Βέροια Γράμματα & Τέχνες Θέατρο Συνεντευξεις

Αθηνά Χατζηαθανασίου. Μια ανήσυχη, τολμηρή και προικισμένη δημιουργός στον χώρο του Θεάτρου / συνέντευξη στη Δήμητρα Σμυρνή

Ξεκινά από τη Βέροια, τη μικρή μας πόλη, και  ανοίγει τα φτερά της στον χώρο της Τέχνης, δουλεύοντας ειδικά τα τελευταία χρόνια στον ευαίσθητο χώρο του Παιδικού Θεάτρου.

Προσωπικότητα ανήσυχη, πολυπράγμων και τολμηρή, συνδυάζει τον ορθολογισμό της Επιστήμης της, (η Νομική από την οποία αποφοιτά αποτελεί εφαλτήριο ζωής γι’ αυτήν), με την αγάπη της για την Τέχνη, που την συνοδεύει από τα παιδικά της χρόνια.

Από οικογένεια γνωστή της πόλης, πατέρας της ο χειρουργός Τηλέμαχος Χατζηαθανασίου και μητέρα της η ακτινοδιαγνώστρια  Μαρία Ζαχαριάδου, αναζητά δικούς της δρόμους έκφρασης, ακολουθώντας με ενθουσιασμό και δυναμισμό μια πορεία που ξεκινά από τα γερά θεμέλια της θεατρικής παιδείας με δάσκαλο τον Γιώργο Αρμένη, για να καταλήξει να αναμετριέται με όλες τις μορφές της θεατρικής δημιουργίας, την υποκριτική, τη γραφή του σεναρίου και τη σκηνοθεσία.

Και δεν σταματά εκεί. Ιδρύει, (αφού έχει πετύχει την οικονομική ανάσα, που κάθε καλλιτέχνης θα ήθελε να έχει, με τη δουλειά της ως αεροσυνοδού σε ξένη εταιρεία, γνωρίζοντας έτσι και τον Κόσμο και τους ανθρώπους περισσότερο), δική της εταιρεία Θεάτρου, την CALD, αφοσιωμένη στο Παιδικό Θέατρο τα τελευταία χρόνια, με μεγάλη ανταπόκριση στις παραστάσεις της από το κοινό, αλλά και επιβράβευση της καλλιτεχνικής πορείας της και από τους κριτικούς.

Το Παιδικό Θέατρο είναι γι’ αυτήν εργαλείο σκέψης και συναισθημάτων, με το οποίο επικοινωνεί με μικρούς αλλά και μεγάλους θεατές!

Η παράσταση “Αρσέν Λουπέν, το μυστήριο της Κούφιας Βελόνας”, που ήταν sold out πέρυσι στην Αθήνα και θα ανεβεί και στη Βέροια, στο Θέατρο Άλσους, στις 24 Αυγούστου, στα πλαίσια μιας μεγάλης περιοδείας στην Ελλάδα, έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που η δημιουργός της επιδιώκει, την πρωτοτυπία, αλλά και την ουσία! Η ίδια έχει διασκευάσει τον μύθο, γράφει τους στίχους των τραγουδιών, υπογράφει τη σκηνοθεσία και παίζει!

Για την Αθηνά Χατζηαθανασίου, που μιλά στη faretra με ενθουσιασμό για τη δουλειά της, αλλά και με την αυτοσυγκράτηση ενός ώριμου και προβληματισμένου ατόμου παράλληλα, ο δρόμος για την επιτυχία και την αναγνώριση είναι ανοιχτός εδώ και καιρό, χωρίς, όμως, γι’ αυτήν να είναι το μοναδικό ζητούμενο.

Ο δρόμος γι’ αυτήν είναι η συνεχής αναζήτηση.

Όσο για τη Βέροια δηλώνει πως παρά την απόσταση που τη χωρίζει από την πόλη που μεγάλωσε, η Βέροια, εκτός από τόπος καταγωγής, θα είναι πάντοτε γι’ αυτήν το σημείο αναφοράς της.

