Γράφει ο Χρήστος Μακρίδης*
Τις τελευταίες εβδομάδες πήρα τον δρόμο και πήγα χωριό-χωριό. Χτύπησα πόρτες. Κάθισα σε κουζίνες με ξύλινα τραπέζια, ήπια καφέ φτιαγμένο σε μπρίκι, άκουσα ανθρώπους να μου μιλούν όχι με παράπονα πολιτικά, αλλά με μια κούραση που την κουβαλάνε χρόνια. Και αυτό που άκουσα δεν το ξεχνάω.
Άκουσα μια γυναίκα να μου λέει «το μόνο που ζητάω είναι να μη γεράσω κι εγώ τελευταία εδώ μέσα, μόνη». Άκουσα έναν γέροντα να μου δείχνει το άδειο σπίτι του γιου του δίπλα, «έφυγε, δεν γύρισε, δεν τον κατηγορώ, τι να κάνει εδώ». Άκουσα μια μάνα να μου λέει ότι το σχολείο του χωριού έχει μείνει κλειστό και τα λίγα παιδιά που ζουν στο χωριό πηγαίνουν σχολείο στο διπλανό, ενώ φοβάται μήπως του χρόνου δεν ανοίξει ούτε κι εκείνο.
Δεν χρειάστηκε να ρωτήσω πολλά. Το ίδιο πράγμα ανησυχεί όλους. Ο τόπος τους αδειάζει. Και η αλήθεια είναι μία, όσο κι αν προσπαθούν κάποιοι με εντυπωσιακές ανακοινώσεις να τη χρυσώσουν: τα χωριά του Δήμου Βέροιας βιώνουν μια πλήρη, αδιάφορη και οδυνηρή εγκατάλειψη από τη δημοτική αρχή.
Δεν είναι όλα αυτά μια θεωρία. Είναι η καθημερινότητα που αντικρίζεις μόλις βγεις λίγο έξω από το κέντρο της πόλης.
Δες τους δρόμους. Σε κάθε κοινότητα του Δήμου μας, οι δρόμοι είναι κατεστραμμένοι, γεμάτοι λακκούβες, επικίνδυνοι. Άνθρωποι που ζουν εκεί μια ζωή, τρέμουν μην σπάσουν τα αυτοκίνητα ή τα τρακτέρ τους και, ακόμα χειρότερα, μήπως πέσουν οι ίδιοι και χτυπήσουν.
Δες την εικόνα μετά τις 8 το απόγευμα. Η ερήμωση είναι τέτοια που τα μόνα που κυκλοφορούν στους σκοτεινούς δρόμους είναι τα αδέσποτα. Αγέλες ολόκληρες, παρατημένες κι αυτές στη μοίρα τους, χωρίς καμία μέριμνα, καμία διαχείριση, κανέναν σχεδιασμό. Ένα πρόβλημα που εκθέτει σε κίνδυνο και τους κατοίκους αλλά και τα ίδια τα ζώα, επιβεβαιώνοντας πως η δημοτική αρχή έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά.
Δες τι γίνεται με το περιβάλλον. Η προστασία του φυσικού μας πλούτου έχει καταντήσει άγνωστη λέξη. Ανεξέλεγκτες χωματερές σε ρέματα και χωράφια, σκουπίδια που ξεχειλίζουν, ανύπαρκτη καθαριότητα, παντελής έλλειψη φροντίδας για το πράσινο και τους κοινόχρηστους χώρους.
Οι άνθρωποι δεν φοβούνται απλώς. Οργίζονται. Φοβούνται ότι σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει κανείς να θυμάται το χωριό τους, ότι τα σπίτια θα μείνουν κλειστά, ότι η ζωή εκεί θα σβήσει σαν κερί.
Και εγώ ρωτάω: πού ήταν, όλα αυτά τα χρόνια, η δημοτική αρχή; Γιατί κανείς δεν χτύπησε αυτές τις πόρτες πριν από μένα; Γιατί κανείς δεν κάθισε σε αυτά τα τραπέζια να ακούσει τι πραγματικά τους «καίει» αυτούς όλους τους ανθρώπους; Δεν φτάνει να θυμούνται τα χωριά μόνο όταν χρειάζονται ψήφους. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι νούμερα με ονοματεπώνυμα σε έναν εκλογικό κατάλογο. Είναι η μνήμη και η ρίζα αυτού του τόπου, κι εμείς τους αφήσαμε μόνους.
Δεν θα σταθώ όμως μόνο στην κριτική, γιατί οι άνθρωποι που γνώρισα δεν χρειάζονται άλλα λόγια χωρίς πράξεις. Σας υπόσχομαι, μαζί με τους ανθρώπους της παράταξής μας «ΙΣΧΥΡΟΣ ΔΗΜΟΣ» αλλά και κυρίως με τον επικεφαλής της, Κώστα Παλουκίδη, ότι δεν θα μείνουμε μόνο σε ανακοινώσεις και υποσχέσεις. Θα συνεχίσουμε να χτυπάμε πόρτες, σε κάθε χωριό, να ρωτάμε προσωπικά κάθε δημότη τι τον ανησυχεί περισσότερο και πάνω σε αυτό θα χτίσουμε τις λύσεις μας. Όχι πάνω σε ότι νομίζουμε εμείς από τα γραφεία, αλλά πάνω σε ότι μας λένε οι ίδιοι.
Θέλουμε τα χωριά να ξαναγεμίσουν παιδικές φωνές. Θέλουμε οι νέοι να βρουν λόγο να μείνουν, οι ηλικιωμένοι να μη νιώθουν μόνοι, τα σχολεία να μείνουν ανοιχτά. Και θέλω κάτι ακόμα, πιο απλό ίσως, μα εξίσου βαθύ: θέλω αυτός ο γέροντας, αυτή η γυναίκα, να μπορούν να βγουν το απόγευμα και να περπατήσουν στον δρόμο του χωριού τους χωρίς να προσέχουν πού πατάνε και χωρίς να φοβούνται το σκοτάδι. Θέλω να νιώσουν, έστω κι αργά, ότι κάποιος σκέφτηκε εκείνους όταν σχεδίαζε αυτόν τον δρόμο. Να περπατάνε με φως, με πεζοδρόμιο, με μια πλατεία φτιαγμένη με νου και όχι πρόχειρα, και να λένε «επιτέλους, θυμήθηκαν κι εμάς». Αυτή η εικόνα με κρατάει ξύπνιο τα βράδια: άνθρωποι να λαχταρούν απλώς να περπατήσουν στον ίδιο τον τόπο τους με αξιοπρέπεια.
Το ξέρω, δεν αλλάζει αυτό από τη μια μέρα στην άλλη. Αλλά αλλάζει αν κάποιος επιτέλους ασχοληθεί, αν κάποιος χτυπήσει την πόρτα και ρωτήσει «πώς είσαι, τι σε ανησυχεί, πώς μπορούμε να βοηθήσουμε».
Αυτό υποσχόμαστε. Όχι λόγια από κάποιο βήμα, αλλά ανθρώπους που θα έρθουν στο σπίτι σου να σε ρωτήσουν. Γιατί η ζωή στα χωριά μας δεν πρέπει να είναι τόσο δύσκολη, και το χαμόγελο, το ξέρω, μπορεί ακόμα και τώρα να επιστρέψει στα πρόσωπα όλων των χωριανών μας.
Βέροια, 30 Σεπτεμβρίου 2026
Χρήστος Μακρίδης
Δημοτικός Σύμβουλος
Δημοτική Παράταξη «ΙΣΧΥΡΟΣ ΔΗΜΟΣ» Δήμου Βέροιας
–















































































































