“Σε μια κοινωνία που νοσεί, μπορεί να ευδαιμονεί το άτομο;” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης
Υπάρχει ένα ερώτημα που μοιάζει προσωπικό, σχεδόν ψυχολογικό, αλλά στην πραγματικότητα είναι βαθύτατα φιλοσοφικό και πολιτικό: μπορεί ένας άνθρωπος να είναι καλά όταν η κοινωνία μέσα στην οποία ζει νοσεί;
Μπορεί να ευημερεί, να αισθάνεται πλήρης, να διατηρεί την ψυχική του ισορροπία και να επιδιώκει την ευδαιμονία του, όταν γύρω του κυριαρχούν η αδικία, η αναξιοκρατία, η επιθετικότητα, η κοινωνική αποξένωση, η παρακμή του δημόσιου λόγου και η απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς και στους ανθρώπους;
Η εύκολη απάντηση θα ήταν ότι ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη δική του ζωή. Να κοιτάξει τον εαυτό του, να δημιουργήσει έναν μικρό κύκλο ανθρώπων που αγαπά, να εργαστεί, να βρει ενδιαφέροντα, να προστατεύσει την ψυχική του γαλήνη και να μην επιτρέπει στην κοινωνική πραγματικότητα να εισβάλλει διαρκώς στην προσωπική του ζωή. Αυτή η απάντηση δεν είναι εντελώς λανθασμένη. Είναι όμως ανεπαρκής. Γιατί προϋποθέτει έναν άνθρωπο που μπορεί να αποσυνδεθεί από το κοινωνικό περιβάλλον σαν να ήταν ένα αυτάρκες νησί. Και ο άνθρωπος δεν είναι νησί.
Από τον Αριστοτέλη γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος είναι πολιτικὸν ζῷον. Η ευδαιμονία του δεν αποτελεί απλώς μια εσωτερική ψυχική κατάσταση. Δεν αρκεί κάποιος να αισθάνεται καλά· χρειάζεται να μπορεί να ζει και να πράττει καλά μέσα σε έναν κόσμο που του επιτρέπει να αναπτύσσει τις δυνατότητές του. Χρειάζεται φίλους, σχέσεις εμπιστοσύνης, ένα στοιχειωδώς δίκαιο πολιτικό πλαίσιο, αναγνώριση, συμμετοχή στην κοινότητα. Ακόμη και ο ενάρετος άνθρωπος χρειάζεται, μέχρι ενός σημείου, τις κατάλληλες εξωτερικές συνθήκες για να ευδαιμονήσει.
Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη δυσκολία. Όταν μια κοινωνία νοσεί, η νόσος της δεν παραμένει έξω από την πόρτα του σπιτιού μας. Εισέρχεται στις σχέσεις μας, στην εργασία μας, στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε, στις προσδοκίες μας από τους άλλους, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Η κοινωνική δυσπιστία μάς κάνει περισσότερο καχύποπτους. Η αναξιοκρατία μάς κάνει να αμφιβάλλουμε για την αξία της προσπάθειας. Η διαρκής επιθετικότητα μάς ωθεί είτε στην άμυνα είτε στην επιθετικότητα. Η επικράτηση του θορύβου στον δημόσιο λόγο μάς μαθαίνει να φωνάζουμε αντί να σκεφτόμαστε. Και όταν το άδικο επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να πάψει να μας φαίνεται άδικο και να γίνει απλώς «ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν τα πράγματα».
Γι’ αυτό η κοινωνική νόσος είναι επικίνδυνη όχι μόνο επειδή μας κάνει δυστυχισμένους, αλλά επειδή μπορεί να μεταβάλει σταδιακά το κριτήριό μας για το τι θεωρούμε φυσιολογικό.
Και εδώ εμφανίζεται ένα παράδοξο: ίσως ο άνθρωπος που δυσφορεί μέσα σε μια νοσούσα κοινωνία να είναι, από μία άποψη, υγιέστερος από εκείνον που έχει προσαρμοστεί απολύτως σε αυτήν. Η δυσφορία δεν είναι πάντοτε αδυναμία. Μπορεί να αποτελεί ηθική αντίδραση. Ο άνθρωπος που εξακολουθεί να ενοχλείται από την αδικία δείχνει ότι δεν έχει ακόμη συμφιλιωθεί μαζί της. Εκείνος που αισθάνεται απογοήτευση απέναντι στην αναξιοκρατία εξακολουθεί να πιστεύει ότι η αξία θα έπρεπε να αναγνωρίζεται. Εκείνος που κουράζεται από την αγένεια εξακολουθεί να θεωρεί την ευγένεια σημαντική. Εκείνος που δεν αντέχει τον ευτελισμό του δημόσιου λόγου διατηρεί ακόμη μια διαφορετική αντίληψη για το πώς θα μπορούσε να διεξάγεται ένας δημόσιος διάλογος. Η πλήρης προσαρμογή, επομένως, δεν είναι πάντοτε αρετή.