………………

……………….

 Αυτό μ’ ενδιαφέρει πολύ: να αφήνω το εκάστοτε έργο, τον χώρο, τους ανθρώπους και την εποχή να επηρεάζουν το αποτέλεσμα. Και βέβαια, όσο μεγαλώνω, καταλαβαίνω ότι η πρωτοτυπία από μόνη της δεν είναι αρετή. Αν δεν συνοδεύεται από ουσία, είναι απλώς ένας εντυπωσιασμός. A. X.

 Ξεκινάς, Αθηνά, από μια επαρχιακή πόλη, τη δική μας Βέροια, και ανοίγεις τα φτερά σου για την Αθήνα, με μια πορεία που στέφεται όχι απλά από επιτυχία, αλλά από την απόλυτη αναγνώριση στον καλλιτεχνικό χώρο. Πόσο η μικρή μας πόλη και η οικογένεια έχει διαμορφώσει τον χαρακτήρα σου, αλλά και τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις σου;

Δεν θέλω να κάνω την μετριόφρονα, αλλά η λέξη «επιτυχία» και «αναγνώριση» είναι τόσο «μεγάλες» λέξεις. Έχουν κάπως την έννοια του τερματισμού ενός αγώνα. Αυτό ήταν, φτάσαμε! Κι εγώ δε νιώθω ότι τερμάτισα πότε ή κατέκτησα κάποιο βάθρο. Νιώθω τρομερά τυχερή που μπορώ να βιοπορίζομαι και να εξελίσσομαι μέσα από ένα καλλιτεχνικό επάγγελμα, που όλοι ξέρουμε πόσο δύσκολο είναι, να ανακαλύπτω πολύτιμους συνεργάτες που μοιραζόμαστε κοινή αισθητική και αγάπη γι’ αυτό που κάνουμε και φυσικά, όταν αυτό αναγνωρίζεται από το κοινό, που επιλέγει τις παραστάσεις μας, αυτό γίνεται καύσιμο για να προσπαθούμε ακόμη περισσότερο.

Η Βέροια δεν είναι μικρή, για μένα θα είναι πάντα «μεγάλη», είναι η πόλη που μεγάλωσα. Θα είναι πάντα ο «βατήρας» μου για να βουτήξω στα βαθιά. Είναι οι «ρίζες» μου και τα «φτερά» μου.


Με παιδεία καλλιτεχνική από μικρό παιδί, (πιάνο στην Αντωνιάδεια Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών της Βέροιας και μέλος χορωδίας του Ωδείου Φίλιππος της πόλης), αλλά και επιστημονική, όπως η αποφοίτησή σου από τη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, προχωρείς επιλέγοντας την Τέχνη. Γιατί; Η επιστημονική σκευή καθορίζει, όμως, κι αυτή την όλη σου συγκρότηση και πόσο;

Δε θα ήμουν αυτή που είμαι σήμερα χωρίς τη Νομική. Καθετί που έχουμε περάσει μας καθορίζει, άλλοτε λίγο, άλλοτε πολύ. Μία τετραετής φοίτηση σε μια σχολή, με τα μαθήματά της, τις συζητήσεις με συμφοιτητές και μη, η διαβίωση στη Θεσσαλονίκη, η διαμόρφωση κοινωνικών ή και πολιτικών ακόμη πεποιθήσεων, οι αντιπαραθέσεις, είναι πράγματα που με καθόρισαν. Μια θεωρητική επιστήμη όπως η νομική σίγουρα διευρύνει τα όρια μιας σκέψης, άρα δεν ξέρω πράγματι αν συμβάλλει στη συγκρότηση ή το χάος ενός μυαλού.

