Άρθρα Κοινωνία

“Homo Sordidus: Ο άνθρωπος της αλγοριθμικής ευτέλειας” / γράφει ο Άρης Όρφανίδης

Η ανθρώπινη ευτέλεια δε γεννήθηκε στο TikTok. Η χυδαιότητα, η ματαιοδοξία, η επιδειξιομανία, η δημόσια διαπόμπευση, η ανάγκη αναγνώρισης, η ηδονοβλεψία και η απόλαυση του εξευτελισμού του άλλου αποτελούν παλαιές γνωστές εκδηλώσεις της ανθρώπινης κοινωνικότητας

Από τις δημόσιες διαπομπεύσεις προηγούμενων αιώνων έως τη μαζική κουλτούρα του εικοστού αιώνα, ο άνθρωπος υπήρξε ταυτόχρονα παραγωγός και καταναλωτής θεάματος. Θα ήταν επομένως εύκολο, αλλά φιλοσοφικά ανεπαρκές, να αποδώσουμε στο TikTok ή γενικότερα στα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα την εμφάνιση ενός ξαφνικά «χειρότερου» ανθρώπου. Το πραγματικά καινούργιο βρίσκεται αλλού: η ψηφιακή τεχνολογία δημιούργησε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η ευτέλεια μπορεί να μετατραπεί συστηματικά σε ορατότητα, η ορατότητα σε κοινωνικό κεφάλαιο και το κοινωνικό κεφάλαιο σε οικονομική αξία. Δεν εφευρέθηκε η ευτέλεια. Εφευρέθηκε ένας πρωτοφανώς αποτελεσματικός μηχανισμός αξιοποίησής της.

Για την περιγραφή αυτού του αναδυόμενου ανθρωπολογικού τύπου μπορεί να προταθεί ο όρος Homo sordidus, ο άνθρωπος της ευτέλειας ή, ακριβέστερα, ο άνθρωπος της αλγοριθμικής ευτέλειας. Το λατινικό sordidus παραπέμπει σημασιολογικά στο βρώμικο, ευτελές, ποταπό, ανάξιο. Εδώ όμως ο όρος δεν χρησιμοποιείται ως ύβρις ούτε ως χαρακτηρισμός μιας υποτιθέμενης κατηγορίας «κατώτερων» ανθρώπων. Χρησιμοποιείται ως ιδεότυπος: ως αναλυτικό εργαλείο για την περιγραφή ενός τρόπου δημόσιας ύπαρξης που ευνοείται από συγκεκριμένες τεχνολογικές και κοινωνικές συνθήκες. Ο Homo sordidus δεν είναι εκείνος που κάποτε συμπεριφέρθηκε χυδαία. Είναι το υποκείμενο που μαθαίνει ότι η υπερβολή, η πρόκληση, η αυτοέκθεση, η σύγκρουση, η γελοιοποίηση του άλλου ή ακόμη και ο ίδιος ο αυτοεξευτελισμός μπορούν να αποτελέσουν αποτελεσματικές στρατηγικές κατάκτησης της προσοχής.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ιστορική ιδιαιτερότητα του φαινομένου. Η ευτέλεια του παρελθόντος περιοριζόταν από τη γεωγραφία και την έκταση του φυσικού ακροατηρίου. Ο προκλητικός χρειαζόταν πλατεία, ο γελωτοποιός αυλή, ο επιδειξιομανής φυσικούς θεατές. Σήμερα ένας άνθρωπος μόνος στο δωμάτιό του διαθέτει ένα κινητό τηλέφωνο που μπορεί δυνητικά να μεταφέρει την εικόνα του σε εκατομμύρια ανθρώπους. Η τεχνολογία πραγματοποιεί μια πρωτοφανή δημοκρατικοποίηση της δημόσιας παρουσίας. Αυτό αποτελεί αναμφίβολα κατάκτηση. Η ίδια όμως δυνατότητα καταργεί και πολλά από τα παλαιότερα φίλτρα που μεσολαβούσαν ανάμεσα στην ιδιωτική συμπεριφορά και τη μαζική δημόσια έκθεση.

