Μια ιδιαίτερα αισιόδοξη εξέλιξη, που μπορεί να ανοίξει νέο δρόμο στην αντιμετώπιση του καρκίνου, ανακοίνωσαν η Moderna και η Merck. Το εξατομικευμένο εμβόλιο mRNA Intismeran autogene, σε συνδυασμό με την ανοσοθεραπεία Keytruda, πέτυχε τους βασικούς στόχους μεγάλης κλινικής δοκιμής φάσης 3 σε ασθενείς με μελάνωμα υψηλού κινδύνου.
Στη διεθνή μελέτη INTerpath-001 συμμετείχαν 1.137 ασθενείς με μελάνωμα σταδίων IIB έως IV, οι οποίοι είχαν υποβληθεί σε πλήρη χειρουργική αφαίρεση του όγκου τους. Η συνδυαστική θεραπεία παρουσίασε στατιστικά σημαντική και κλινικά ουσιαστική βελτίωση τόσο στον χρόνο χωρίς υποτροπή όσο και στον χρόνο χωρίς εμφάνιση μακρινών μεταστάσεων, σε σύγκριση με τη χορήγηση μόνο του Keytruda.
Πρόκειται για την πρώτη εξατομικευμένη θεραπεία mRNA κατά του καρκίνου που καταγράφει θετικά αποτελέσματα σε δοκιμή φάσης 3 – το τελευταίο και κρισιμότερο στάδιο πριν από την υποβολή αιτήματος για έγκριση. Παράλληλα, είναι η πρώτη φορά που μια πρόσθετη θεραπεία εμφανίζει σαφές όφελος έναντι του Keytruda, μιας από τις καθιερωμένες ανοσοθεραπείες για το μελάνωμα.
Το Intismeran δεν είναι προληπτικό εμβόλιο ούτε ένα κοινό σκεύασμα για όλους τους ασθενείς. Μετά την αφαίρεση του όγκου, αναλύεται το ιδιαίτερο γενετικό του «αποτύπωμα» και κατασκευάζεται ένα εξατομικευμένο εμβόλιο mRNA, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει έως 34 νεοαντιγόνα. Στόχος του είναι να εκπαιδεύσει το ανοσοποιητικό σύστημα ώστε να αναγνωρίζει και να επιτίθεται σε καρκινικά κύτταρα που ενδέχεται να έχουν παραμείνει στον οργανισμό.
Οι εταιρείες δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιήσει τα αναλυτικά ποσοστά της δοκιμής φάσης 3. Τα εντυπωσιακά ποσοστά που ήδη αναφέρονται –49% μικρότερος κίνδυνος υποτροπής ή θανάτου και 59% μικρότερος κίνδυνος μακρινής μετάστασης ή θανάτου– προέρχονται από την προηγούμενη μελέτη φάσης 2, μετά από πενταετή παρακολούθηση των ασθενών.
Στη νέα μελέτη δεν εντοπίστηκαν απρόσμενα προβλήματα ασφαλείας. Δεν υπάρχουν ακόμη οριστικά στοιχεία για τη συνολική επιβίωση, γι’ αυτό και η δοκιμή θα συνεχιστεί. Τα πλήρη αποτελέσματα πρόκειται να παρουσιαστούν σε διεθνές ιατρικό συνέδριο και να κατατεθούν στις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές.
Εφόσον τα αναλυτικά δεδομένα επιβεβαιώσουν την αρχική ανακοίνωση και δοθεί η απαιτούμενη έγκριση, η θεραπεία θα μπορούσε να γίνει διαθέσιμη ακόμη και μέσα στο 2027. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η επιτυχία της ενισχύει την προοπτική δημιουργίας αντίστοιχων εξατομικευμένων θεραπειών για άλλους συμπαγείς όγκους, όπως του πνεύμονα, του νεφρού, της ουροδόχου κύστης και του παγκρέατος.
Δεν πρόκειται ακόμη για το πολυπόθητο «εμβόλιο κατά του καρκίνου». Είναι, ωστόσο, ένα ιστορικό βήμα προς μια εποχή κατά την οποία η θεραπεία θα σχεδιάζεται με βάση τα μοναδικά χαρακτηριστικά του όγκου κάθε ανθρώπου, προσφέροντας περισσότερες πιθανότητες να μην επιστρέψει η νόσος.
topontiki.gr
–














