Με τον πατέρα της Τηλέμαχο Χατζηαθανασίου και τις αδελφές της

Η μουσική για παράδειγμα, επειδή το αναφέρατε, είναι κάτι πολύ πιο συγκροτημένο, με τους κανόνες της και την παρτιτούρα της. Η νομική είναι η βάση για το άπειρο. Όπως και να ΄χει όμως γείωση και χάος δεν είναι κάπως απαραίτητα για μία πραγματικά ελεύθερη σκέψη;

Με τη μητέρα της Μαρία Ζαχαριάδου

Μια ασυνήθιστη επιλογή στην πορεία σου είναι η επιλογή της εργασίας σου ως αεροσυνοδού σε μεγάλη ξένη εταιρεία. Πράγμα ασυνήθιστο, όταν η Τέχνη είναι η πρωταρχική σου και μοναδική αγάπη, όπως αποδείχτηκε. Άνοιγμα φτερών κυριολεκτικά και μεταφορικά στον Κόσμο; Και πόσο σε πλούτισε αυτή η εμπειρία;

Η επιλογή αυτή ήρθε στο απόγειο της οικονομικής κρίσης, αμέσως μετά τη δραματική σχολή, όπου οι επαγγελματικές επιλογές στένευαν και το κόστος διαβίωσης στην Αθήνα ήταν μεγάλο. Μια φίλη έφυγε στην εταιρία τη συγκεκριμένη και έκανα αίτηση. Μια δουλειά με τέτοιες απολαβές εκείνη την περίοδο ήταν αδύνατη στην Ελλάδα. Έτσι έφυγα, έμεινα τέσσερα χρόνια, μάζεψα χρήματα, για να πάρω ένα δικό μου σπίτι στην Αθήνα και μόλις μπόρεσα και το πήρα, επέστρεψα, ξέροντας πια ότι μπορώ να κυνηγήσω το θέατρο έχοντας εξασφαλίσει το σπίτι που θα έμενα.

Από ταξίδι στο Βιετ Ναμ

Η ζωή αυτά τα τέσσερα χρόνια ήταν ένα ακόμη πανεπιστήμιο. Είδα μέρη που ούτε φανταζόμουν ότι μπορεί να πάω ποτέ, βρέθηκα στα μουσεία και στα θέατρα του κόσμου, γνώρισα ανθρώπους από κάθε γωνιά της γης, τα πληρώματα ήταν πάντα πολλών εθνικοτήτων, οπότε έχω πετάξει με ανθρώπους με καταγωγή από Κορέα μέχρι Μπαχάμες και από Σενεγάλη μέχρι Παπούα Νέα Γουινέα. Τόσοι διαφορετικοί κώδικες και το «όριο», που έλεγα προηγουμένως, μεγάλωσε ακόμη παραπάνω.

Έχεις εντωμεταξύ αποφοιτήσει από τη δραματική σχολή «Νέο Ελληνικό Θέατρο» του Γ. Αρμένη, ολοκληρώνοντας και ένα μεταπτυχιακό στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου με κατεύθυνση Σκηνοθεσία – Υποκριτική και το σεμινάριο του ΕΚΠΑ στη «Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων». Πόσο ένας θεατράνθρωπος, όπως ο Αρμένης, και πόσο οι υπόλοιπες σπουδές σε καθόρισαν ως καλλιτέχνιδα;

Νομίζω ότι οι σπουδές μου με καθόρισαν περισσότερο απ’ όσο αντιλαμβανόμουν, όταν τις έκανα. Ο Γιώργος Αρμένης με έμαθε, μεταξύ άλλων, να αντιμετωπίζω το θέατρο με σοβαρότητα και όχι με σοβαροφάνεια. Και αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό. Είναι ένας άνθρωπος που έχει υπηρετήσει το θέατρο με έναν τρόπο ουσιαστικό και γενναιόδωρο και το να μαθητεύεις δίπλα του είναι από μόνο του μια εμπειρία.