Το TikTok αποτελεί ίσως το καθαρότερο εργαστήριο αυτής της νέας συνθήκης. Η αδιάκοπη ροή σύντομων βίντεο δημιουργεί έναν ακραίο ανταγωνισμό για ελάχιστα δευτερόλεπτα ανθρώπινης προσοχής. Ο δημιουργός γνωρίζει ότι ένα σύρσιμο του δακτύλου αρκεί για να εξαφανιστεί από την οθόνη. Πρέπει επομένως να καθηλώσει το βλέμμα. Και όταν εκατομμύρια δημιουργοί επιδιώκουν το ίδιο πράγμα, η ένταση του ερεθίσματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Η υπερβολή αιχμαλωτίζει το βλέμμα.

Η σύγκρουση καθηλώνει το βλέμμα.

Η χυδαιότητα αιχμαλωτίζει το βλέμμα.

Η αμηχανία καθηλώνει το βλέμμα.

Ακόμη και η αποστροφή μπορεί να αιχμαλωτίσει το βλέμμα.

Εδώ εμφανίζεται μία από τις σημαντικότερες αντιστροφές της ψηφιακής κουλτούρας: δεν χρειάζεται να σε θαυμάζουν· αρκεί να μην μπορούν να σε αγνοήσουν.

Η οικονομία της προσοχής προσφέρει το θεωρητικό πλαίσιο για την κατανόηση αυτής της μεταβολής. Ο Herbert Simon είχε ήδη επισημάνει ότι η αφθονία πληροφοριών δημιουργεί έλλειμμα εκείνου που αυτές καταναλώνουν: της ανθρώπινης προσοχής. Στο σημερινό ψηφιακό περιβάλλον η προσοχή μετατρέπεται σε σπάνιο πόρο. Όπου όμως υπάρχει σπάνιος πόρος, εμφανίζεται ανταγωνισμός. Και όπου υπάρχει ανταγωνισμός, αναπτύσσονται τεχνικές κατάκτησής του.

Το πρόβλημα είναι ότι η αλήθεια, η ποιότητα και η αξία δεν αποτελούν πάντοτε τις αποτελεσματικότερες τεχνικές προσέλκυσης προσοχής. Η σύνθετη σκέψη απαιτεί χρόνο και υπομονή. Η επιστημονική γνώση χρειάζεται εξήγηση. Η φιλοσοφική επιχειρηματολογία προϋποθέτει συγκέντρωση. Αντίθετα, η κραυγή είναι άμεση. Η προσβολή γίνεται αντιληπτή σε ένα δευτερόλεπτο. Ο καβγάς δεν απαιτεί προγενέστερη γνώση. Η γελοιοποίηση δεν χρειάζεται υποσημειώσεις. Μέσα σε ένα περιβάλλον ακραίας ταχύτητας, επομένως, η ευτέλεια μπορεί να αποκτήσει δομικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δημοφιλές περιεχόμενο είναι ευτελές ούτε ότι το TikTok παράγει αποκλειστικά χαμηλής ποιότητας υλικό. Στην ίδια πλατφόρμα μπορεί κανείς να συναντήσει -αν και ομολογουμένως πιο σπάνια- επιστήμονες, εκπαιδευτικούς, καλλιτέχνες και εξαιρετικά δημιουργικούς ανθρώπους. Η κριτική δεν αφορά την πλατφόρμα ως απόλυτο κακό αλλά τη δομή κινήτρων που μπορεί να επιβραβεύει ορισμένες συμπεριφορές. Και εδώ εμφανίζεται το παράδοξο που βρίσκεται στον πυρήνα του Homo sordidus: η κοινωνική απαξία μπορεί να παράγει ψηφιακή αξία.

