Άρθρα Κοινωνία

“Ποτέ τόσο κοντά – ποτέ τόσο μόνοι. Η παράδοξη μοναξιά του διασυνδεόμενου ψηφιακού ανθρώπου” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης

Πολλοί άνθρωποι δεν υποφέρουν επειδή δεν γνωρίζουν άλλους ανθρώπους. Υποφέρουν επειδή οι γνωριμίες δεν βαθαίνουν. Όλα αρχίζουν εύκολα και τελειώνουν εύκολα. Η αρχική επικοινωνία είναι άμεση, η έλξη γρήγορη, η οικειότητα φαινομενικά ταχεία, αλλά συχνά λείπει η αντοχή

Η σύγχρονη μοναξιά δεν είναι απλώς ένα ψυχολογικό σύμπτωμα ούτε μια παρενέργεια της τεχνολογίας. Είναι ένδειξη ότι έχει αλλάξει ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος υπάρχει μέσα στον κόσμο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι άνθρωποι δεν συναντιούνται αρκετά, ούτε ότι τα κοινωνικά δίκτυα αντικατέστησαν την άμεση επαφή. Αυτά είναι εκδηλώσεις ενός βαθύτερου φαινομένου. Το ουσιαστικότερο ζήτημα είναι ότι η σύγχρονη κοινωνία έχει αποσυνδέσει την παρουσία από τη σχέση, την επικοινωνία από την κατανόηση, την ορατότητα από την αναγνώριση και την ελευθερία από το ανήκειν. Έτσι ο άνθρωπος μπορεί να είναι παντού παρών και ταυτόχρονα να μη βρίσκεται πραγματικά πουθενά.

Η παλαιότερη μοναξιά ήταν συχνά μοναξιά έλλειψης. Έλειπαν οι άνθρωποι, οι δυνατότητες, οι δρόμοι επικοινωνίας, οι τρόποι συνάντησης. Η σημερινή μοναξιά είναι μοναξιά μέσα στην αφθονία. Δεν λείπουν οι φωνές· λείπει η ακρόαση. Δεν λείπουν οι εικόνες· λείπει το βλέμμα που αναγνωρίζει. Δεν λείπουν οι επαφές· λείπει ο δεσμός. Αυτή η διαφορά είναι καθοριστική. Διότι η μοναξιά μέσα στην έλλειψη μπορεί να ερμηνευθεί εύκολα: είμαι μόνος επειδή δεν έχω κανέναν κοντά μου. Η μοναξιά μέσα στην αφθονία είναι πιο βασανιστική, γιατί γεννά ένα δεύτερο τραύμα: αφού όλοι είναι τόσο κοντά, γιατί κανείς δεν με αγγίζει πραγματικά; Αφού μπορώ να μιλήσω με τόσους, γιατί δεν αισθάνομαι ότι με ακούει κανείς; Αφού είμαι ορατός, γιατί παραμένω αόρατος; Αφού μπορώ να συγχρωτιστώ με πολλά άτομα γιατί καταλήγω μόνος μου;

Εδώ βρίσκεται το κέντρο του προβλήματος. Ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη απλώς να τον βλέπουν. Έχει ανάγκη να τον αναγνωρίζουν. Η ορατότητα είναι εξωτερική κατάσταση· η αναγνώριση είναι υπαρξιακή πράξη. Όταν κάποιος με βλέπει, καταγράφει την παρουσία μου. Όταν με αναγνωρίζει, επιβεβαιώνει ότι η παρουσία μου έχει νόημα γι’ αυτόν. Η σύγχρονη κοινωνία παράγει ασταμάτητα ορατότητα, αλλά όχι αναγνώριση. Ο άνθρωπος εκτίθεται σε βλέμματα, όχι σε σχέσεις. Γίνεται αντικείμενο παρατήρησης, σχολιασμού, αξιολόγησης, επιθυμίας, απόρριψης, αλλά όχι αναγκαστικά πρόσωπο που χωρά στη ζωή κάποιου άλλου.

Η βαθύτερη μοναξιά, λοιπόν, δεν είναι να μη σε βλέπει κανείς. Είναι να σε βλέπουν πολλοί και να μη σε συναντά κανείς. Είναι να υπάρχεις ως εικόνα, ως άποψη, ως προφίλ, ως κοινωνική παρουσία, αλλά όχι ως ανεπανάληπτο πρόσωπο. Ο άνθρωπος δεν αντέχει να είναι απλώς ένα ακόμη εμφανιζόμενο πρόσωπο μέσα στη ροή. Θέλει να είναι αναντικατάστατος για κάποιον. Θέλει να υπάρχει ένας άλλος άνθρωπος για τον οποίο η απουσία του να σημαίνει κάτι ή ιδανικά πολλά ή τα πάντα. Η πιο βαθιά μορφή μοναξιάς δεν είναι η απουσία παρέας αλλά η αίσθηση ότι η παρουσία σου δεν αλλάζει πραγματικά τον κόσμο κανενός.

