Πατριωτισμός ή Εθνικισμός; Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ευθύνη και τον φανατισμό (μέρος ΙΙ)
Η πατρίδα ως χώρος ταυτότητας και ηθικής ευθύνης
Για να κατανοήσουμε σε βάθος τη διαφορά μεταξύ πατριωτισμού και εθνικισμού, οφείλουμε να προηγηθούμε ακόμη ενός ερωτήματος: γιατί ο άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να ανήκει σε μια πατρίδα; Αν η απάντηση περιοριστεί στη βιολογία, στη γεωγραφία ή στην ιστορία, τότε η πατρίδα μετατρέπεται σε ένα τυχαίο γεγονός της γέννησης. Αν όμως εξετάσουμε το ζήτημα φιλοσοφικά, θα διαπιστώσουμε ότι η πατρίδα δεν είναι απλώς ένας τόπος όπου γεννιέται ο άνθρωπος, αλλά ο πρώτος ορίζοντας μέσα στον οποίο συγκροτείται η ύπαρξή του.
Ο άνθρωπος δεν γεννιέται ως ένα αφηρημένο ον. Δεν έρχεται στον κόσμο χωρίς γλώσσα, χωρίς μνήμη, χωρίς πολιτισμό, χωρίς ιστορία. Πριν ακόμη αποκτήσει συνείδηση του εαυτού του, έχει ήδη εισέλθει σε έναν κόσμο νοημάτων που τον προϋπάρχει. Μαθαίνει μια γλώσσα που δεν δημιούργησε ο ίδιος. Κληρονομεί έναν πολιτισμό που οικοδομήθηκε από αναρίθμητες προηγούμενες γενιές. Ζει μέσα σε θεσμούς που διαμορφώθηκαν πριν από τη γέννησή του. Με αυτή την έννοια, η πατρίδα αποτελεί το πρώτο υπαρξιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο άνθρωπος αρχίζει να κατανοεί ποιος είναι.
Η διαπίστωση αυτή έχει βαθιά ηθική σημασία. Αν η ταυτότητά μας συγκροτείται μέσα από μια κοινότητα, τότε η σχέση μας με αυτήν δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά σχέση δικαιωμάτων. Είναι ταυτόχρονα σχέση οφειλής. Δεν είμαστε δημιουργοί όλων όσων απολαμβάνουμε. Είμαστε κληρονόμοι ενός πολιτισμού, μιας γλώσσας, ενός συστήματος αξιών και μιας ιστορικής εμπειρίας που μας παραδόθηκαν. Η συνείδηση αυτής της οφειλής αποτελεί ίσως το βαθύτερο θεμέλιο του πατριωτισμού.
Ωστόσο, η οφειλή δεν πρέπει να συγχέεται με την υποταγή. Η φιλοσοφία πάντοτε υπενθύμιζε ότι η παράδοση αποκτά αξία μόνο όταν γίνεται αντικείμενο κριτικού αναστοχασμού. Μια κοινωνία που αντιμετωπίζει την ιστορία της ως αμετάβλητο δόγμα παύει να δημιουργεί. Η παράδοση δεν είναι μουσείο· είναι διάλογος. Δεν υπάρχει για να ακινητοποιεί το παρόν αλλά για να του προσφέρει προσανατολισμό. Ο πατριώτης, επομένως, δεν είναι φύλακας στάχτης· είναι φορέας μιας ζωντανής φλόγας που οφείλει να μεταδώσει χωρίς να την αφήσει να σβήσει αλλά και χωρίς να την αφήσει να κατακάψει τον ίδιο τον λόγο.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η μεγάλη παγίδα του εθνικισμού. Ενώ ο πατριωτισμός αντιλαμβάνεται την πατρίδα ως ιστορική κοινότητα που διαρκώς μετασχηματίζεται, ο εθνικισμός τείνει να την αντιλαμβάνεται ως μια ουσία παγωμένη στον χρόνο. Η ιστορία παύει να είναι μια ανοιχτή διαδικασία και μετατρέπεται σε μύθο. Η συλλογική ταυτότητα παύει να είναι έργο που οικοδομείται καθημερινά και μετατρέπεται σε αντικείμενο λατρείας. Από τη στιγμή που η πατρίδα εξιδανικεύεται, κάθε προσπάθεια κριτικής ή αναθεώρησης παρουσιάζεται ως απειλή. Έτσι, όμως, η αγάπη χάνει τον δημιουργικό της χαρακτήρα και γίνεται αμυντικός μηχανισμός.
