Θέατρο Πολιτισμός

Νίκος Καλογερόπουλος: Ο Μπάμπης, ο Μάιμος, το «όχι» στον Αγγελόπουλο, ο Μίσσιος και το «Τρενοτεχνείο» – Ιστορίες ενός ανυπότακτου καλλιτέχνη

Από το «Μάθε παιδί μου γράμματα» και το «Ρεμπέτικο» μέχρι τη «Λούφα και Παραλλαγή», το «Κάμπινγκ» και το «Ένας κι Ένας», ο Νίκος Καλογερόπουλος δημιούργησε μια πινακοθήκη ηρώων βγαλμένων από την Ελλάδα των απλών ανθρώπων: του φαντάρου, του ρεμπέτη, του απόκληρου, του «τρελού» που λέει όσα οι γνωστικοί φοβούνται να ξεστομίσουν.

Ο πολυσχιδής ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ποιητής και τραγουδοποιός πέθανε την Κυριακή 9 Αυγούστου, σε ηλικία 74 ετών. Δεν άφησε πίσω του απλώς μια σειρά σημαντικών ερμηνειών. Άφησε έναν εντελώς προσωπικό τρόπο να αντιλαμβάνεται την τέχνη: λαϊκό, ατίθασο, βαθιά ανθρώπινο και ασυμβίβαστο με τη λογική της καριέρας.

Το «Μάθε παιδί μου γράμματα» και ο γιος που γύρισε ανάποδα τον κόσμο του πατέρα

Το 1981, στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» του Θόδωρου Μαραγκού, ο Καλογερόπουλος υποδύθηκε τον Σωκράτη, έναν νέο που επιστρέφει από το εξωτερικό στο χωριό του και συγκρούεται με τον αυταρχικό, βαθιά συντηρητικό πατέρα του, τον οποίο ενσάρκωσε ο Βασίλης Διαμαντόπουλος.

Η ταινία ήταν μια πικρή σάτιρα για την επαρχία, την οικογένεια, την εκπαίδευση και τις διαψευσμένες προσδοκίες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Ο Καλογερόπουλος ξεχώρισε επειδή απέδωσε τον ήρωα χωρίς εξωραϊσμό: ήταν θυμωμένος και τρυφερός, γελοίος και τραγικός, επαναστάτης αλλά και παγιδευμένος.

Αξέχαστη έμεινε η σκηνή στην οποία εμφανίζεται μπροστά στις τουρίστριες με ψηλοτάκουνα και χορεύει το «Rasputin». Χρόνια αργότερα, όταν ρωτήθηκε πώς θα αντιδρούσε ο πραγματικός πατέρας του αν τον έβλεπε έτσι στο χωριό, απάντησε ότι πιθανότατα θα τον υποδεχόταν όπως ο κινηματογραφικός πατέρας του: με σφαλιάρες. Ο δικός του πατέρας, άλλωστε, δεν ήθελε να γίνει ηθοποιός και δεν πήγε ούτε από περιέργεια στα γυρίσματα που έγιναν στη Δημητσάνα και τη Στεμνίτσα.

Η ερμηνεία του τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αποτελώντας την πρώτη μεγάλη επιβεβαίωση ενός ηθοποιού που είχε ήδη δείξει ότι δεν ενδιαφερόταν να γίνει συμβατικός πρωταγωνιστής.

Ο ρόλος στο «Ρεμπέτικο» που διεκδίκησε και τελικά κέρδισε

Στο «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη, μία από τις σημαντικότερες ελληνικές ταινίες, ο Καλογερόπουλος ενσάρκωσε τον Μπάμπη, έναν χαρακτήρα εμπνευσμένο σε μεγάλο βαθμό από τον Βασίλη Τσιτσάνη.

Αρχικά, όμως, του είχε προταθεί ο ρόλος του Φώντα. Εκείνος επέμενε ότι ήθελε τον Μπάμπη, παρότι ο Φέρρης τον προόριζε για τον πολύ ψηλότερο Σπύρο Φωκά. Ο Καλογερόπουλος αρνήθηκε τον άλλο ρόλο και, όταν το αρχικό σχέδιο της παραγωγής άλλαξε, κινδύνευσε να μείνει τελείως εκτός ταινίας.