Ένας άνθρωπος μπορεί να συγκεντρώνει εκατομμύρια προβολές επειδή οι θεατές τον θεωρούν γελοίο. Μπορεί να γίνεται αντικείμενο χλευασμού και ταυτόχρονα να αυξάνει τους ακολούθους του. Μπορεί να προκαλεί αγανάκτηση και ακριβώς αυτή η αγανάκτηση να αυξάνει τη διάδοσή του. Η αρνητική προσοχή εξακολουθεί να είναι προσοχή. Το σχόλιο «τι κατάντια είναι αυτή;» παραμένει σχόλιο. Η αναδημοσίευση με σκοπό τη γελοιοποίηση παραμένει αναδημοσίευση.

Αναδύεται έτσι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε οικονομία της αναξιοπρέπειας: ένα περιβάλλον στο οποίο ακόμη και η απώλεια αξιοπρέπειας μπορεί να αποκτήσει ανταλλακτική αξία. Ο Homo sordidus δεν χρειάζεται να προστατεύει πάντοτε το κύρος του, εφόσον η απώλειά του παράγει περισσότερη ορατότητα. Μπορεί να εκθέσει την προσωπική του ζωή, τις ερωτικές του σχέσεις, τις οικογενειακές συγκρούσεις, τον θυμό, την αμηχανία, ακόμη και τον πόνο του. Ο ιδιωτικός βίος μετατρέπεται σε αποθήκη δυνητικού περιεχομένου.

Η μεταβολή αυτή μπορεί να φτάσει ακόμη βαθύτερα. Ο άνθρωπος δεν ζει πλέον απλώς και στη συνέχεια δημοσιεύει ένα μέρος όσων έζησε. Μπορεί σταδιακά να αρχίσει να ζει με γνώμονα τη δυνατότητα δημοσίευσης. Το ερώτημα «τι θέλω να κάνω;» συνοδεύεται από το «πώς θα φαίνεται;». Το ταξίδι, το γεύμα, η σχέση, η σύγκρουση, ακόμη και η θλίψη αποκτούν έναν δυνητικό θεατή πριν ακόμη βιωθούν πλήρως. Η κάμερα δεν καταγράφει απλώς τη ζωή. Αρχίζει να παρεμβαίνει στην οργάνωσή της.

Εδώ η σκέψη του Guy Debord για την Κοινωνία του Θεάματος αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα. Ο Debord δεν αντιλαμβανόταν το θέαμα ως απλή συσσώρευση εικόνων, αλλά ως κοινωνική σχέση διαμεσολαβημένη από εικόνες. Η ψηφιακή κοινωνία προσθέτει όμως μια καθοριστική μεταβολή: ο θεατής γίνεται ταυτόχρονα παραγωγός του θεάματος. Η σκηνή παύει να ανήκει αποκλειστικά σε επαγγελματίες της δημοσιότητας. Ο καθένας μπορεί να γίνει εικόνα προς κατανάλωση. Ο άνθρωπος είναι συγχρόνως θεατής και θέαμα, καταναλωτής και προϊόν.

Η συνεχής αυτή διαδικασία μπορεί να επηρεάσει και τον χαρακτήρα. Χρησιμοποιώντας αναλογικά την έννοια του habitus του Pierre Bourdieu, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα αλγοριθμικό habitus. Ο χρήστης μαθαίνει μέσα από επαναλαμβανόμενες ανταμοιβές ποια εκδοχή του εαυτού του αποδίδει περισσότερο. Δημοσιεύει ένα ήρεμο βίντεο και λαμβάνει χίλιες προβολές. Δημοσιεύει έναν καβγά και λαμβάνει εκατό χιλιάδες. Προχωρά σε ακόμη μεγαλύτερη υπερβολή και λαμβάνει ένα εκατομμύριο. Ο αλγόριθμος δεν του δίνει ηθική εντολή. Δεν του λέει «γίνε χυδαίος». Του παρουσιάζει όμως έναν αριθμό.

Και οι αριθμοί εκπαιδεύουν. Και οι αριθμοί σαγηνεύουν.

