Πατριωτισμός ή Εθνικισμός; Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ευθύνη και τον φανατισμό (μέρος Ι) / γράφει ο Άρης Ορφανίδης
Η πατρίδα ως ηθική σχέση
Υπάρχουν έννοιες που δεν αλλοιώνονται επειδή ξεχνιούνται, αλλά επειδή χρησιμοποιούνται υπερβολικά. Ο πατριωτισμός αποτελεί μία από αυτές. Εμφανίζεται διαρκώς στον πολιτικό λόγο, στις δημόσιες τελετές, στις επετείους, στις κρίσεις, ακόμη και στην καθημερινή αντιπαράθεση. Ωστόσο, όσο συχνότερα προφέρεται, τόσο περισσότερο φαίνεται να απομακρύνεται από το πραγματικό του περιεχόμενο. Η λέξη παραμένει ίδια· το νόημά της, όμως, αλλάζει ανάλογα με τον ομιλητή, την ιδεολογία και τις επιδιώξεις του. Έτσι, η δημόσια συζήτηση καταλήγει να περιστρέφεται γύρω από έναν όρο που όλοι επικαλούνται αλλά λίγοι επιχειρούν να κατανοήσουν φιλοσοφικά.
Η πρώτη δυσκολία εμφανίζεται ήδη στο σημείο όπου ο πατριωτισμός ταυτίζεται με τον εθνικισμό. Η ταύτιση αυτή δεν αποτελεί απλώς γλωσσική ασάφεια· αποτελεί φιλοσοφική σύγχυση, διότι συγχέει δύο διαφορετικές μορφές σχέσης του ανθρώπου με την πολιτική κοινότητα. Δεν πρόκειται για δύο βαθμούς της ίδιας πραγματικότητας, αλλά για δύο διαφορετικούς τρόπους κατανόησης του «ανήκειν». Ο πατριωτισμός αντλεί τη νομιμοποίησή του από την ευθύνη απέναντι στην κοινότητα. Ο εθνικισμός, ιδίως στις ακραίες μορφές του, αντλεί τη δύναμή του από την απόλυτη ταύτιση με αυτήν. Στην πρώτη περίπτωση η πατρίδα γίνεται αντικείμενο φροντίδας· στη δεύτερη μπορεί να μετατραπεί σε αντικείμενο λατρείας. Και η διαφορά ανάμεσα στη φροντίδα και στη λατρεία είναι πάντοτε η διαφορά ανάμεσα στην ελευθερία και στον φανατισμό.
Το φιλοσοφικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο άνθρωπος αγαπά την πατρίδα του. Η αγάπη από μόνη της δεν αρκεί για να θεμελιώσει μια ηθική στάση. Υπάρχουν μορφές αγάπης που απελευθερώνουν και μορφές που υποδουλώνουν. Υπάρχει η αγάπη που οδηγεί στην αυτογνωσία και η αγάπη που γεννά την τύφλωση. Συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο αγαπά κανείς την πατρίδα του, αλλά πώς την αγαπά. Με ποιες προϋποθέσεις αυτή η αγάπη γίνεται αρετή και με ποιες μετατρέπεται σε ιδεολογική εμμονή;
Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, οφείλουμε πρώτα να αναρωτηθούμε τι είναι η ίδια η πατρίδα. Είναι άραγε ένα κομμάτι γης; Είναι μια κοινή καταγωγή; Είναι μια γλώσσα, μια ιστορία ή ένα σύνολο πολιτισμικών συμβόλων; Όλες αυτές οι απαντήσεις περιέχουν ένα μέρος της αλήθειας, καμία όμως δεν αρκεί από μόνη της. Η πατρίδα δεν είναι απλώς γεωγραφία ούτε μόνο ιστορία. Είναι μια ηθική και πολιτική κοινότητα, μέσα στην οποία ο άνθρωπος μαθαίνει να συνυπάρχει, να μοιράζεται ευθύνες, να συμμετέχει σε θεσμούς, να αναγνωρίζει υποχρεώσεις και να οικοδομεί ένα κοινό μέλλον. Με αυτή την έννοια, η πατρίδα δεν είναι πρωτίστως αντικείμενο συναισθηματικής προσκόλλησης αλλά πεδίο ηθικής δέσμευσης.