Αυτό εξηγεί γιατί ο αυθεντικός πατριωτισμός είναι πάντοτε απαιτητικός. Δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να αναπαυθεί στη βεβαιότητα ότι αγαπά την πατρίδα του. Τον υποχρεώνει να αποδεικνύει αυτή την αγάπη μέσα από τις πράξεις του. Τον καλεί να γίνει καλύτερος πολίτης, καλύτερος επιστήμονας, καλύτερος δάσκαλος, καλύτερος εργάτης, καλύτερος δικαστής, καλύτερος πολιτικός. Διότι η ποιότητα μιας πατρίδας δεν είναι τίποτε άλλο από το άθροισμα της ποιότητας των πολιτών της.
Υπό αυτή την έννοια, ο πατριωτισμός δεν αποτελεί απλώς πολιτική στάση· αποτελεί τρόπο ύπαρξης. Είναι μια μορφή ηθικής αυτοδέσμευσης απέναντι σε έναν κόσμο που δεν δημιουργήσαμε μόνοι μας αλλά τον οποίο έχουμε χρέος να παραδώσουμε καλύτερο απ’ ό,τι τον παραλάβαμε. Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη φιλοσοφική του διάσταση: ο πατριώτης δεν αγαπά μόνο όσα κληρονόμησε· αγαπά κυρίως εκείνα για τα οποία αισθάνεται υπεύθυνος. Από αυτή την ευθύνη γεννιέται η πολιτική αρετή. Από την απουσία της γεννιέται ο φανατισμός.
Η πατρίδα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης: μπορεί να υπάρξει πατριωτισμός χωρίς αποκλεισμούς;
Η φιλοσοφική διερεύνηση του πατριωτισμού αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη εποχή, διότι η έννοια της πατρίδας φαίνεται να δοκιμάζεται από μια ιστορική συνθήκη που δεν είχε προηγούμενο. Η παγκοσμιοποίηση, η ψηφιακή επικοινωνία, οι μεταναστευτικές ροές, οι υπερεθνικοί οργανισμοί και η αλληλεξάρτηση των οικονομιών μεταβάλλουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την πολιτική κοινότητα. Ο πολίτης του 21ου αιώνα ζει ταυτόχρονα μέσα σε πολλαπλούς κόσμους. Ανήκει σε μια πόλη, σε ένα κράτος, σε μια ευρύτερη πολιτισμική περιοχή, ενώ συγχρόνως συμμετέχει καθημερινά σε ένα παγκόσμιο ψηφιακό περιβάλλον όπου οι γεωγραφικές αποστάσεις χάνουν μεγάλο μέρος της σημασίας τους.
Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα: μήπως η πατρίδα αποτελεί πλέον μια ξεπερασμένη έννοια; Μήπως η πρόοδος της ανθρωπότητας προϋποθέτει την υπέρβασή της; Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Η ιστορία δείχνει ότι όσο περισσότερο διευρύνεται ο ορίζοντας του ανθρώπου, τόσο εντονότερη γίνεται συχνά η ανάγκη του να διατηρήσει σταθερά σημεία αναφοράς. Η παγκοσμιότητα δεν καταργεί την ανάγκη του ανήκειν· την καθιστά περισσότερο σύνθετη. Ο άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται πολίτης του κόσμου, χωρίς να παύει να είναι μέλος μιας συγκεκριμένης ιστορικής και πολιτικής κοινότητας.
Εδώ αναδύεται μια διάκριση που η φιλοσοφία οφείλει να προστατεύσει. Ο κοσμοπολιτισμός δεν είναι αναγκαία αντίθετος προς τον πατριωτισμό. Αντίθετα, μπορεί να αποτελεί την ηθική του προέκταση. Όποιος έχει μάθει να αγαπά υπεύθυνα τη δική του πατρίδα είναι πιθανότερο να κατανοήσει και την αξία της πατρίδας του άλλου. Η αγάπη προς το οικείο δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στην περιφρόνηση του ξένου. Η περιφρόνηση γεννιέται όταν η ταυτότητα μετατρέπεται σε απόλυτη αξία και όχι όταν γίνεται αφορμή ευθύνης.
Ο εθνικισμός, αντίθετα, δυσκολεύεται να συνυπάρξει με αυτή την προοπτική. Η ταυτότητά του θεμελιώνεται συχνά μέσα από την αντιπαραβολή. Έχει ανάγκη έναν «άλλον» απέναντι στον οποίο θα ορίσει τον εαυτό του. Έτσι, η διαφορετικότητα αντιμετωπίζεται όχι ως ευκαιρία διαλόγου αλλά ως ενδεχόμενη απειλή. Η φιλοσοφική αδυναμία αυτής της στάσης βρίσκεται στο ότι η αξία μιας κοινότητας δεν μπορεί να εξαρτάται από την υποτίμηση μιας άλλης. Η αξιοπρέπεια δεν είναι συγκριτικό μέγεθος· είναι ηθική ιδιότητα.