Τα likes εκπαιδεύουν. Τα views εκπαιδεύουν. Τα shares εκπαιδεύουν. Οι followers εκπαιδεύουν. Ακόμη και τα υβριστικά σχόλια εκπαιδεύουν διότι αυξάνουν την ορατότητα. Έτσι το εκτιθέμενο ψηφιακό υποκείμενο μαθαίνει ποια δημόσια εκδοχή του έχει μεγαλύτερη ανταλλακτική αξία.

Εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη ανθρωπολογική απειλή: ο άνθρωπος δεν παρουσιάζει πλέον απλώς αυτό που είναι· κινδυνεύει να γίνεται αυτό που αποδίδει καλύτερα όταν παρουσιάζεται.

Η αριστοτελική ηθική προσφέρει ένα εξαιρετικά χρήσιμο πλαίσιο για την κατανόηση αυτού του κινδύνου. Για τον Αριστοτέλη ο χαρακτήρας συγκροτείται μέσω έξεων. Οι επαναλαμβανόμενες πράξεις δεν εκφράζουν απλώς αυτό που είμαστε· συμβάλλουν στο να γίνουμε αυτό που είμαστε. Επομένως, το ερώτημα για τον Homo sordidus δεν είναι μόνο αν ένα συγκεκριμένο βίντεο είναι χυδαίο. Το βαθύτερο ερώτημα είναι: τι είδους άνθρωπο διαμορφώνει η συνεχής εξάσκηση στην κατάκτηση της προσοχής;

Τι συμβαίνει όταν η αυτοεκτίμηση εξαρτάται από αριθμούς; Όταν η αυτοσυγκράτηση δεν επιβραβεύεται επειδή είναι αόρατη; Όταν η υπερβολή αποφέρει περισσότερο από το μέτρο; Όταν το άτομο μαθαίνει να αξιολογεί την ημέρα του μέσα από τις αντιδράσεις αγνώστων; Η αριστοτελική έννοια του μέτρου βρίσκεται εδώ αντιμέτωπη με ένα σύστημα στο οποίο η υπέρβαση του μέτρου μπορεί να αποτελεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Εξίσου ισχυρή είναι η καντιανή ένσταση. Η δεύτερη διατύπωση της κατηγορικής προσταγής απαιτεί να αντιμετωπίζουμε την ανθρωπότητα τόσο στο δικό μας πρόσωπο όσο και στο πρόσωπο του άλλου πάντοτε συγχρόνως ως σκοπό και ποτέ απλώς ως μέσο. Στην οικονομία της προσοχής όμως ο άλλος μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε «content». Η αμηχανία του γίνεται θέαμα, ο θυμός του engagement, η προσωπική του ζωή υλικό, ο εξευτελισμός του viral βίντεο. Το πρόσωπο κινδυνεύει να υποβιβαστεί σε εργαλείο παραγωγής προβολών.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η αυτοεργαλειοποίηση. Ο Homo sordidus μπορεί να μετατρέψει τον ίδιο του τον εαυτό σε μέσο. Το σώμα, η ιδιωτικότητα, οι σχέσεις και η αξιοπρέπειά του μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ορατότητας. Ο άνθρωπος γίνεται έτσι ταυτόχρονα παραγωγός, προϊόν, πωλητής και διαφήμιση του εαυτού του. Η εμπορευματοποίηση δεν αφορά πλέον μόνο όσα κατέχει αλλά και αυτό που είναι.

Ο Homo sordidus συνδέεται, τέλος, με έναν ευρύτερο μετασχηματισμό του δημόσιου λόγου. Δίπλα στον Homo spectator, τον άνθρωπο-θεατή, αναδύεται ο Homo semper opinans, ο άνθρωπος της συνεχούς γνώμης. Ο δεύτερος δεν αρκείται στο να παρακολουθεί. Καλείται διαρκώς να αντιδρά, να σχολιάζει, να κρίνει και να τοποθετείται. Για πόλεμο, πολιτική, επιστήμη, ανθρώπινες σχέσεις, δικαιοσύνη, ιατρική ή οποιοδήποτε γεγονός εμφανίζεται στην οθόνη του.