Το μεταπτυχιακό ήρθε λίγο διαφορετικά. Μου έδωσε εργαλεία για να καταλάβω καλύτερα αυτό που μέχρι τότε περισσότερο διαισθανόμουν. Να μπορώ να βλέπω μια παράσταση όχι μόνο από τη θέση του ηθοποιού, αλλά και από τη θέση του ανθρώπου που την οργανώνει, τη σκηνοθετεί, τη μελετά. Και ίσως τελικά αυτό να εξηγεί και την πορεία μου προς την παραγωγή. Έχω πάντα την ανάγκη να καταλαβαίνω πώς φτιάχνεται κάτι ολόκληρο. Δεν μου αρκεί να βρίσκομαι μόνο μέσα σε ένα κομμάτι του. Το θέατρο, βέβαια, συνεχίζει να με εκπαιδεύει καθημερινά και νομίζω ότι αυτό είναι και το ωραίο: δεν αποφοιτάς ποτέ πραγματικά από αυτό.

Το να είσαι ηθοποιός σε πολλές παραστάσεις και σε διάφορες αξιόλογες σκηνές, όπως και έγινε, είναι κάτι αναμενόμενο. Το να ιδρύσεις, όμως, εταιρεία, την CALD, της οποίας είσαι και η καλλιτεχνική διευθύντρια, είναι μια επιλογή ριψοκίνδυνη. Γιατί το τόλμησες και γιατί πιστεύεις ότι πέτυχε;

Δεν ξέρω αν το σκέφτηκα ποτέ ως ρίσκο. Μπορεί να είναι λίγο παράξενο αυτό που λέω, γιατί προφανώς ήταν. Αλλά όταν θέλεις να δημιουργήσεις κάτι και βλέπεις ότι δεν υπάρχει ακριβώς ο τρόπος που το φαντάζεσαι, κάποια στιγμή λες «θα το φτιάξω εγώ». Η CALD ξεκίνησε απ’ αυτήν την ανάγκη. Να δημιουργούμε δουλειές που μας ενδιαφέρουν, να επιλέγουμε τους συνεργάτες μας, να έχουμε την ευθύνη αλλά και την ελευθερία των επιλογών μας. Το δύσκολο στην παραγωγή είναι ότι δεν αρκεί να έχεις μια καλή ιδέα. Πρέπει να μπορείς να τη μετατρέψεις σε πραγματικότητα και αυτό σημαίνει ανθρώπους, χρήματα, οργάνωση, επιμονή, αποτυχίες, ξανά από την αρχή.

Νομίζω ότι η CALD πέτυχε γιατί δεν ξεκίνησε με στόχο απλώς να «κάνει παραγωγές». Ξεκίνησε από την ανάγκη να πούμε κάτι. Και όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη πίσω από ένα εγχείρημα, ο κόσμος κάπως το αντιλαμβάνεται. Μπορεί να μη συμφωνήσει μαζί σου, μπορεί να σε κρίνει, αλλά θα καταλάβει ότι δεν το έκανες απλώς για να το κάνεις.

Το να έχεις ποικίλες δράσεις στο ενεργητικό σου, από εναλλακτικές performances, έως μεγάλες παραγωγές σε θέατρα της Αθήνας και σε όλη την Ελλάδα, δείχνουν ένα εύρος καλλιτεχνικών δράσεων που, από το μεγαλύτερο μέχρι το μικρότερο εγχείρημα, σφραγίδα όλων είναι η πρωτοτυπία και η ποιότητα. Στη Βέροια μάλιστα είδαμε πριν τέσσερα χρόνια την περιπατητική performance Catch στο Μουσείο Βασιλικών Τάφων της Βεργίνας, πραγματικά εντυπωσιακή. Ποιοι είναι οι στόχοι σου κάθε φορά που ξεκινάς κάτι;