Η αρχαιοελληνική πολιτική σκέψη είχε ήδη αντιληφθεί αυτή τη διάσταση. Ο Αριστοτέλης δεν θεωρούσε την πόλη απλώς έναν τόπο κατοίκησης, αλλά την κοινότητα μέσα στην οποία ο άνθρωπος ολοκληρώνεται ως ηθικό ον. Ο πολίτης δεν υπάρχει έξω από την πόλη, όχι επειδή εξαρτάται βιολογικά από αυτήν, αλλά επειδή μόνο μέσα στη συλλογική ζωή μπορεί να πραγματώσει τις αρετές του. Η σχέση με την πατρίδα, επομένως, δεν είναι πρωτίστως σχέση δικαιωμάτων αλλά σχέση ευθυνών. Δεν ερωτά πρώτα «τι μου προσφέρει η πατρίδα;», αλλά «ποια είναι η δική μου συμβολή στην ύπαρξή της;».
Η ίδια ιδέα επανεμφανίζεται, με διαφορετικό τρόπο, στη νεότερη ηθική φιλοσοφία. Ο Καντ υποστήριζε ότι η ηθική αξία μιας πράξης δεν εξαρτάται από το συναίσθημα αλλά από το καθήκον. Αν μεταφέρουμε αυτή τη σκέψη στο πεδίο του πατριωτισμού, προκύπτει ένα ιδιαίτερα γόνιμο συμπέρασμα: ο αυθεντικός πατριωτισμός δεν μπορεί να εξαντλείται στη συγκίνηση που προκαλεί ένα εθνικό σύμβολο ή μια ιστορική επέτειος. Η ηθική του αξία αρχίζει όταν η αγάπη για την πατρίδα μετατρέπεται σε καθήκον απέναντι στο κοινό καλό. Όταν ο πολίτης ενεργεί υπέρ της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της παιδείας και της αξιοπρέπειας όχι επειδή προσδοκά ανταμοιβή ή κοινωνική αναγνώριση, αλλά επειδή θεωρεί ότι αυτή είναι η ορθή στάση απέναντι στην κοινότητά του.
Από αυτή την οπτική, ο πατριωτισμός παύει να είναι ένα συναίσθημα και γίνεται αρετή. Και κάθε αρετή προϋποθέτει μέτρο. Η έλλειψη αγάπης προς την πατρίδα οδηγεί στην αδιαφορία· η υπερβολή της, όταν αποσυνδέεται από τον λόγο και την αυτοκριτική, μπορεί να οδηγήσει στον φανατισμό. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα βρίσκεται ο ώριμος πατριωτισμός: μια μορφή αγάπης που δεν τυφλώνει τον άνθρωπο, αλλά τον καθιστά περισσότερο υπεύθυνο απέναντι στην ιστορία, στους συμπολίτες του και στις γενιές που θα ακολουθήσουν.
Και ίσως εδώ να αναδύεται η βαθύτερη φιλοσοφική διάκριση. Ο πατριωτισμός δεν ζητά από τον άνθρωπο να πιστέψει ότι η πατρίδα του είναι τέλεια. Του ζητά να αναλάβει την ευθύνη ώστε να γίνει καλύτερη. Ο εθνικισμός, αντίθετα, κινδυνεύει να μετατρέψει την πατρίδα σε αδιαμφισβήτητο είδωλο, μπροστά στο οποίο κάθε κριτική εκλαμβάνεται ως ύβρις. Ο πατριώτης υπηρετεί μια πατρίδα που συνεχώς οικοδομείται. Ο εθνικιστής συχνά υπερασπίζεται μια πατρίδα που θεωρεί ήδη ολοκληρωμένη. Και αυτή η διαφορά είναι αρκετή για να καθορίσει όχι μόνο δύο διαφορετικές πολιτικές στάσεις, αλλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την ίδια την ανθρώπινη ελευθερία.