Η δημοκρατία, εξάλλου, απαιτεί έναν διαφορετικό τύπο πατριωτισμού από εκείνον που χαρακτήριζε παλαιότερες εποχές. Δεν αρκεί πλέον η κοινή καταγωγή ή η κοινή μνήμη. Απαιτείται κοινή δέσμευση απέναντι στους θεσμούς, στον νόμο, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις που καθιστούν δυνατή τη συμβίωση ελεύθερων και ίσων πολιτών. Ο πατριωτισμός μετατοπίζεται έτσι από την αποκλειστική έμφαση στην ιστορική ταυτότητα προς την υπεύθυνη συμμετοχή στη δημόσια ζωή. Η πατρίδα δεν είναι μόνο αυτό που κληρονομήσαμε· είναι και αυτό που οικοδομούμε καθημερινά.
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας. Να διατηρήσουμε την αγάπη προς την πατρίδα χωρίς να την απολυτοποιήσουμε. Να υπερασπιστούμε την ιστορική μας ταυτότητα χωρίς να τη μετατρέψουμε σε ιδεολογικό φρούριο. Να αναγνωρίσουμε ότι κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να αγαπά τη δική του πατρίδα, όπως ακριβώς διεκδικούμε το ίδιο δικαίωμα για τον εαυτό μας. Μια τέτοια στάση δεν αποδυναμώνει τον πατριωτισμό· τον εξευγενίζει.
Ο αυθεντικός πατριωτισμός του 21ου αιώνα δεν μπορεί, επομένως, να είναι φοβικός ούτε αυτάρεσκος. Οφείλει να είναι δημιουργικός, δημοκρατικός και αυτοκριτικός. Δεν ορίζεται από το πόσο υψώνει τη φωνή του απέναντι στους άλλους, αλλά από το πόσο συμβάλλει στη βελτίωση της δικής του κοινωνίας. Η μεγαλύτερη υπηρεσία προς την πατρίδα δεν είναι να πείσουμε τον κόσμο ότι είναι η καλύτερη, αλλά να εργαστούμε ώστε να γίνει δικαιότερη, σοφότερη και περισσότερο ανθρώπινη. Μόνον τότε η αγάπη προς την πατρίδα παύει να είναι σύνθημα και γίνεται γνήσια πολιτική και ηθική αρετή.
Από την αγάπη στην ευθύνη
Η μεγαλύτερη ίσως παρανόηση γύρω από τον πατριωτισμό είναι ότι τον αντιλαμβανόμαστε ως συναίσθημα. Αναμφίβολα, η αγάπη προς την πατρίδα περιέχει έντονη συναισθηματική διάσταση. Συγκινείται κανείς μπροστά στη γλώσσα του, στην ιστορία του τόπου του, στα μνημεία, στα τοπία, στις μνήμες των προγόνων του. Ωστόσο, το συναίσθημα, όσο ισχυρό και αν είναι, δεν αρκεί για να θεμελιώσει μια ηθική στάση. Τα συναισθήματα είναι μεταβλητά· η ηθική, αντίθετα, απαιτεί διάρκεια, συνέπεια και συνειδητή επιλογή.
Ο πατριωτισμός αρχίζει ακριβώς εκεί όπου το συναίσθημα μετασχηματίζεται σε ευθύνη. Όταν ο πολίτης παύει να θεωρεί την πατρίδα αποκλειστικά ως κληρονομιά και αρχίζει να τη βλέπει ως έργο. Ως κάτι που δεν αρκεί να παραλάβει αλλά οφείλει να συνεχίσει. Η πατρίδα δεν είναι ποτέ ένα ολοκληρωμένο δημιούργημα· είναι μια αδιάκοπη διαδικασία οικοδόμησης. Κάθε γενιά γράφει το δικό της κεφάλαιο στην ιστορία της. Και κάθε πολίτης, όσο μικρή και αν φαίνεται η συμβολή του, συμμετέχει στη διαμόρφωση αυτού που οι επόμενοι θα ονομάσουν «πατρίδα».
Αυτό σημαίνει ότι ο πατριωτισμός δεν εξαντλείται στις μεγάλες ιστορικές στιγμές. Δοκιμάζεται στις μικρές, καθημερινές επιλογές: στον τρόπο με τον οποίο ασκείται ένα επάγγελμα, στη στάση απέναντι στον νόμο, στον σεβασμό προς τον δημόσιο χώρο, στη φροντίδα για την παιδεία, στην προστασία της δικαιοσύνης, στην άρνηση της διαφθοράς και στην προθυμία συμμετοχής στα κοινά. Η ποιότητα μιας πατρίδας δεν είναι μια αφηρημένη έννοια· είναι το άθροισμα των καθημερινών πράξεων των πολιτών της. Εκεί αποδεικνύεται αν η αγάπη προς την πατρίδα είναι πραγματική ή αν περιορίζεται στη ρητορική.