Πρωταρχικός στόχος είναι το project που αναλαμβάνω να με συγκινεί. Είναι πολύ βασικό κριτήριο! Αν δεν με συγκινεί, αν δεν με κάνει να ψάξω, να διαβάσω, να αμφιβάλλω, να ξενυχτήσω, μάλλον δεν έχει νόημα να το κάνω. Μετά θέλω να υπάρχει ένας λόγος που γίνεται. Η παράσταση δεν χρειάζεται απαραίτητα να «διδάξει» κάτι, αλλά θέλω όταν τελειώνει να έχει μείνει κάτι στον θεατή. Μια εικόνα, ένα συναίσθημα, μια ερώτηση, ακόμη και μια διαφωνία. Το Catch, για παράδειγμα, ήταν μια πολύ ιδιαίτερη συνάντηση του θεάτρου με έναν τόπο φορτισμένο από ιστορία και μνήμη. Εκεί δεν μπορούσες να κάνεις απλώς μια παράσταση και να την τοποθετήσεις κάπου. Ο ίδιος ο χώρος σου υπαγόρευε πράγματα.

Performance “Catch”, Βασιλικοί Τάφοι Βεργίνας

Αυτό μ’ ενδιαφέρει πολύ: να αφήνω το εκάστοτε έργο, τον χώρο, τους ανθρώπους και την εποχή να επηρεάζουν το αποτέλεσμα. Και βέβαια, όσο μεγαλώνω, καταλαβαίνω ότι η πρωτοτυπία από μόνη της δεν είναι αρετή. Αν δεν συνοδεύεται από ουσία, είναι απλώς ένας εντυπωσιασμός.

Επιλέγεις τα τελευταία χρόνια το Παιδικό Θέατρο με τεράστια επιτυχία, όχι μόνο από την πλευρά της ανταπόκρισης του κοινού, αλλά και από τη μεριά της ανταπόκρισης της Ένωσης Κριτικών, (πράγμα εξαιρετικά δύσκολο), καθώς οι “Μικρές κυρίες” σου στο Αλάμπρα προτάθηκαν για βράβευση ως η καλύτερη παράσταση της χρονιάς. Γιατί αφοσιώθηκες στο Παιδικό Θέατρο και ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας σου;

Δεν ξέρω αν θα έλεγα ότι αφοσιώθηκα στο παιδικό θέατρο. Θα έλεγα ότι με κέρδισε. Και ίσως επειδή έχω πλέον και ένα παιδί, καταλαβαίνω ακόμη περισσότερο πόσο μεγάλη ευθύνη είναι να μιλάς σε ένα παιδί μέσα από την τέχνη. Δεν θέλω να του φερθώ σαν να είναι μικρός ενήλικας. Θέλω να του δώσω χώρο να φανταστεί, να συγκινηθεί, να γελάσει, να αναγνωρίσει τον εαυτό του.

“ΜΙκρές κυρίες” στο θέατρο Αλάμπρα

Στις «Μικρές Κυρίες» μ’ ενδιέφερε ακριβώς αυτό: να μη φτιάξουμε μια «παιδική» εκδοχή του βιβλίου, αλλά μια παράσταση που να αφορά όλους. Και το μυστικό της επιτυχίας, αν υπάρχει, μάλλον είναι ότι δεν αντιμετωπίζω το παιδικό κοινό ως εύκολο κοινό. Τα παιδιά καταλαβαίνουν πότε τους λες ψέματα. Καταλαβαίνουν πότε κάτι είναι φτιαγμένο πρόχειρα. Και έχουν και κάτι που εμείς οι ενήλικες χάσαμε κάπου στον δρόμο: είναι αμείλικτα ειλικρινή. Οπότε, αν θέλεις να σταθείς απέναντί τους, πρέπει πρώτα να είσαι εσύ ειλικρινής.