Η κλασική γνωσιολογική ακολουθία θα μπορούσε ιδανικά να είναι:

γεγονός → πληροφόρηση → εξέταση → γνώση → κρίση → γνώμη.

Η ψηφιακή επιτάχυνση επιτρέπει μια διαφορετική:

ερέθισμα → συναίσθημα → αντίδραση → γνώμη → δημοσίευση → μέτρηση.

Ο Homo sordidus προσθέτει σε αυτή την ακολουθία το στοιχείο της πρόκλησης. Δεν έχει σημασία μόνο να μιλήσει αλλά να μιλήσει με τρόπο που θα σταματήσει το βλέμμα. Η γνώμη μετατρέπεται έτσι από πιθανό αποτέλεσμα γνώσης σε τεχνική δημόσιας παρουσίας.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ο Homo sordidus δεν υπάρχει μόνος. Χρειάζεται το κοινό του. Και το κοινό δεν αποτελεί παθητικό παρατηρητή. Όταν γελά, σχολιάζει, εξοργίζεται, κοινοποιεί και αναπαράγει το περιεχόμενο που δηλώνει ότι περιφρονεί, συμμετέχει στην οικονομική, πολιτισμική και συμβολική επιτυχία του. Η κοινωνία μπορεί επομένως να γελά με τον Homo sordidus και ταυτόχρονα να τον ανταμείβει. Να τον καταδικάζει και να τον κάνει διάσημο και πλούσιο. Να τον αποκαλεί ευτελή και συγχρόνως να χρηματοδοτεί την ευτέλειά του με την προσοχή της.

Γι’ αυτό η εύκολη καταδίκη των «σκουπιδανθρώπων του TikTok» αποτυγχάνει να συλλάβει το πραγματικό πρόβλημα. Το ζήτημα δεν είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που συμπεριφέρονται ευτελώς. Υπήρχαν πάντοτε. Το πρόβλημα είναι ότι έχει συγκροτηθεί ένα οικοσύστημα μέσα στο οποίο η ευτέλεια μπορεί να μετατραπεί σε κεφάλαιο. Και όταν μια συμπεριφορά αποκτά κεφαλαιακή αξία, αποκτά και ισχυρό κίνητρο αναπαραγωγής.

Ο Homo sordidus δεν είναι λοιπόν απλώς ο χυδαίος χρήστης του TikTok. Είναι ένας ανθρωπολογικός τύπος της ψηφιακής οικονομίας της προσοχής: το υποκείμενο που ανακαλύπτει ότι μπορεί να είναι περισσότερο επικερδές να προκαλεί την προσοχή παρά να αξίζει την προσοχή.

Αυτό είναι και το βαθύτερο πολιτισμικό πρόβλημα. Η ευτέλεια δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι ανώτερη από τη γνώση, την αρετή, την τέχνη ή τη δημιουργικότητα. Αρκεί να τις νικήσει στον ανταγωνισμό της ορατότητας. Και όταν το περισσότερο ορατό αρχίζει να συγχέεται με το περισσότερο σημαντικό, τότε η ποσότητα της προσοχής μετατρέπεται ύπουλα σε κριτήριο αξίας.

Η ψηφιακή εποχή, επομένως, δεν πρέπει να κατηγορηθεί επειδή δημιούργησε την ανθρώπινη ευτέλεια. Δεν τη δημιούργησε. Έκανε όμως κάτι ιστορικά πολύ σημαντικότερο: απέκτησε τη δυνατότητα να τη μετρά, να τη διανέμει, να την επιβραβεύει, να την εμπορευματοποιεί και τελικά να την κανονικοποιεί.