Ο εθνικισμός εμφανίζεται όταν αυτή η ευθύνη υποχωρεί και αντικαθίσταται από τη βεβαιότητα. Αντί να αντιμετωπίζεται η πατρίδα ως κοινότητα διαρκούς δημιουργίας, αντιμετωπίζεται ως αδιαμφισβήτητο είδωλο. Η ιστορία παύει να είναι αντικείμενο κατανόησης και γίνεται αντικείμενο λατρείας. Η κριτική εκλαμβάνεται ως εχθρική πράξη και η διαφορετική άποψη ως απειλή. Εκεί ακριβώς χάνεται το μέτρο που χαρακτηρίζει κάθε γνήσια αρετή. Διότι κάθε αρετή, όταν αποσυνδέεται από τον λόγο και την αυτοκριτική, μπορεί να μετατραπεί στο αντίθετό της.
Η φιλοσοφία, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, υπενθυμίζει ότι η ελευθερία δεν συνίσταται στην απουσία δεσμών αλλά στην ποιότητα των δεσμών που επιλέγουμε να αναλάβουμε. Η πατρίδα είναι ένας τέτοιος δεσμός. Δεν αποτελεί φυλακή της ανθρώπινης ελευθερίας· αποτελεί έναν από τους χώρους μέσα στους οποίους αυτή μπορεί να πραγματωθεί. Όμως η πραγματοποίηση αυτή προϋποθέτει ώριμους πολίτες, ανθρώπους που δεν αναζητούν στην πατρίδα ένα αντικείμενο λατρείας ούτε ένα εργαλείο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, αλλά έναν κοινό κόσμο που αξίζει να διατηρηθεί και να βελτιωθεί.
Ίσως, τελικά, η βαθύτερη διαφορά ανάμεσα στον πατριωτισμό και στον εθνικισμό να συνοψίζεται στη διαφορετική αντίληψη που έχουν για την έννοια της ευθύνης. Ο εθνικισμός ζητά από τον άνθρωπο να αποδείξει ότι ανήκει. Ο πατριωτισμός ζητά να αποδείξει ότι προσφέρει. Ο εθνικισμός ενδιαφέρεται πρωτίστως για την ταυτότητα. Ο πατριωτισμός ενδιαφέρεται για τον χαρακτήρα. Ο πρώτος αναζητά επιβεβαίωση μέσα από το παρελθόν. Ο δεύτερος αναλαμβάνει την ευθύνη για το μέλλον.
Η πατρίδα δεν έχει ανάγκη από ανθρώπους που απλώς τη δοξάζουν. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που την υπηρετούν με ήθος, γνώση, εργασία και δικαιοσύνη. Δεν χρειάζεται μόνο πολίτες που θα θυμούνται τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας της, αλλά πολίτες που θα δημιουργήσουν τις επόμενες. Γιατί η πραγματική τιμή προς την πατρίδα δεν βρίσκεται στην αδιάκοπη επίκλησή της, αλλά στη διαρκή προσπάθεια να γίνει ένας τόπος όπου η ελευθερία, η αξιοπρέπεια και η δικαιοσύνη δεν αποτελούν απλώς ιδανικά, αλλά καθημερινή πραγματικότητα.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η τελική απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα. Ο πατριωτισμός και ο εθνικισμός δεν διαφέρουν επειδή ο ένας αγαπά περισσότερο και ο άλλος λιγότερο την πατρίδα. Διαφέρουν επειδή αγαπούν με διαφορετικό τρόπο. Ο ένας μετατρέπει την αγάπη σε ευθύνη, αυτοκριτική και δημιουργία. Ο άλλος κινδυνεύει να τη μετατρέψει σε αυτάρκεια, δογματισμό και αποκλεισμό. Αν, λοιπόν, η φιλοσοφία έχει ακόμη κάτι να προσφέρει στη δημόσια ζωή, είναι η υπενθύμιση ότι η αληθινή αγάπη προς την πατρίδα δεν μετριέται από το πάθος των διακηρύξεων, αλλά από το ήθος των πράξεων. Μόνο τότε ο πατριωτισμός αναδεικνύεται σε γνήσια πολιτική και ηθική αρετή, αντάξια μιας ελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας.
–














































