“Λιβύη: Η Άγκυρα κερδίζει το γεωπολιτικό παιχνίδι ενώ η Αθήνα παρακολουθεί και πάλι αμήχανα!” / γράφει ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος
Η πραγματική αποτυχία, επομένως, δεν είναι ότι η Τουρκία συνομιλεί σήμερα με τον Χαφτάρ. Η πραγματική αποτυχία θα είναι αν η Αθήνα εξακολουθήσει να θεωρεί τη Λιβύη περιφερειακό ζήτημα, ενώ η Άγκυρα την αντιμετωπίζει ως στρατηγικό πολλαπλασιαστή ισχύος
Κωνσταντίνος Λουκόπουλος. Αντιστράτηγος ε.α. Γεωστρατηγικός Αναλυτής
Στην Ελλάδα δυστυχώς είχαμε ξεχάσει ότι η Λιβύη είναι μία γειτονική χώρα που όπως και να το κάνουμε συνδέεται με τα εθνικά μας συμφέροντα! Ο στρατηγικός αιφνιδιασμός που υποστήκαμε με το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο τον Νοέμβριο 2019 μας το θύμισε με οδυνηρό τρόπο! Γίνεται πλέον αντιληπτό ότι η Λιβύη δεν είναι μια μακρινή βορειοαφρικανική χώρα που αφορά μόνο την αστάθεια, το μεταναστευτικό ή την ενεργειακή της ανοικοδόμηση. Για την Τουρκία αποτελεί κομβικό κρίκο της στρατηγικής της στην Ανατολική Μεσόγειο και πλατφόρμα προώθησης της «Γαλάζιας Πατρίδας». Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα για την Ελλάδα.
Η Άγκυρα δεν περιορίστηκε να στηρίξει την Τρίπολη εναντίον του Χαλίφα Χαφτάρ το 2019. Μετέτρεψε έξυπνα την στρατιωτική της επέμβαση σε μακροπρόθεσμη στρατηγική διείσδυση και ισχυρή πολιτική επιρροή στην Δυτική Λιβύη και τώρα επιχειρεί να επεκτείνει αυτήν την επιρροή και στην Ανατολική Λιβύη. Πριν λίγα χρόνια αυτό που συμβαίνει σήμερα θα ήταν αδιανόητο. Η Τουρκία, η οποία το 2019 εμπόδισε τον Χαφτάρ να καταλάβει την Τρίπολη, συνομιλεί πλέον απευθείας μαζί του οικοδομώντας σχέσεις με την de facto Διοίκηση του.
Μετά τον επικεφαλής της ΜΙΤ Ιμπραήμ Καλίν που συναντήθηκε τον Ιούνιο στη Βεγγάζη με τον Σαντάμ Χαφτάρ, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν συναντήθηκε πριν από λίγες ημέρες με τον ίδιο τον Πολέμαρχο Χαλίφα Χάφταρ. Παράλληλα, η Άγκυρα βρίσκεται σε επαφή και με τον πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Αγκίλα Σάλεχ ο οποίος έχει επισκεφτεί επισήμως στην Τουρκία.
Αλλαγή στρατοπέδου ή αλλαγή στρατηγικής;
Η Τουρκία δεν εγκαταλείπει την Τρίπολη για να πάει στη Βεγγάζη. Θέλει να είναι παρούσα και στην Τρίπολη και στη Βεγγάζη. Κάτι που άργησε να κατανοήσει η Αθήνα όπως δείχνει η αμήχανη στάση της Κυβέρνησης μας.
Όπως προαναφέρθηκε το 2019 η Τουρκία παρενέβη στρατιωτικά με αποφασιστικότητα υπέρ της κυβέρνησης της Τρίπολης και πέτυχε δύο στόχους ταυτόχρονα. Πρώτον, έσωσε την κυβέρνηση της Τρίπολης και δεύτερον, εξασφάλισε το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο για την οριοθέτηση θαλάσσιων δικαιοδοσιών. Και παρ’ όλο που κάποιοι στην Αθήνα ισχυρίζονται ότι το έχουμε «πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων» αυτό αν και αυθαίρετο και… παράνομο βρίσκεται ανηρτημένο στην οικεία σελίδα της Διεύθυνσης Ωκεάνιων Υποθέσεων του ΟΗΕ ως διμερής συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης.
Η Τουρκία, επομένως, δεν αντιμετώπισε τη Λιβύη απλώς ως πεδίο ενός εμφυλίου. Την αντιμετώπισε ως γεωστρατηγικό προγεφύρωμα απέναντι στην Ελλάδα, την Κύπρο και τις ενεργειακές και θαλάσσιες ισορροπίες της Ανατολικής Μεσογείου. Τώρα κάνει το επόμενο βήμα!