“Αρσέν Λουπέν”

Και ερχόμαστε στον “Αρσέν Λουπέν, το μυστήριο της Κούφιας Βελόνας”, που θα δούμε στο Θέατρο Άλσους της Βέροιας, στις 24 Αυγούστου. Ξεκινήσατε μια μεγάλη περιοδεία από την Κρήτη και περιμένουμε όλοι να δούμε κάτι ιδιαίτερο. Γιατί οι παραστάσεις ήταν sold out για μια ολόκληρη χρονιά στην Αθήνα; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της παράστασης;

Νομίζω ότι το πρώτο πράγμα που έκανε τον Λουπέν να αγαπηθεί είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τα παιδιά ως «μικρούς θεατές». Είναι μια κανονική θεατρική περιπέτεια, με μυστήριο, ανατροπές, χιούμορ, μουσική, κίνηση και έναν ήρωα που δεν είναι ακριβώς καλός, αλλά δεν είναι και κακός. Είναι ο τέλειος «ατελής» αντι-ήρωας, ένας άνθρωπος που πέφτει, αμφιβάλλει, κάνει λάθη και ξανασηκώνεται. Αυτό με ενδιέφερε πολύ.

Και ίσως αυτό εξηγεί και την ανταπόκριση: στην παράσταση δεν πηγαίνει μόνο το παιδί. Πηγαίνει όλη η οικογένεια και ο καθένας παίρνει κάτι διαφορετικό. Υπάρχει επίσης ένα παιχνίδι με το κοινό και με την ίδια την ιστορία, γιατί δεν θέλαμε οι θεατές να είναι απλώς παρατηρητές. Θέλαμε να μπουν μέσα στο μυστήριο. Και όταν το θέατρο καταφέρνει να κάνει τον θεατή να ξεχάσει για λίγο ότι κάθεται σε μια καρέκλα, τότε νομίζω ότι κάτι έχει πάει καλά.

“Αρσέν Λουπέν”

Στην παράσταση διασκευάζεις τον μύθο, σκηνοθετείς, γράφεις τα τραγούδια, παίζεις… Όλη αυτή η πολυπραγμοσύνη, η φωτισμένη, πόσο σε γεμίζει, αλλά πόσο δυσκολεύει και τον ρόλο σου ως μητέρας ενός τρίχρονου αγοριού; Συνήθως ο όρος homo universalis, προσδιορίζει άντρες. Λοιπόν, πώς τα καταφέρνεις;

Καταρχάς δεν ξέρω αν τα καταφέρνω! Αυτό θα το απαντήσει ο γιος μου, όταν μεγαλώσει λίγο και μου κάνει τον απολογισμό! Νομίζω ότι δεν υπάρχει πραγματικά ισορροπία. Υπάρχει μια διαρκής προσπάθεια να μη χάσεις τίποτα σημαντικό. Και η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι άνθρωπος που μπορεί εύκολα να πει «θα κάνω μόνο αυτό». Μου αρέσει να μαθαίνω, να δοκιμάζω, να μπλέκω τις ιδιότητες μεταξύ τους. Η υποκριτική με βοηθά στη σκηνοθεσία, η σκηνοθεσία στην παραγωγή, η παραγωγή με κάνει να βλέπω διαφορετικά την υποκριτική. Όλα κάπως συνομιλούν.

Η μητρότητα, από την άλλη, μου άλλαξε εντελώς την κλίμακα των πραγμάτων. Υπάρχουν πράγματα που πριν μου φαίνονταν τεράστια και τώρα σκέφτομαι «εντάξει, θα το λύσουμε». Και υπάρχουν άλλα, ένα παιδί που σε περιμένει, μια αγκαλιά, ένα παιχνίδι, που ξαφνικά είναι ολόκληρος ο κόσμος. Έχω γίνει, λοιπόν, μάλλον καλύτερη στο να ξεχωρίζω τι αξίζει πραγματικά τον χρόνο μου. Και όταν δεν τον ξεχωρίζω, έχω έναν τρίχρονο που φροντίζει να μου το θυμίζει!