Και ίσως εδώ εντοπίζεται η πληρέστερη έννοια του Homo sordidus. Δεν είναι απλώς ο άνθρωπος που χάνει την αξιοπρέπειά του μπροστά σε μια κάμερα. Είναι ο άνθρωπος που, μέσα σε ένα συγκεκριμένο σύστημα κινήτρων, μπορεί να ανακαλύψει ότι η απώλεια της αξιοπρέπειάς του αποδίδει περισσότερο από τη διατήρησή της.

Το ερώτημα που αφήνει πίσω του δεν αφορά επομένως μόνο το TikTok. Αφορά το είδος της κοινωνίας που οικοδομούμε:

Τι συμβαίνει σε έναν πολιτισμό όταν γίνεται ευκολότερο να αποκτήσεις αξία επειδή σε κοιτούν παρά να σε κοιτούν επειδή έχεις αξία;

Από τη διάγνωση στην αντίσταση: πώς αντιμετωπίζεται ο Homo sordidus;

Η περιγραφή του Homo sordidus θα παρέμενε ελλιπής εάν κατέληγε απλώς σε μια απαισιόδοξη διαπίστωση περί πολιτισμικής παρακμής. Αν η αλγοριθμική ευτέλεια δεν αποτελεί έμφυτο χαρακτηριστικό ορισμένων «κακών» ανθρώπων αλλά συμπεριφορά που μπορεί να ενισχύεται από συγκεκριμένες δομές κινήτρων, τότε οι ίδιες αυτές δομές μπορούν τουλάχιστον εν μέρει να μεταβληθούν. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η λογοκρισία ούτε μια αριστοκρατική απαίτηση να αποκλειστούν οι «ανάξιοι» από τον δημόσιο λόγο. Μια τέτοια λύση θα αναιρούσε μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του διαδικτύου: τη διεύρυνση της δυνατότητας δημόσιας έκφρασης. Το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί το δικαίωμα του ανθρώπου να μιλά, αλλά να πάψει η κοινωνία να συγχέει το δικαίωμα της έκφρασης με την υποχρέωση επιβράβευσης κάθε μορφής έκφρασης.

Η πρώτη μορφή αντίστασης αφορά επομένως τον ίδιο τον θεατή. Στην οικονομία της προσοχής, η προσοχή δεν είναι ουδέτερη πράξη. Αποτελεί πόρο. Κάθε παρακολούθηση, σχόλιο, κοινοποίηση και επαναλαμβανόμενη ενασχόληση μπορεί να συμβάλλει στη διάδοση ενός περιεχομένου. Αυτό σημαίνει ότι η ηθική ευθύνη του ψηφιακού πολίτη δεν εξαντλείται στο τι δημοσιεύει ο ίδιος. Επεκτείνεται και στο τι επιλέγει να τροφοδοτεί με το βλέμμα του. Η αποδοκιμασία δεν αποτελεί πάντοτε αντίσταση. Όταν συνοδεύεται από αδιάκοπη παρακολούθηση και αναπαραγωγή, μπορεί να μετατραπεί στην πιο αποτελεσματική μορφή διαφήμισης και πλουτισμού εκείνου που υποτίθεται ότι αποδοκιμάζεται.

Απέναντι στον Homo sordidus, επομένως, η σημαντικότερη ατομική πράξη αντίστασης δεν είναι αναγκαστικά η δημόσια επίθεση. Μπορεί να είναι η άρνηση της προσοχής. Να μη σχολιάσω. Να μην κοινοποιήσω για να γελάσουμε. Να μην παρακολουθήσω ξανά και ξανά κάτι που θεωρώ ευτελές. Η σιωπή, η οποία στην ψηφιακή κουλτούρα συχνά εκλαμβάνεται ως παθητικότητα, μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα ενεργητικής ηθικής επιλογής. Σε μια οικονομία που εμπορεύεται το βλέμμα, η απόσυρση του βλέμματος αποτελεί μορφή δύναμης και αντίστασης.