Η Άγκυρα κατάλαβε κάτι που η Αθήνα άργησε να καταλάβει
Στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική δεν αρκεί να έχεις «σωστή» θέση. Πρέπει να έχεις παρουσία, δίκτυα, πρόσβαση και εναλλακτικές επιλογές. Η Τουρκία συνομιλεί με όλους όσοι μπορούν να επηρεάσουν το μέλλον της Λιβύης.
Με την κυβέρνηση της Τρίπολης, αλλά και με τον Χαλίφα Χαφτάρ και το περιβάλλον του. Και με τον Αγκίλα Σάλεχ αλλά και με τις φυλές και τις φατρίες, ας μην ξεχνάμε ότι στην Λιβύη η φυλετική συνείδηση υπερέχει της εθνικής-κρατικής και με κάθε δίκτυο εξουσίας που μπορεί να φανεί χρήσιμο.
Δυστυχώς συνδιαλέγεται και με την Αίγυπτο στην οποία η Ελλάδα είχε επενδύσει τα πάντα για να ανασχεθεί η τουρκική διείσδυση στην Λιβύη και να επιλυθεί το πρόβλημα του Μνημονίου. Παράλληλα διατηρεί σημαντική στρατιωτική παρουσία.
Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία έχει κερδίσει οριστικά το «παιχνίδι» εκεί. Σημαίνει όμως ότι έχει εξασφαλίσει κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Κανένας σοβαρός σχεδιασμός για το μέλλον της Λιβύης δεν μπορεί εύκολα να αγνοήσει την Άγκυρα.
Και ξαφνικά… ο «τελειωμένος» Χαφτάρ ξαναγίνεται συνομιλητής
Εδώ υπάρχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μάθημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Τον Ιούνιο του 2020 ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας (σημ. χωρίς Συμβούλιο) του Πρωθυπουργού Θάνος Ντόκος, τότε ως αναπληρωτής, είχε χαρακτηρίσει ουσιαστικά τη στήριξη στον Χαφτάρ «λάθος επένδυση», εκτιμώντας ότι οι πολιτικές του ημέρες είναι μετρημένες.
Πόσο λάθος είχε! Ο Χαφτάρ όχι μόνον δεν εξαφανίστηκε αλλά παραμένει ο κυρίαρχος πολιτικό-στρατιωτικός παράγοντας στην Ανατολική Λιβύη και σήμερα η Τουρκία, η χώρα που πολέμησε εναντίον του επιδιώκει συστηματική προσέγγιση με το περιβάλλον του. Οι συναντήσεις του Καλίν και του Φιντάν σύμφωνα με πληροφορίες αφορούσαν την ενοποίηση των δύο διοικήσεων και των στρατιωτικών δυνάμεων τους καθώς και την διεύρυνση της τουρκολιβυκής συνεργασίας.
Η Τουρκία δεν ρωτά αν κάποιος είναι «δικός της» ή «αντίπαλος». Ρωτά αν αυτός μπορεί να επηρεάσει το μέλλον της Λιβύης. Και αν η απάντηση είναι ναι, η Άγκυρα θέλει ανοικτό δίαυλο. Ακόμα ένα λοιπόν στρατηγικό μάθημα!
Το παιχνίδι με την Αίγυπτο
Το αρνητικό για την Ελλάδα είναι ότι η τουρκική προσέγγιση προς την Ανατολική Λιβύη δεν γίνεται ερήμην του Καΐρου. Τουρκία και Αίγυπτος έχουν περάσει από την περίοδο της σκληρής αντιπαράθεσης σε μια περίοδο πραγματιστικής στρατηγικής συνεννόησης.
Στην κοινή διακήρυξη του Φεβρουαρίου 2026, οι δύο χώρες επανέλαβαν τη στήριξή τους σε μια ενιαία, κυρίαρχη και εδαφικά ακέραιη Λιβύη και σε μια λιβυκής ιδιοκτησίας πολιτική διαδικασία υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Παράλληλα, οι σχέσεις Άγκυρας – Καΐρου έχουν επεκταθεί σε οικονομία και το πιο σημαντικό στην άμυνα και στην ασφάλεια. Η Τουρκία και η Αίγυπτος μπορούν να διαφωνούν σε πολλά, αλλά στη Λιβύη έχουν κοινό συμφέρον να μην οδηγηθεί η χώρα σε νέα γενικευμένη σύγκρουση.
Η Άγκυρα επιδιώκει πλέον μια ενωμένη Λιβύη. Ναι αλλά πως! Ενωμένη υπό τουρκική επιρροή. Η Αίγυπτος θέλει επίσης ενωμένη Λιβύη. Αλλά ενωμένη Λιβύη που δεν θα απειλεί την αιγυπτιακή ασφάλεια. Μπορεί και οι δύο αυτές επιδιώξεις να μην είναι ταυτόσημες, είναι όμως αρκετά συμβατές ώστε να επιτρέπουν συνεννόηση.