Αυτό εξηγεί γιατί η εποχή της μέγιστης επικοινωνίας μπορεί να είναι ταυτόχρονα εποχή μέγιστης απομόνωσης. Η επικοινωνία έγινε εύκολη, αλλά η δέσμευση έγινε δύσκολη. Όσο πιο εύκολα φτάνουμε στους άλλους, τόσο πιο εύκολα αποχωρούμε από αυτούς. Η δυσκολία κάποτε λειτουργούσε ως φίλτρο αξίας. Για να δεις κάποιον έπρεπε να διανύσεις απόσταση, να αφιερώσεις χρόνο, να κοπιάσεις. Σήμερα η επαφή είναι τόσο άμεση ώστε συχνά χάνει το βάρος της. Αυτό που αποκτάται χωρίς κόπο συχνά εγκαταλείπεται χωρίς ενοχή. Έτσι οι σχέσεις κινδυνεύουν να γίνουν ελαφρές, δοκιμαστικές, αναστρέψιμες, διαρκώς υπό αίρεση. Ο άλλος δεν είναι πλέον πεπρωμένο ή δέσμευση· είναι επιλογή μέσα σε πλήθος επιλογών. Και ό,τι είναι επιλογή μπορεί πάντα να αντικατασταθεί από μια άλλη επιλογή.

Εδώ γεννιέται μια νέα μορφή υπαρξιακού φόβου: ο φόβος της αντικαταστασιμότητας. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν φοβάται μόνο ότι θα μείνει μόνος. Φοβάται ότι δεν είναι μοναδικός για κανέναν. Φοβάται ότι μπορεί να αντικατασταθεί από κάποιον πιο όμορφο, πιο έξυπνο, πιο επιτυχημένο, πιο διαθέσιμο, πιο ενδιαφέροντα. Η αδιάκοπη έκθεση σε άλλες ζωές, άλλα σώματα, άλλες επιτυχίες, άλλες δυνατότητες διαβρώνει την αίσθηση ότι ένας δεσμός μπορεί να είναι σταθερός. Η σχέση παύει να είναι τόπος ανάπαυσης και γίνεται τόπος αγωνίας. Δεν αρκεί να αγαπιέμαι· πρέπει διαρκώς να αποδεικνύω ότι αξίζω να αγαπιέμαι περισσότερο από άλλους για να αξίζω τελικά να έχω μια θέση στη ζωή τους.

Αυτό είναι ίσως το πιο εξαντλητικό στοιχείο της σύγχρονης ζωής: η διαρκής αυτοπαρουσίαση και επιβεβαίωσης της αυταξίας. Ο άνθρωπος δεν ζει απλώς. Παρουσιάζει ότι ζει. Δεν χαίρεται απλώς. Πρέπει να δείξει ότι χαίρεται. Δεν σκέφτεται απλώς. Πρέπει να εκφράσει γνώμη. Δεν υπάρχει απλώς. Πρέπει να αποδείξει ότι η ύπαρξή του έχει ενδιαφέρον. Έτσι η ζωή μετατρέπεται σε ένα ανελέητο, εναγώνιο και διαρκές έργο δημόσιας διαχείρισης. Ο εαυτός γίνεται κάτι που πρέπει να επιμεληθείς, να προβάλεις, να προστατεύσεις, να προωθήσεις. Αλλά όταν ο εαυτός γίνεται συνεχώς αντικείμενο παρουσίασης, παύει να είναι κατοικία. Ο άνθρωπος κουράζεται να παίζει τον εαυτό του και τελικά αποξενώνεται από αυτόν.

Η μοναξιά, λοιπόν, δεν είναι μόνο κοινωνική. Είναι και εσωτερική. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αποξενώνεται μόνο από τους άλλους· αποξενώνεται από τον ίδιο του τον εαυτό. Επειδή έχει μάθει να βλέπει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των άλλων, δυσκολεύεται να μείνει μόνος χωρίς κοινό. Η σιωπή τον απειλεί, γιατί στη σιωπή δεν υπάρχει επιβεβαίωση. Δεν υπάρχουν αντιδράσεις, σχόλια, βλέμματα, μηνύματα. Υπάρχει μόνο η γυμνή ερώτηση: ποιος είμαι όταν κανείς δεν με βλέπει; Αυτή η ερώτηση είναι τρομακτική για έναν άνθρωπο που έχει συνηθίσει να αντλεί την αίσθηση της ύπαρξής του και την αξία της από την εξωτερική ανταπόκριση και αποδοχή.