Το κράτος και οι θεσμοί μπορούν να παρέμβουν όχι λογοκρίνοντας το ευτελές περιεχόμενο, αλλά αλλάζοντας τις συνθήκες που το επιβραβεύουν:

  • Ρύθμιση των πλατφορμών: μεγαλύτερη διαφάνεια για το γιατί και πώς οι αλγόριθμοι προωθούν περιεχόμενο.
  • Προστασία ανηλίκων: αυστηρότεροι κανόνες για έκθεση παιδιών, εξευτελιστικές προκλήσεις, επικίνδυνα trends και εμπορική εκμετάλλευση.
  • Ψηφιακή παιδεία στα σχολεία: όχι μόνο «πώς χρησιμοποιώ το διαδίκτυο», αλλά κριτική σκέψη, αυτοκυριαρχία και ηθική της προσοχής.
  • Προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ιδιωτικότητας: αποτελεσματική εφαρμογή κανόνων απέναντι σε μη συναινετική έκθεση, παρενόχληση και εκμετάλλευση τρίτων.
  • Έλεγχος της εμπορευματοποίησης: διαφάνεια σε διαφημίσεις, χορηγίες και οικονομικά κίνητρα που ανταμείβουν επιβλαβείς πρακτικές.
  • Ενίσχυση ποιοτικού ψηφιακού περιεχομένου: πολιτιστικοί και εκπαιδευτικοί θεσμοί μπορούν να κάνουν τη γνώση περισσότερο ορατή και ανταγωνιστική.

Αυτό όμως δεν αρκεί. Η ατομική αυτοσυγκράτηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνη της ένα πρόβλημα που παράγεται και σε επίπεδο τεχνολογικής αρχιτεκτονικής. Χρειάζεται επομένως μια δεύτερη μορφή παρέμβασης, που αφορά τις ίδιες τις πλατφόρμες. Εάν ένα σύστημα συστάσεων μαθαίνει ότι η οργή, η ταπείνωση ή η ακραία πρόκληση διατηρούν περισσότερο την προσοχή και επομένως τα προωθεί περισσότερο, τότε η τεχνολογία δεν λειτουργεί απλώς ως ουδέτερος καθρέφτης των ανθρώπινων προτιμήσεων. Συμμετέχει στη διαμόρφωσή τους. Η σχεδιαστική ευθύνη απαιτεί συνεπώς να μη χρησιμοποιείται η μέγιστη δυνατή παραμονή του χρήστη στην πλατφόρμα ως μοναδικό ή υπέρτατο κριτήριο επιτυχίας.

Η τρίτη και ίσως μακροπρόθεσμα σημαντικότερη απάντηση είναι παιδευτική. Ο ψηφιακός γραμματισμός δεν μπορεί πλέον να σημαίνει απλώς ότι ένας νέος γνωρίζει πώς να χειρίζεται μια εφαρμογή ή πώς να αναγνωρίζει μια ψευδή είδηση. Χρειάζεται μια πραγματική ηθική της προσοχής. Ο άνθρωπος πρέπει να εκπαιδεύεται να κατανοεί ότι το βλέμμα του έχει αξία, ότι η αντίδρασή του παράγει δεδομένα, ότι η κοινοποίησή του ενισχύει συμπεριφορές και ότι η διαρκής κατανάλωση συγκεκριμένων μορφών περιεχομένου επηρεάζει όχι μόνο τον αλγόριθμο αλλά και τον ίδιο του τον χαρακτήρα.

Εδώ ο Αριστοτέλης γίνεται ιδιαίτερα επίκαιρος. Αν ο χαρακτήρας συγκροτείται μέσα από επαναλαμβανόμενες πράξεις, τότε η ψηφιακή αγωγή πρέπει να καλλιεργεί έξεις μέτρου: την ικανότητα να μην αντιδρούμε σε κάθε ερέθισμα, να μη δημοσιοποιούμε κάθε συναίσθημα, να μη μετατρέπουμε κάθε ιδιωτική στιγμή σε δημόσιο υλικό και να ανεχόμαστε ακόμη και το γεγονός ότι κάτι που κάνουμε μπορεί να παραμείνει αθέατο. Σε έναν πολιτισμό που μας εκπαιδεύει να φαινόμαστε, η δυνατότητα να υπάρχουμε χωρίς να εκτιθέμεθα μετατρέπεται σε αρετή.