Η Τουρκία εμμένει στο Τουρκολιβυκό Μνημόνιο
Η τουρκική προσέγγιση με τον Χαφτάρ ουδόλως σημαίνει εγκατάλειψη του Μνημονίου. Το αντίθετο θα λέγαμε. Η Άγκυρα επιχειρεί να εξασφαλίσει ότι ακόμη και μια μελλοντική πολιτική λύση στη Λιβύη δεν θα ακυρώσει εύκολα τις τουρκικές στρατηγικές παρακαταθήκες.
Αυτό εξηγεί και τη σημασία της προσέγγισης με την Ανατολική Λιβύη. Εάν η Άγκυρα κατορθώσει να έχει σχέσεις και με τις δύο πλευρές, τότε αποκτά μεγαλύτερη δυνατότητα να επηρεάσει το πώς θα διαμορφωθεί η μελλοντική λιβυκή κρατική εξουσία.
Το Μνημόνιο είναι κομβικό ζήτημα και η Τουρκία επιμένει. Η ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία του 2020 αποτελεί διαφορετική νομική και γεωπολιτική προσέγγιση. Αναγνωρίζει θαλάσσια επήρεια στην Κρήτη και Κάρπαθο κάτι που δίνει νομικό οπλοστάσιο στην χώρας μας άσχετα αν εμείς στην υπόθεση της Κάσου αυτοκαταργήθηκε με την κατατονική αντίδραση μας στην οριοθετημένη με την Αίγυπτο ΑΟΖ και ενισχύοντας εμμέσως την θέση της Τουρκίας.
Τουρκικό στρατιωτικό αποτύπωμα
Η τουρκική ισχύς στη Λιβύη δεν στηρίζεται μόνο στη διπλωματία. Η Άγκυρα έχει δημιουργήσει ισχυρό στρατιωτικό αποτύπωμα στη Δυτική Λιβύη και έχει επενδύσει στην εκπαίδευση και διασύνδεση λιβυκών δυνάμεων. Αλλά το πιο σημαντικό σήμερα είναι ότι η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει αυτή την επιρροή από δυτικολιβυκή σε …πανλιβυκή!
Οι πρόσφατες επαφές με την Ανατολή δείχνουν ακριβώς αυτή την κατεύθυνση. Δεν χρειάζεται να καταλάβει στρατιωτικά τη Λιβύη. Της αρκεί να είναι ο εξωτερικός παράγοντας που διαθέτει: βάσεις + στρατιωτική παρουσία + πληροφορίες + εκπαίδευση + πολιτικά δίκτυα + οικονομικά συμφέροντα + πρόσβαση και στις δύο πλευρές. Αυτό είναι πολύ ισχυρότερο από μια απλή στρατιωτική συμμαχία.
Η Ελλάδα και η χαμένη ευκαιρία
Επιστρέφουμε στο ελληνικό πρόβλημα. Η Αθήνα έκανε κάτι που αποδεικνύεται σήμερα στρατηγικά ανεπαρκές: σύνδεσε σε μεγάλο βαθμό την πολιτική της στη Λιβύη με συγκεκριμένα πρόσωπα και όχι με μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική για τη χώρα.
Ο Χαφτάρ μπορεί να είναι πολέμαρχος. Μπορεί να είναι αυταρχικός και «σκοτεινός» τύπος και οπωσδήποτε δύσκολος συνομιλητής. Μπορεί να μην ήταν ποτέ ο «δημοκρατικός» εταίρος που θα επιθυμούσε η Αθήνα. Αλλά η εξωτερική πολιτική δεν είναι διαγωνισμός ηθικής τελειότητας. Είναι διαχείριση συμφερόντων και ισχύος.
Όταν ένας παράγοντας ελέγχει ένα σημαντικό τμήμα της χώρας, διαθέτει στρατιωτική δύναμη, πολιτικές διασυνδέσεις και επιρροή στο μέλλον της Λιβύης, δεν τον διαγράφεις επειδή δεν σου αρέσει ή επειδή ο κ. Ντόκος εκτίμησε εντελώς λανθασμένα ότι είναι …τελειωμένος.
Τον προσεγγίζεις. Τον διαβάζεις. Διαπραγματεύεσαι. Και κρατάς ανοικτούς διαύλους. Αυτό ακριβώς κάνει σήμερα η Τουρκία.
Το τουρκικό μάθημα: ποτέ μόνο μία επιλογή
Η Άγκυρα έχει ένα βασικό πλεονέκτημα έναντι της Αθήνας. Δεν φοβάται τις αντιφάσεις. Μπορεί να συνεργάζεται με τον Νταμπέιμπα και ταυτόχρονα να μιλά με τον Σαντάμ Χαφτάρ.Μπορεί να έχει στρατιωτική σχέση με τη Δυτική Λιβύη και ταυτόχρονα να ανοίγει στρατιωτικούς διαύλους με την Ανατολή. Μπορεί να διαπραγματεύεται με την Αίγυπτο ενώ επιδιώκει να διατηρήσει τις δικές της θέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό δεν είναι ασυνέπεια. Είναι στρατηγικός πραγματισμός. Η Τουρκία δεν επενδύει σε έναν άνθρωπο. Επενδύει σε δίκτυο επιρροής. Δημιουργεί επιλογές όπως ο γράφων επεσήμανε εμφατικά σε πρόσφατο άρθρο του στο Militaire για την υπογραφή του Τριμερούς Αμυντικού Συμφώνου της Μέκκας.