Η ανατροπή ήρθε σχεδόν κινηματογραφικά. Οι άνθρωποι της παραγωγής είδαν τον Καλογερόπουλο σε μια άλλη ταινία, στον ρόλο ενός σκληρού ανθρώπου της νύχτας, κοιτάχτηκαν και αναγνώρισαν επάνω του τον Μπάμπη που αναζητούσαν. Ο Φέρρης προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του, ενώ εκείνος βρισκόταν στη Γερμανία για τα γυρίσματα των «Γκασταρμπάιτερ». Το μήνυμα τον περίμενε στον αυτόματο τηλεφωνητή: τελικά, ο ρόλος ήταν δικός του.

Ο ίδιος θεωρούσε το «Ρεμπέτικο» ίσως την πιο αγαπημένη του ταινία. Έβλεπε σε αυτό όχι μόνο μια ιστορία για τη μουσική, αλλά ένα «τρένο» που μετέφερε τη μνήμη και τον πολιτισμό από τη Σμύρνη στη νεότερη Ελλάδα. Η ερμηνεία του στον Μπάμπη αναδείκνυε όσα αποτελούσαν τον πυρήνα της τέχνης του: την τραχύτητα, την εσωτερική ευαισθησία και τη σωματική μεταμόρφωση. Όπως εξηγούσε, κάθε χαρακτήρας έπρεπε να έχει διαφορετική περπατησιά, βλέμμα και ήχο.

Η «Λούφα και Παραλλαγή» γυρίστηκε με νάρθηκα και πόνους

Το 1984 ήρθε ο ρόλος που ταύτισε περισσότερο από κάθε άλλον το πρόσωπό του με το ελληνικό σινεμά. Στη «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη ήταν ο στρατιώτης Γιάννης Παπαδόπουλος, ο φαντάρος που μεταφέρεται από τα σύνορα στη στρατιωτική υπηρεσία κινηματογράφου και βρίσκεται μέσα στον παραλογισμό της χουντικής μηχανής.

Ο Καλογερόπουλος δεν αντιμετώπισε τον ήρωα σαν έναν ακόμη κωμικό φαντάρο. Πίσω από τη σάτιρα διατήρησε την αμηχανία, τον φόβο και την αξιοπρέπεια του απλού ανθρώπου που προσπαθεί να επιβιώσει απέναντι σε έναν γελοίο αλλά επικίνδυνο μηχανισμό εξουσίας.

Τα γυρίσματα αποδείχθηκαν εξαντλητικά. Όταν έπεσε απρόσμενα χιόνι στην Αθήνα, ο Περάκης αποφάσισε να γυρίσει αμέσως τις σκηνές που κανονικά θα πραγματοποιούνταν στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Το συνεργείο δούλεψε ολόκληρη την ημέρα, το όχημά του κόλλησε και οι ηθοποιοί αναγκάστηκαν να το σπρώχνουν μέσα στο κρύο. Ο Καλογερόπουλος έπαθε ψύξη και συνέχισε το γύρισμα φορώντας νάρθηκα, παρά τις προειδοποιήσεις του Γιώργου Ξενίδη να μην παίζει με την υγεία του.

Η ερμηνεία τού χάρισε το βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η ταινία έγινε η μεγαλύτερη ελληνική εμπορική επιτυχία της σεζόν, με περίπου 395.000 εισιτήρια, και εξελίχθηκε σε διαχρονικό πολιτιστικό σημείο αναφοράς.

Ο Μάιμος: Η «τρέλα» χωρίς χλευασμό

Στη θρυλική τηλεοπτική σειρά «Κάμπινγκ» ο Καλογερόπουλος υποδύθηκε δύο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες: τον Μήτσο και τον Μάιμο. Ο δεύτερος θα μπορούσε πολύ εύκολα να μετατραπεί σε μια εύκολη καρικατούρα ανθρώπου με κινητικές και νοητικές ιδιαιτερότητες. Εκείνος, όμως, τον αντιμετώπισε με στοργή.

Η ιδέα να παίξει και τους δύο ρόλους προέκυψε σχεδόν αυθόρμητα από μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη Ανδρέα Θωμόπουλο. Ο Καλογερόπουλος πήρε το αυτοκίνητο και κατέβηκε στη Μεσσηνία, σ’ ένα ποτάμι όπου συνήθιζε να απομονώνεται από παιδί. Εκεί ανακάλεσε ανθρώπους με αναπηρίες που είχε γνωρίσει στον τόπο του και άρχισε να χτίζει τον ήρωα.