Η ηθική του πατριωτισμού και η πλάνη του εθνικισμού
Εάν η πατρίδα αποτελεί πρωτίστως μια ηθική σχέση και όχι ένα απλό γεωγραφικό ή ιστορικό δεδομένο, τότε και ο πατριωτισμός δεν μπορεί να είναι μια παθητική κατάσταση του συναισθήματος. Δεν είναι μια συγκίνηση που αναδύεται περιστασιακά ούτε μια ιδεολογική ταυτότητα που αποκτάται με τη γέννηση. Είναι μια αρετή που κατακτάται. Όπως κάθε αρετή, απαιτεί άσκηση, αυτοπειθαρχία και συνεχή αναστοχασμό. Η αγάπη προς την πατρίδα δεν αποκτά ηθική αξία επειδή υπάρχει, αλλά επειδή εκφράζεται με τρόπο που υπηρετεί το κοινό αγαθό.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Στην ηθική φιλοσοφία, η αξία μιας στάσης δεν κρίνεται μόνο από το αντικείμενό της αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο πραγματώνεται. Δεν αρκεί να αγαπά κανείς κάτι· σημασία έχει αν αυτή η αγάπη τον καθιστά περισσότερο δίκαιο, περισσότερο ελεύθερο και περισσότερο υπεύθυνο. Ο πατριωτισμός, όταν αποτελεί αρετή, διευρύνει τον ηθικό ορίζοντα του ανθρώπου. Ο εθνικισμός, όταν μετατρέπεται σε ιδεολογική εμμονή, τείνει να τον συρρικνώνει. Ο πρώτος ενθαρρύνει τη συμμετοχή· ο δεύτερος συχνά απαιτεί συμμόρφωση. Ο πρώτος καλλιεργεί πολίτες· ο δεύτερος μπορεί να παράγει πιστούς οπαδούς.
Το ουσιαστικό γνώρισμα του πατριωτισμού είναι η ευθύνη. Ευθύνη απέναντι στους ζωντανούς, απέναντι στους νεκρούς που διαμόρφωσαν την ιστορία της κοινότητας, αλλά και απέναντι στους ανθρώπους που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί. Η πατρίδα δεν ανήκει αποκλειστικά στη γενιά που τη διαχειρίζεται· αποτελεί μια διαγενεακή πραγματικότητα. Κάθε γενιά την παραλαμβάνει ως κληρονομιά και ταυτόχρονα ως παρακαταθήκη. Δεν έχει το δικαίωμα ούτε να την εξαντλήσει ούτε να τη μετατρέψει σε πεδίο ικανοποίησης πρόσκαιρων συμφερόντων. Η ηθική του πατριωτισμού είναι, επομένως, μια ηθική ευθύνης απέναντι στον χρόνο.
Αυτή η θεώρηση διαφοροποιεί ριζικά τον πατριωτισμό από την απλή εθνική υπερηφάνεια. Η υπερηφάνεια μπορεί να είναι δικαιολογημένη όταν αναφέρεται σε πραγματικά επιτεύγματα ενός λαού. Όταν όμως μετατρέπεται σε αυτάρκεια, παύει να είναι δημιουργική. Καμία κοινωνία δεν προοδεύει επειδή επαναλαμβάνει αδιάκοπα το μεγαλείο του παρελθόντος της. Προοδεύει όταν αντιμετωπίζει το παρελθόν ως πηγή έμπνευσης και όχι ως καταφύγιο αυτοθαυμασμού. Η ιστορία δεν υπάρχει για να μας απαλλάσσει από τις ευθύνες του παρόντος, αλλά για να μας υπενθυμίζει το μέτρο των δικών μας ευθυνών.