Και αυτό είναι που πρέπει να καταλάβει η Αθήνα. Και επιλογή δεν είναι η ερασιτεχνική σχεδίαση ανθρωπιστικής επιχείρησης με επικοινωνιακές φανφάρες που καταλήγει σε τραγωδία με πέντε νεκρούς!
Αναζήτηση ισχυρών εταίρων
Οι διεθνείς σχέσεις δεν λειτουργούν με τα γνωστά ευχολόγια του κ. Γεραπετρίτη, ούτε με διαρροές και φωτογραφίες με εναγκαλισμούς. Οι κρατικοί και ημικρατικοί δρώντες αναζητούν εταίρους που μπορούν να προσφέρουν ισχύ, προστασία, πρόσβαση, χρήματα, πληροφορίες και πολιτικό βάρος.
Η Τουρκία τα προσφέρει όλα αυτά. Η Ελλάδα τι έχει προσφέρει στη Λιβύη; Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί. Όχι με επικοινωνιακούς όρους αλλά με όρους εθνικής στρατηγικής.
Η μεγάλη τουρκική επιδίωξη
Το τελικό τουρκικό σχέδιο δεν είναι απλώς να ελέγχει την Τρίπολη. Είναι πολύ μεγαλύτερο. Να καταστεί η Τουρκία ο απαραίτητος εξωτερικός παράγοντας στη Λιβύη.
Εάν η χώρα ενοποιηθεί πολιτικά, η Τουρκία θέλει να έχει θέση στο νέο σύστημα. Εάν παραμείνει διαιρεμένη, θέλει να έχει επιρροή και στις δύο πλευρές. Εάν υπάρξει νέα κυβέρνηση, θέλει συμφωνίες. Εάν υπάρξει εκλογική διαδικασία, θέλει δίκτυα. Εάν υπάρξει οικονομική ανοικοδόμηση, θέλει συμβόλαια. Εάν υπάρξει ενεργειακή ανάπτυξη, θέλει συμμετοχή.
Και εάν υπάρξει νέα συζήτηση για την Ανατολική Μεσόγειο, θέλει το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο πάνω στο τραπέζι. Και αυτό λέγεται στρατηγική συνέχεια.
Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Τουρκία έχει στρατηγικό σχέδιο. Το πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα δεν φαίνεται να έχει αντίστοιχης εμβέλειας σχέδιο για τη Λιβύη.
Η Αθήνα δεν μπορεί να περιμένει από την Αίγυπτο να υπερασπιστεί μόνη της τα ελληνικά συμφέροντα. Ούτε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ούτε από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ούτε από τον ΟΗΕ. Οι σύμμαχοι έχουν δικά τους συμφέροντα. Και όταν αυτά συγκρούονται με τα ελληνικά, θα προτάξουν τα δικά τους.
Η Τουρκία το έχει καταλάβει. Εμείς άραγε; Γιατί στη Λιβύη δεν παίζεται απλώς το μέλλον της. Παίζεται ένα σημαντικό κομμάτι της γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής της Ανατολικής Μεσογείου. Και η Τουρκία έχει αποφασίσει να βρίσκεται στο κέντρο της.
Η πραγματική αποτυχία, επομένως, δεν είναι ότι η Τουρκία συνομιλεί σήμερα με τον Χαφτάρ. Η πραγματική αποτυχία θα είναι αν η Αθήνα εξακολουθήσει να θεωρεί τη Λιβύη περιφερειακό ζήτημα, ενώ η Άγκυρα την αντιμετωπίζει ως στρατηγικό πολλαπλασιαστή ισχύος.
Γιατί η Τουρκία δεν «απλώνεται» στη Λιβύη επειδή είναι ισχυρότερη. Απλώνεται επειδή σκέφτεται μακροπρόθεσμα, επενδύει σε όλους τους κρίσιμους δρώντες και δεν αφήνει ποτέ μία μόνο επιλογή να καθορίσει το μέλλον της.
Και αυτό, ίσως, είναι το πιο δυσάρεστο μάθημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική: η γεωπολιτική δεν συγχωρεί τα στρατηγικά κενά!
–















































































