Στην επιστροφή προς την Αθήνα, οδηγούσε όλη τη νύχτα. Κάθε φορά που του ερχόταν μια ιδέα, σταματούσε στην άκρη του δρόμου και τη σημείωνε. Έφθασε στην πρωτεύουσα την ώρα που ανέτειλε ο ήλιος, έχοντας ολοκληρώσει τον βασικό καμβά του Μάιμου.

Ήξερε ότι τέτοιοι ρόλοι ήταν επικίνδυνοι: ένα βήμα παραπάνω αρκούσε για να γελοιοποιηθεί ο άνθρωπος που υποδυόταν. Γι’ αυτό δεν έπαιξε τον Μάιμο «για να γελάσει ο κόσμος μαζί του». Τον έπαιξε ως μια ευάλωτη ψυχή που έβλεπε καθαρότερα από τους υπόλοιπους. Ίσως γι’ αυτό ο χαρακτήρας επέζησε στη συλλογική μνήμη πολύ περισσότερο από την εποχή της σειράς.

Το «όχι» στον Αγγελόπουλο και ο ρόλος που έχασε

Ο Καλογερόπουλος δεν δίσταζε να αρνηθεί ακόμη και συνεργασίες που θα μπορούσαν να εκτοξεύσουν διεθνώς την καριέρα του. Είπε «όχι» στον Θόδωρο Αγγελόπουλο για το «Μετέωρο βήμα του πελαργού», όταν θεώρησε προσβλητικά χαμηλή την οικονομική πρόταση που του έγινε.

Όταν του υπενθύμισαν ότι θα είχε την τιμή να παίξει «στον Αγγελόπουλο», αντέδρασε με τον δικό του τρόπο: και ο ίδιος είχε ήδη μια διαδρομή και ένα όνομα που απαιτούσε σεβασμό. Αργότερα παραδέχθηκε ότι θα ήθελε να είχε συμμετάσχει στην ταινία. Έγραψε μάλιστα ένα τραγούδι με τίτλο «Το μετέωρο βήμα του Θόδωρου» και το αφιέρωσε στον μεγάλο σκηνοθέτη.

Για ανάλογο λόγο δεν υπέγραψε στα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά». Ήθελαν να του αναθέσουν τον σπουδαίο ρόλο του Λούη, αλλά η συζήτηση για την αμοιβή τον έκανε να αποχωρήσει. Τον ρόλο ερμήνευσε τελικά ο Γιώργος Νινιός — εξαιρετικά, όπως αναγνώριζε χωρίς μικροψυχία ο ίδιος ο Καλογερόπουλος.

Τα δύο περιστατικά συνοψίζουν τις αντιφάσεις του: υπερήφανος μέχρι αυτοϋπονόμευσης, ικανός να αναγνωρίζει εκ των υστέρων ένα λάθος του, αλλά απρόθυμος να δεχθεί ότι το κύρος ενός σκηνοθέτη ή μιας παραγωγής ακύρωνε τη δική του αξία.

Η επιστροφή με το «Ένας κι Ένας»

Μετά από χρόνια περιορισμένης κινηματογραφικής παρουσίας, επέστρεψε δυναμικά το 2000 με το «Ένας κι Ένας» του Νίκου Ζαπατίνα, δίπλα στον Γιώργο Κιμούλη.

Στην ιστορία ενός δραπέτη και ενός ανθρώπου που θεωρείται «τρελός», ο Καλογερόπουλος βρήκε ξανά το φυσικό του έδαφος: τον κόσμο των περιθωριακών που μπορεί να ζουν έξω από τους κανόνες, διατηρούν όμως μια αλήθεια που λείπει από την κανονική κοινωνία.

Για την ερμηνεία του τιμήθηκε για δεύτερη φορά με το βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η ταινία κέρδισε επίσης το πρώτο βραβείο μυθοπλασίας, επιβεβαιώνοντας ότι ο Καλογερόπουλος μπορούσε να επιστρέψει έπειτα από μακρά απουσία χωρίς να έχει χάσει τίποτε από την ένταση και την ιδιοτυπία του.

Ο Χρόνης Μίσσιος, ένας αναπάντεχος κουμπάρος

Μία από τις ωραιότερες προσωπικές ιστορίες του αφορούσε τη γνωριμία του με τον Χρόνη Μίσσιο. Όταν διάβασε το «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», ενθουσιάστηκε τόσο ώστε αποφάσισε να αναζητήσει τον συγγραφέα στο Καπανδρίτι, χωρίς να τον γνωρίζει.