Εδώ αναδύεται και η σημασία της αυτοκριτικής. Η αυτοκριτική δεν είναι άρνηση της πατρίδας· είναι η πιο απαιτητική μορφή πίστης προς αυτήν. Μόνο εκείνος που αγαπά πραγματικά έναν θεσμό, μια κοινότητα ή έναν πολιτισμό επιθυμεί να τον δει να βελτιώνεται. Η άκριτη εξιδανίκευση δεν αποτελεί ένδειξη αγάπης αλλά μορφή αδράνειας. Όπως ο φιλόσοφος δεν υπηρετεί την αλήθεια αποφεύγοντας τα δύσκολα ερωτήματα, έτσι και ο πατριώτης δεν υπηρετεί την πατρίδα αποσιωπώντας τα ελαττώματά της.
Ο εθνικισμός, αντίθετα, δυσκολεύεται να ανεχθεί την αυτοκριτική, επειδή συχνά εκλαμβάνει την κοινότητα ως φορέα μιας απόλυτης και αδιαμφισβήτητης αξίας. Κάθε αμφισβήτηση θεωρείται απειλή, κάθε διαφωνία εκλαμβάνεται ως έλλειψη πίστης και κάθε διαφορετική ερμηνεία αντιμετωπίζεται ως υπονόμευση της συλλογικής ενότητας. Όμως η ενότητα που επιβάλλεται μέσω της σιωπής είναι εύθραυστη. Η πραγματική συνοχή μιας δημοκρατικής κοινωνίας δεν οικοδομείται πάνω στην ομοφωνία, αλλά στην ικανότητα των πολιτών να διαφωνούν χωρίς να παύουν να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον ως μέλη της ίδιας πολιτικής κοινότητας.
Η φιλοσοφική παράδοση μάς υπενθυμίζει ότι η αρετή βρίσκεται πάντοτε στο μέτρο. Ο Αριστοτέλης αντιλαμβανόταν την αρετή ως τη μεσότητα ανάμεσα σε δύο αντίθετες υπερβολές. Αν εφαρμόσουμε αυτή τη σκέψη στον πατριωτισμό, μπορούμε να διακρίνουμε δύο εξίσου επικίνδυνα άκρα. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η αδιαφορία για την πατρίδα, η αντίληψη ότι η κοινότητα δεν αποτελεί παρά ένα τυχαίο πλαίσιο χωρίς ιδιαίτερη ηθική σημασία. Από την άλλη βρίσκεται ο φανατισμός, όπου η πατρίδα απολυτοποιείται και μετατρέπεται σε υπέρτατη αξία που υποτάσσει κάθε άλλη ηθική αρχή. Ο ώριμος πατριωτισμός βρίσκεται ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα. Αναγνωρίζει τη μοναδικότητα της πατρίδας χωρίς να αρνείται την καθολική αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Έτσι, ο πραγματικός πατριώτης δεν αγαπά την πατρίδα επειδή πιστεύει ότι είναι αλάνθαστη. Την αγαπά επειδή θεωρεί ότι αξίζει να αγωνίζεται γι’ αυτήν. Δεν ζητά από την ιστορία να επιβεβαιώσει την ανωτερότητά του, αλλά από τη συνείδησή του να του υπενθυμίζει τις ευθύνες του. Ο πατριωτισμός, λοιπόν, δεν είναι μια θορυβώδης διακήρυξη ταυτότητας. Είναι μια σιωπηλή αλλά απαιτητική ηθική δέσμευση: η απόφαση να μετατρέψει κανείς την αγάπη προς την πατρίδα σε καθημερινή πράξη δικαιοσύνης, δημιουργίας και κοινής ευθύνης.