Εδώ η μοναξιά γίνεται σχεδόν μεταφυσική. Δεν αφορά απλώς την έλλειψη φίλων ή συντρόφου. Αφορά την απώλεια ενός κόσμου μέσα στον οποίο η ύπαρξη είχε αυτονόητη θέση. Οι παραδοσιακές κοινωνίες, με όλες τις αδικίες και τους περιορισμούς τους, πρόσφεραν στον άνθρωπο έναν κοινό ορίζοντα. Υπήρχαν κοινές γιορτές, κοινές τελετουργίες, κοινές αφηγήσεις, κοινές αγωνίες, κοινές απαντήσεις για τη ζωή και τον θάνατο. Σήμερα ο άνθρωπος είναι πιο ελεύθερος, αλλά και πιο μόνος απέναντι στο νόημα. Δεν κληρονομεί εύκολα έναν κόσμο· πρέπει να τον κατασκευάσει. Δεν εντάσσεται αυτονόητα σε μια αφήγηση· πρέπει να εφεύρει τη δική του. Αυτή η ελευθερία είναι πολύτιμη, αλλά έχει κόστος: ο άνθρωπος γίνεται ο μοναδικός υπεύθυνος για το νόημα της ζωής του.

Όταν όμως όλα γίνονται προσωπική επιλογή, ακόμη και το νόημα γίνεται εύθραυστο. Αν εγώ μόνος μου πρέπει να αποφασίσω ποιος είμαι, τι αξίζω, τι θέλω, πού ανήκω και γιατί ζω, τότε κάθε αποτυχία βαραίνει αποκλειστικά εμένα. Η παλαιότερη κοινότητα μπορούσε να πνίγει το άτομο, αλλά μπορούσε και να το κρατά. Η σύγχρονη ατομικότητα απελευθερώνει το άτομο, αλλά συχνά το αφήνει να πέσει μόνο του. Ο άνθρωπος δεν δεσμεύεται πια από τον κοινό κόσμο, αλλά ούτε προστατεύεται από αυτόν.

Στην «κοινωνία της συνεχούς γνώμης», αυτό το πρόβλημα παίρνει μια ιδιαίτερη μορφή. Όταν όλοι καλούνται να έχουν γνώμη για τα πάντα, ο δημόσιος χώρος δεν γίνεται αναγκαστικά πιο δημοκρατικός ή πιο ουσιαστικός. Μπορεί να γίνει πιο θορυβώδης και πιο μοναχικός. Η γνώμη είναι συχνά πράξη αυτοτοποθέτησης: λέω κάτι για να φανεί ποιος είμαι, σε ποια πλευρά ανήκω, τι απορρίπτω, τι υποστηρίζω. Όμως όταν η επικοινωνία γίνεται κυρίως αυτοτοποθέτηση, τότε ο άλλος δεν ακούγεται ως άλλος. Γίνεται αφορμή για να δηλώσω εγώ τη δική μου θέση. Έτσι ο διάλογος υποχωρεί και τη θέση του παίρνει η παράλληλη εκφώνηση μονολόγων. Όλοι μιλούν, αλλά λίγοι συνομιλούν.

Αυτό παράγει μοναξιά, γιατί η σχέση απαιτεί να διακινδυνεύσω να επηρεαστώ από τον άλλον. Να μη χρησιμοποιήσω τον άλλον απλώς ως ακροατήριο, αντίπαλο ή καθρέφτη, αλλά να τον αφήσω να με μεταβάλει. Η πραγματική συνάντηση είναι επικίνδυνη, διότι μετά από αυτήν δεν παραμένω ακριβώς ο ίδιος. Η σύγχρονη δημόσια σφαίρα, όμως, συχνά ευνοεί την αυτοεπιβεβαίωση και όχι τη μεταβολή. Ο καθένας αναζητά επιβεβαίωση της ήδη υπάρχουσας ταυτότητάς του. Ακολουθεί όσους του μοιάζουν, απορρίπτει όσους τον ενοχλούν, θυμώνει με όσους τον αμφισβητούν. Έτσι δημιουργούνται μικρόκοσμοι απόψεων, αλλά όχι κοινός κόσμος.