Αντίστοιχα, η καντιανή έννοια της αξιοπρέπειας μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό ηθικό όριο. Δεν είναι όλα όσα μπορούν να μετατραπούν σε περιεχόμενο ηθικά θεμιτό να μετατραπούν σε περιεχόμενο. Ο άλλος δεν παύει να είναι πρόσωπο όταν βρίσκεται μπροστά στην κάμερα. Το παιδί, ο σύντροφος, ο ηλικιωμένος, ο άγνωστος στον δρόμο ή ο άνθρωπος σε μια στιγμή αδυναμίας δεν αποτελούν πρώτες ύλες παραγωγής μετρήσιμης αλληλεπίδρασης. Και ούτε ο ίδιος ο δημιουργός πρέπει να αντιμετωπίζει αναγκαστικά τον εαυτό του ως εμπόρευμα του οποίου κάθε πλευρά μπορεί να εκποιηθεί για περισσότερη ορατότητα. Η αξιοπρέπεια πρέπει να λειτουργεί ως όριο στην εμπορευματοποίηση του εαυτού.

Χρειάζεται όμως και μια τέταρτη μεταβολή, βαθύτερη από την εκπαίδευση και τη ρύθμιση: μια πολιτισμική επαναξιολόγηση της αφάνειας. Η σύγχρονη ψηφιακή κουλτούρα έχει συνδέσει σε πρωτοφανή βαθμό την κοινωνική επιτυχία με την ορατότητα. Όμως το πολύ ορατό δεν είναι αναγκαστικά σημαντικό και το σημαντικό δεν είναι αναγκαστικά θεαματικό. Η γνώση συχνά παράγεται αθόρυβα. Η φροντίδα είναι συνήθως αθέατη. Η αρετή δεν χρειάζεται κοινό. Η αξιοπρέπεια δεν χρειάζεται likes. Μια κοινωνία που θέλει να αντισταθεί στον Homo sordidus πρέπει επομένως να αποκαταστήσει την αξία πραγμάτων που δεν μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε θέαμα.

Η λύση δεν είναι λοιπόν ένας πόλεμος εναντίον του Homo sordidus. Ένας τέτοιος πόλεμος θα μπορούσε μάλιστα να τον ενισχύσει, προσφέροντάς του ακριβώς εκείνο που χρειάζεται περισσότερο: περισσότερη προσοχή. Η ουσιαστική απάντηση είναι η αποδυνάμωση του οικοσυστήματος που καθιστά την ευτέλεια συμφέρουσα.

Αυτό απαιτεί τέσσερις παράλληλες κινήσεις: υπεύθυνο θεατή, υπεύθυνο σχεδιασμό πλατφορμών, παιδεία της ψηφιακής αυτοκυριαρχίας και πολιτισμική επαναθεμελίωση της αξιοπρέπειας. Δεν πρόκειται να εξαφανιστεί η ανθρώπινη ευτέλεια. Μπορούμε όμως να αρνηθούμε να την κάνουμε πολιτισμικά βαρύνουσα και οικονομικά επικερδή.

Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη απάντηση στο φαινόμενο:

Αν η ευτέλεια μετατρέπεται σε κεφάλαιο επειδή της προσφέρουμε προσοχή, η πρώτη πράξη αντίστασης είναι να πάψουμε να τη χρηματοδοτούμε με το βλέμμα μας. Ο Homo sordidus δεν χρειάζεται πρωτίστως έναν λογοκριτή. Χρειάζεται ένα κοινό που έμαθε να κοιτάζει αλλού: στα ουσιώδη και τα μη ευτελή!

banner-article banner-advertisement

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