Ο πατριωτισμός ως πολιτική αρετή και ο εθνικισμός ως ηθικός πειρασμός
Αν ο πατριωτισμός είναι μια ηθική αρετή, τότε η αυθεντικότητά του δοκιμάζεται όχι στις στιγμές της εθνικής έξαρσης αλλά στις περιόδους της καθημερινότητας. Είναι εύκολο να αγαπά κανείς την πατρίδα όταν αυτή γίνεται αφορμή για συλλογική συγκίνηση. Είναι πολύ δυσκολότερο να την υπηρετεί όταν η υπηρεσία αυτή απαιτεί προσωπικές θυσίες, αυτοπεριορισμό και συνεχή ανάληψη ευθύνης. Η αξία του πατριωτισμού αποκαλύπτεται ακριβώς εκεί όπου το συναίσθημα δεν αρκεί πλέον και τη θέση του καλείται να καταλάβει ο χαρακτήρας.
Στις σύγχρονες δημοκρατίες, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι μόνο η αποδυνάμωση της αγάπης προς την πατρίδα. Είναι η μετατροπή της σε εργαλείο πολιτικής νομιμοποίησης. Κάθε εποχή γνώρισε εξουσίες που επιχείρησαν να οικειοποιηθούν την έννοια της πατρίδας, παρουσιάζοντας τον εαυτό τους ως τον αποκλειστικό εκφραστή της. Όταν όμως η πατρίδα ταυτίζεται με μια κυβέρνηση, ένα κόμμα, έναν ηγέτη ή μια ιδεολογία, παύει να είναι κοινό αγαθό και μετατρέπεται σε μέσο πολιτικής κυριαρχίας. Η πατρίδα είναι πάντοτε ευρύτερη από κάθε εξουσία και μακροβιότερη από κάθε πολιτικό σύστημα. Ανήκει στους πολίτες της, όχι στους διαχειριστές της.
Από αυτήν ακριβώς την οπτική γίνεται φανερό γιατί ο ώριμος πατριωτισμός δεν μπορεί να είναι άκριτος. Η άκριτη αποδοχή κάθε πολιτικής πράξης στο όνομα της πατρίδας δεν αποτελεί απόδειξη αγάπης προς αυτήν αλλά εγκατάλειψη της πολιτικής ευθύνης. Η δημοκρατία προϋποθέτει πολίτες που διακρίνουν ανάμεσα στην αφοσίωση προς την κοινότητα και στην υποταγή προς την εκάστοτε εξουσία. Ο πατριώτης δεν χειροκροτεί επειδή του ζητείται να χειροκροτήσει· εξετάζει, αξιολογεί, κρίνει και αναλαμβάνει την ευθύνη της κρίσης του. Η αγάπη προς την πατρίδα δεν αναιρεί την κριτική σκέψη· αντιθέτως, την προϋποθέτει.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται ο ηθικός πειρασμός του εθνικισμού. Ο εθνικισμός προσφέρει κάτι που είναι βαθιά ελκυστικό για τον άνθρωπο: τη βεβαιότητα. Σε έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητες, αντιφάσεις και σύνθετα προβλήματα, υπόσχεται απλές εξηγήσεις και καθαρές διαιρέσεις. Δημιουργεί μια πραγματικότητα όπου υπάρχουν μόνο οι «δικοί μας» και οι «άλλοι», οι «πατριώτες» και οι «προδότες», το «καλό» και το «κακό». Η ηθική πολυπλοκότητα της πολιτικής ζωής εξαφανίζεται και αντικαθίσταται από ένα εύκολο δίπολο. Όμως η φιλοσοφία μάς διδάσκει ότι κάθε εύκολη βεβαιότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη. Όπου παύουν τα ερωτήματα, συνήθως αρχίζει ο δογματισμός.
Ο πραγματικός πατριωτισμός δεν φοβάται την αμφιβολία. Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι η αμφιβολία αποτελεί προϋπόθεση της υπεύθυνης κρίσης. Ο πολίτης που αγαπά την πατρίδα του δεν αναζητά διαρκώς επιβεβαίωση των πεποιθήσεών του, αλλά επιδιώκει να τις υποβάλλει στη δοκιμασία του λόγου. Γνωρίζει ότι η αλήθεια δεν προστατεύεται από την επανάληψη συνθημάτων αλλά από τη δύναμη των επιχειρημάτων. Η πατρίδα δεν κινδυνεύει από τον ελεύθερο διάλογο· κινδυνεύει όταν ο διάλογος αντικαθίσταται από την κραυγή.
