσε σε άλλους αγώνες, ακόμη πιο δύσκολους, με κόστος, ήταν ξεχωριστός, ανάμεσα στους ξεχωριστούς.

Εντάχθηκε στο ΚΚΕ, αγωνίστηκε μέσα από τις γραμμές του, έζησε τις εξορίες και τα βασανιστήρια, που αυτή η συγκεκριμένη ένταξη είχε ως απαραίτητη επωδό. Αλύγιστος. Τραγουδώντας ακόμη και μετά τα βασανιστήρια, κάνοντας τον φρουρό του κελιού του να πιστεύει και να αναφέρει πως ο κρατούμενος σίγουρα τρελάθηκε…
Έτσι ήταν όλοι τότε οι αγωνιστές, “απείθαρχοι”, όπως τιτλοφορεί ο ίδιος το τελευταίο του βιβλίο, που μόλις κυκλοφόρησε, και συγκινητικά “αμετανόητοι”. Απείθαρχοι σε κάθε εξουσία, που υποβιβάζει τον άνθρωπο, που του στερεί το δικαίωμα στη ζωή.

Από Γραμματέας της ΚΝΕ, θέση τόσο ευαίσθητη, αφού ερχόταν σε επαφή με την πιο ευαίσθητη πλευρά του λαού, τη νεολαία του, μέχρι τα βουλευτικά έδρανα, που τα τίμησε, μέχρι Πρόεδρος του ΣΦΕΑ, (Σύλλογος Φυλακισθέντων, Εξορισθέντων Αγωνιστών), μέχρι τις τελευταίες του μέρες, που η αρρώστια στάθηκε πιο δυνατή από τον ίδιο, ο Σπύρος, ο δικός μας Σπύρος, ήταν πάντα ο ίδιος. Δυνατός, αποφασισμένος, μα πάνω απ’ όλα ανθρώπινος.

Αυτό γοήτευε όποιον τον γνώριζε. Ήξερε να μιλά τη γλώσσα του καθενός μας, να κερδίζει την καρδιά του καθενός μας. Και η φιλία μας, που κράτησε πάνω από 30 χρόνια, τον έκανε να τον νιώθουμε δικό μας. Πώς νιώθεις όταν χάνεις κάποιον δικό σου; Πόσο πονάει; Όλοι το ξέρουμε. Μόνο που εκείνος ανήκει και στους πολλούς, σε όλους όσοι τον αγάπησαν.
Τώρα ταξιδεύει. Δεν έζησε τον κόσμο που τόσο ονειρεύτηκε και που γι’ αυτόν πάλεψε. Έφυγε σε μια εποχή σκληρή και απάνθρωπη, αυτός που δικαίωσε τον όρο “άνθρωπος”.

Προχωρεί μόνος κρατώντας στα χέρια τη μοναδική του αποσκευή, το όνειρο… Γιατί, αλήθεια, πώς θα μπορούσαμε να ζούμε χωρίς να ονειρευόμαστε;
Εσύ, Σπύρο, ονειρεύτηκες και αγωνίστηκες για το όνειρο όλων μας. Φεύγεις, λοιπόν, ήσυχος…
Κι όπως γράφει ο Γιάννης Ρίτσος στην “Καντάτα για τη Μακρόνησο” για τον “Αλέξη”, έναν απλό αγωνιστή,















































































