“Αρσέν Λουπέν”

Η επόμενη σκέψη σου είναι η πραγματοποίηση από την Εταιρεία σου Cald μιας παράστασης, όπως έχεις δηλώσει, με τον τίτλο “Θύρα μηδέν”, που θα ανέβει στο Θέατρο Βέμπο. Η οπαδική βία είναι το θέμα της. Εξαιρετικά ενδιαφέρον! Και η παιδική εγκληματικότητα; Μια άλλη πληγή της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, σε απασχόλησε ως ιδέα με εργαλείο το Θέατρο;

Με απασχολεί γενικότερα η βία που κρύβεται πίσω από συμπεριφορές τις οποίες πολλές φορές κοιτάμε μόνο στην επιφάνειά τους. Η οπαδική βία είναι ένα τέτοιο φαινόμενο και γι’ αυτό μ’ ενδιαφέρει η «Θύρα Μηδέν»: όχι για να δείξουμε απλώς τους «κακούς» και τους «καλούς», αλλά για να ψάξουμε τι υπάρχει από πίσω.

Η παιδική και εφηβική εγκληματικότητα με απασχολεί επίσης, αλλά με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο: δεν με ενδιαφέρει να δείξω το παιδί ως «τέρας». Με ενδιαφέρει να αναρωτηθώ πότε ένα παιδί σταματά να αισθάνεται ότι ανήκει κάπου αλλού και βρίσκει καταφύγιο στη βία, στην ομάδα, στην παραβατικότητα. Εκεί νομίζω ότι το θέατρο μπορεί να κάνει κάτι πολύ ουσιαστικό. Να ανοίξει μια συζήτηση χωρίς να δώσει έτοιμη απάντηση. Γιατί αν ξέρουμε ήδη την απάντηση, ίσως δεν χρειάζεται να κάνουμε παράσταση. Η τέχνη, για μένα, πρέπει να μας βάζει λίγο σε δύσκολη θέση. Να μας κάνει να κοιτάξουμε κάτι που ίσως προτιμούσαμε να μην κοιτάξουμε.

 Ποιος είναι, λοιπόν, σήμερα, Αθηνά,ο ρόλος της Τέχνης στη ζωή μας, σήμερα που η ζωή έγινε τόσο σκληρή και ο άνθρωπος χάνει σιγά-σιγά τον ανθρωπισμό του; Είναι απλά μια παρηγοριά στο σκοτάδι ή μια ελπίδα για το αύριο;

 Νομίζω ότι είναι και τα δύο, αλλά αν έπρεπε να διαλέξω, θα έλεγα ότι είναι περισσότερο μια υπενθύμιση πως δεν είμαστε μόνοι. Η τέχνη δεν μπορεί να σταματήσει έναν πόλεμο, να λύσει μια κοινωνική αδικία ή να κάνει ξαφνικά τον άνθρωπο καλύτερο. Μπορεί όμως να τον κάνει να νιώσει. Και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο.

Σε μια εποχή που βομβαρδιζόμαστε διαρκώς από πληροφορία, εικόνες και φόβο, το να σταθείς απέναντι σε μια ιστορία και να συγκινηθείς με έναν άνθρωπο που δεν γνώρισες ποτέ, είναι μια πράξη ανθρωπισμού. Γι’ αυτό δεν θέλω να βλέπω την τέχνη μόνο σαν παρηγοριά. Η παρηγοριά είναι σημαντική, αλλά η τέχνη πρέπει και να ενοχλεί, να ανοίγει συζητήσεις για όσα φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε, να μας θυμίζει ότι μπορούμε ακόμη να φανταστούμε κάτι διαφορετικό. Και ίσως τελικά αυτό να είναι η ελπίδα: όχι να πιστεύεις ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά να συνεχίζεις να δημιουργείς ακόμη κι όταν δεν είσαι καθόλου βέβαιος ότι θα πάνε.

………….

 

banner-article banner-advertisement

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