Η ιστορία των πολιτικών κοινωνιών δείχνει ότι η ισχύς ενός κράτους δεν εξαρτάται μόνο από τους οικονομικούς ή στρατιωτικούς του πόρους. Εξαρτάται πρωτίστως από την ποιότητα των πολιτών του. Μια κοινωνία γίνεται πραγματικά ισχυρή όταν οι πολίτες της διαθέτουν παιδεία, αίσθηση δικαιοσύνης, εμπιστοσύνη στους θεσμούς, σεβασμό προς τον νόμο και διάθεση συμμετοχής στο κοινό αγαθό. Αυτά τα στοιχεία δεν αποτελούν απλώς χαρακτηριστικά μιας εύρυθμης δημοκρατίας· αποτελούν τις βαθύτερες εκφράσεις ενός ώριμου πατριωτισμού. Η ισχύς μιας πατρίδας δεν μετριέται μόνο από όσα κατέχει αλλά από όσα καλλιεργεί.
Ίσως, τελικά, η σημαντικότερη διάκριση ανάμεσα στον πατριωτισμό και στον εθνικισμό να βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την έννοια του «εμείς». Για τον πατριώτη, το «εμείς» είναι μια ανοιχτή κοινότητα ευθύνης. Δεν συγκροτείται αποκλειστικά από κοινή καταγωγή ή από κοινές μνήμες, αλλά από τη διαρκή απόφαση των πολιτών να οικοδομούν μαζί ένα δίκαιο και ελεύθερο πολιτικό μέλλον. Για τον εθνικισμό, αντίθετα, το «εμείς» κινδυνεύει να μετατραπεί σε κλειστή κοινότητα αποκλεισμού, η οποία ορίζει τον εαυτό της κυρίως μέσα από τη διαφοροποίησή της από τους άλλους.
Ο πατριωτισμός, επομένως, δεν αποτελεί άρνηση της οικουμενικότητας. Αντίθετα, αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο η οικουμενική ανθρώπινη αξιοπρέπεια αποκτά συγκεκριμένη ιστορική μορφή μέσα σε μια πολιτική κοινότητα. Όποιος αγαπά πραγματικά την πατρίδα του δεν έχει λόγο να αρνηθεί την αξιοπρέπεια των άλλων λαών, διότι γνωρίζει ότι η αξία της δικής του πατρίδας δεν μειώνεται από την αξία των υπολοίπων. Η αληθινή αυτοπεποίθηση δεν έχει ανάγκη την υποτίμηση του άλλου· μόνο η ανασφάλεια την αναζητά.
Ίσως λοιπόν το ουσιαστικό ερώτημα να μην είναι αν ο πατριωτισμός είναι αναγκαίος. Μια πολιτική κοινότητα δύσκολα μπορεί να επιβιώσει χωρίς πολίτες που αισθάνονται υπεύθυνοι γι’ αυτήν. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος πατριωτισμός μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του 21ου αιώνα. Αν η απάντηση είναι ένας πατριωτισμός της γνώσης αντί της άγνοιας, της ευθύνης αντί της αυταρέσκειας, της αυτοκριτικής αντί του δογματισμού και της δημιουργίας αντί της κραυγής, τότε ο πατριωτισμός παραμένει όχι απλώς μια πολιτική στάση αλλά μία από τις σημαντικότερες ηθικές αρετές του ελεύθερου ανθρώπου.
–














































































