Και χωρίς κοινό κόσμο δεν υπάρχει βαθιά σχέση. Μπορεί να υπάρχει επαφή, ανταλλαγή, ακόμη και έντονη συναισθηματική διέγερση, αλλά όχι σταθερή κοινωνία προσώπων. Ο κοινός κόσμος δεν είναι απλώς το άθροισμα των ιδιωτικών μας εμπειριών. Είναι αυτό που βρίσκεται ανάμεσά μας και μας επιτρέπει να καταλαβαινόμαστε. Όταν καταρρέει αυτό το «ανάμεσα», οι άνθρωποι μένουν εγκλωβισμένοι στις ιδιωτικές τους πραγματικότητες. Και τότε η μοναξιά δεν είναι ότι δεν έχω κανέναν δίπλα μου, αλλά ότι ακόμη και όταν κάποιος είναι δίπλα μου, δεν κατοικούμε (σ)τον ίδιο κόσμο.

Αυτό φαίνεται καθαρά στις σύγχρονες σχέσεις. Πολλοί άνθρωποι δεν υποφέρουν επειδή δεν γνωρίζουν άλλους ανθρώπους. Υποφέρουν επειδή οι γνωριμίες δεν βαθαίνουν. Όλα αρχίζουν εύκολα και τελειώνουν εύκολα. Η αρχική επικοινωνία είναι άμεση, η έλξη γρήγορη, η οικειότητα φαινομενικά ταχεία, αλλά συχνά λείπει η αντοχή. Η σχέση χρειάζεται διάρκεια, και η διάρκεια χρειάζεται υπομονή απέναντι στην ατέλεια του άλλου. Η εποχή μας όμως έχει χαμηλή αντοχή στην ατέλεια. Επειδή υπάρχουν πάντα άλλες επιλογές, ο άλλος εγκαταλείπεται μόλις πάψει να ταιριάζει με την εικόνα που είχαμε σχηματίσει. Έτσι δεν σχετιζόμαστε με ανθρώπους, αλλά με προσδοκίες. Και όταν ο πραγματικός άνθρωπος εμφανίζεται πίσω από την προσδοκία, απογοητευόμαστε.

Η μοναξιά, λοιπόν, είναι και αποτέλεσμα της αδυναμίας μας να αντέξουμε την πραγματικότητα του άλλου. Ο άλλος δεν είναι μόνο ευχάριστος, διαθέσιμος, ενδιαφέρων, ελκυστικός. Είναι και δύσκολος, κουρασμένος, αντιφατικός, περιορισμένος, φοβισμένος. Η βαθιά σχέση αρχίζει όταν ο άλλος παύει να είναι εικόνα και γίνεται βάρος που επιλέγω να σηκώσω. Όμως μια κοινωνία που έχει συνηθίσει στην ευκολία της επιλογής δυσκολεύεται να κατανοήσει τη σχέση ως ανάληψη βάρους. Θέλουμε τους άλλους να μας ολοκληρώνουν χωρίς να μας δυσκολεύουν. Να μας αναγνωρίζουν χωρίς να μας απαιτούν. Να μας συνοδεύουν χωρίς να μας δεσμεύουν. Αλλά σχέση χωρίς δέσμευση είναι παρουσία χωρίς βάθος.

Τελικά, η σύγχρονη μοναξιά είναι το τίμημα μιας κοινωνίας που αύξησε απεριόριστα τις δυνατότητες επαφής, αλλά αποδυνάμωσε τις μορφές πίστης, διάρκειας, κοινότητας και νοήματος που μετατρέπουν την επαφή σε δεσμό. Δεν φταίει απλώς η τεχνολογία. Η τεχνολογία απλώς έκανε ορατή και επιτάχυνε μια βαθύτερη ιστορική μεταβολή: τη μετάβαση από τον άνθρωπο που ανήκει στον άνθρωπο που επιλέγει, από τον άνθρωπο που κατοικεί σε κοινό κόσμο στον άνθρωπο που κατασκευάζει ιδιωτικό κόσμο, από τον άνθρωπο που σχετίζεται μέσα από δεσμούς στον άνθρωπο που επικοινωνεί μέσα από εμφανίσεις.

Γι’ αυτό και η απάντηση στη μοναξιά δεν μπορεί να είναι περισσότερη επικοινωνία. Έχουμε ήδη υπερβολικά πολλή επικοινωνία. Η απάντηση είναι βαθύτερη παρουσία. Λιγότερη έκθεση και περισσότερη αλήθεια. Λιγότερη γνώμη και περισσότερη ακρόαση. Λιγότερη πρόσβαση και περισσότερη δέσμευση. Λιγότερη αναζήτηση εντυπώσεων και περισσότερη αντοχή στον πραγματικό Άλλον. Διότι ο άνθρωπος δε σώζεται από τη μοναξιά όταν τον βλέπουν πολλοί. Σώζεται όταν κάποιος τον αναγνωρίζει, τον αντέχει, τον θυμάται, τον περιμένει και του επιτρέπει να υπάρξει όχι ως εικόνα, αλλά ως πρόσωπο.

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