Βρήκε το σπίτι, χτύπησε την κόρνα και είδε τον Μίσσιο να βγαίνει με τις σαγιονάρες. Πριν προλάβει να συστηθεί, εκείνος άνοιξε τα χέρια και του είπε ότι τον περίμενε καιρό. Αγκαλιάστηκαν και άρχισε μια φιλία ζωής. Ο Μίσσιος έγινε τελικά κουμπάρος του, αφού προηγουμένως τον προειδοποίησε αστειευόμενος ότι όσα ζευγάρια είχε στεφανώσει μέχρι τότε είχαν χωρίσει.

Η σχέση τους δεν ήταν μια κοσμική γνωριμία ανάμεσα σε δύο αναγνωρίσιμους ανθρώπους. Ήταν συνάντηση κοινών ιδιοσυγκρασιών: δύο ανυπότακτων ανθρώπων με δυσπιστία προς την εξουσία, αγάπη για τη γη και βαθιά πίστη στην αξιοπρέπεια των απλών ανθρώπων.

Το «Τρενοτεχνείο»: Από σκουπιδότοπος, εστία πολιτισμού

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Καλογερόπουλος απομακρύνθηκε από την Αθήνα και εγκαταστάθηκε στην Κυπαρισσία. Όχι, όπως επέμενε, για να εξασφαλίσει μια πιο ήρεμη ζωή, αλλά για να πραγματοποιήσει μια ιδέα.

Όταν αντίκρισε τον εγκαταλελειμμένο σιδηροδρομικό σταθμό και το παλιό αμαξοστάσιο του ΟΣΕ γεμάτα σκουπίδια, αποφάσισε να τα «αναστήσει». Έτσι γεννήθηκε το «Τρενοτεχνείο», ένας χώρος θεάτρου και μουσικής που φιλοξένησε, μεταξύ άλλων, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Σωκράτη Μάλαμα, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη και τη Νατάσσα Μποφίλιου.

Τον Δεκέμβριο του 2024 άγνωστοι εισέβαλαν στον χώρο και κατέστρεψαν όργανα, έπιπλα, αρχεία και αναμνηστικά. Μπροστά στις εικόνες της καταστροφής, ο Καλογερόπουλος δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Η συγκίνησή του δεν αφορούσε μόνο τις υλικές ζημιές: είχαν χτυπήσει ένα έργο στο οποίο είχε επενδύσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Ακόμη και τότε, όμως, απάντησε με στίχους δικού του τραγουδιού και με την απόφαση να μετατρέψει ξανά τη στάχτη σε χώμα. Το «Τρενοτεχνείο» ήταν ίσως ο τελευταίος μεγάλος ρόλος του — μόνο που αυτή τη φορά δεν τον υποδύθηκε. Τον έζησε.

Ένας καλλιτέχνης που αρνήθηκε να γίνει «περσόνα»

Ο Νίκος Καλογερόπουλος εξέδωσε ποιητικές συλλογές, έγραψε θεατρικά έργα, συνέθεσε τραγούδια, σκηνοθέτησε και δημιούργησε τους δικούς του χώρους έκφρασης. Δεν αντιμετώπιζε αυτές τις δραστηριότητες ως συμπληρώματα μιας επιτυχημένης υποκριτικής καριέρας. Ήταν διαφορετικές όψεις της ίδιας ανάγκης να αφηγείται ιστορίες.

Η μεγάλη του δύναμη ήταν ότι δεν παρατηρούσε τους λαϊκούς ανθρώπους από απόσταση. Μιλούσε τη γλώσσα τους, γνώριζε τις χειρονομίες και τις σιωπές τους, μπορούσε να αποδώσει το χιούμορ χωρίς να εξαφανίσει τον πόνο τους. Αγαπούσε ιδιαίτερα τους «τρελούς», επειδή πίστευε ότι ένας ευαίσθητος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να τους αγαπά.

Ο Καλογερόπουλος δεν υπήρξε ο κλασικός ζεν πρεμιέ ούτε ο εύκολος κωμικός. Ήταν μια «διαβολόφατσα» που μπορούσε να χωρέσει μέσα της τον μάγκα, το παιδί, τον θυμωμένο, τον γελωτοποιό και τον πληγωμένο άνθρωπο. Γι’ αυτό οι ερμηνείες του δεν έμειναν απλώς ως χαρακτηριστικοί ρόλοι μιας περασμένης εποχής. Έμειναν ως πρόσωπα που μοιάζουν να υπήρξαν στ’ αλήθεια.

 topontiki.gr 

banner-article banner-advertisement

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