Οι Στωικοί θα μας έδιναν εδώ μια διαφορετική απάντηση. Δεν ελέγχουμε την κοινωνία, τους άλλους ανθρώπους, τις αποφάσεις των κυβερνήσεων, τη συμπεριφορά των συμπολιτών μας ή τις ανατροπές της τύχης. Ελέγχουμε όμως, στον βαθμό που μπορούμε, τις κρίσεις, τις επιλογές και τη στάση μας απέναντι σε αυτά. Ο Επίκτητος θα μας καλούσε να διακρίνουμε όσα εξαρτώνται από εμάς από όσα δεν εξαρτώνται. Υπό αυτή την έννοια, ακόμη και μέσα σε μια προβληματική κοινωνία παραμένει ένας χώρος ελευθερίας: ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να υπάρχουμε μέσα σε αυτήν. Αλλά αυτή η θέση κρύβει έναν κίνδυνο, εάν παρερμηνευθεί. Η εσωτερική ελευθερία δεν πρέπει να μετατραπεί σε κοινωνική αδιαφορία. Το «δεν μπορώ να ελέγξω τα πάντα» δεν σημαίνει «δεν έχω ευθύνη για τίποτε». Μπορεί να μην μπορώ να διορθώσω μόνος μου μια κοινωνία, μπορώ όμως να αποφασίσω εάν θα αναπαράγω τις παθογένειές της.
Ο Επίκουρος θα μας έδειχνε έναν άλλο δρόμο: τη δημιουργία ενός μικρότερου κόσμου μέσα στον μεγάλο. Φιλία, μέτρο, απλές απολαύσεις, απομάκρυνση από μάταιες φιλοδοξίες, περιορισμός των περιττών επιθυμιών και αναζήτηση της αταραξίας. Ο Κήπος του Επίκουρου θα μπορούσε να διαβαστεί σήμερα ως μια μορφή προστατευμένου χώρου απέναντι στον κοινωνικό θόρυβο. Δεν πρόκειται όμως αναγκαστικά για φυγή. Μπορεί να είναι μια πράξη επιλογής: αν δεν μπορώ να καθορίσω ολόκληρη την κοινωνία, μπορώ τουλάχιστον να καθορίσω σε σημαντικό βαθμό το μικρό κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζω. Μπορώ να επιλέξω τους ανθρώπους με τους οποίους συνδέομαι, τις αξίες που επιβραβεύω, τον τρόπο με τον οποίο μιλώ, το είδος της πληροφορίας που καταναλώνω, τις συγκρούσεις στις οποίες συμμετέχω και εκείνες από τις οποίες αποχωρώ.
Υπάρχει όμως και μια καντιανή διάσταση στο πρόβλημα. Για τον Καντ, η ηθική αξία του ανθρώπου δεν εξαρτάται από το εάν ο κόσμος γύρω του είναι ηθικός. Ακριβώς όταν η εξωτερική πραγματικότητα ευνοεί το συμφέρον, τον κυνισμό ή την ανεντιμότητα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η δυνατότητα του προσώπου να ενεργεί σύμφωνα με αρχές που θα μπορούσε να θέλει ως καθολικούς νόμους. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «τι κάνουν όλοι οι άλλοι;», αλλά «τι οφείλω εγώ να κάνω;».
Έτσι η νοσούσα κοινωνία δημιουργεί ένα ιδιόμορφο ηθικό τεστ. Μας προσφέρει συνεχώς δικαιολογίες για να γίνουμε αυτό ακριβώς που καταγγέλλουμε.
«Αφού όλοι λένε ψέματα, γιατί να είμαι ειλικρινής;»
«Αφού όλοι κοιτούν το συμφέρον τους, γιατί να μην κοιτάξω αποκλειστικά το δικό μου;»
«Αφού η ευγένεια θεωρείται αδυναμία, γιατί να παραμένω ευγενικός;»
«Αφού η αξιοκρατία δεν λειτουργεί, γιατί να συνεχίσω να προσπαθώ;»
Εδώ ακριβώς αρχίζει η πραγματική ηθική αντίσταση. Όχι στις μεγάλες διακηρύξεις, αλλά στην καθημερινή άρνηση να γίνεις φορέας εκείνου που θεωρείς νοσηρό.
Ωστόσο δεν πρέπει να πέσουμε και στο αντίθετο άκρο: να θεωρήσουμε ότι ο ηθικός άνθρωπος οφείλει να είναι μονίμως δυστυχισμένος επειδή γύρω του υπάρχει αδικία. Μια τέτοια απαίτηση θα ήταν απάνθρωπη. Κανείς δεν μπορεί να σηκώνει διαρκώς στους ώμους του ολόκληρο το βάρος του κόσμου. Υπάρχει ένα νόμιμο δικαίωμα στη χαρά, στην αγάπη, στη φιλία, στη δημιουργία, στο γέλιο, στην απόλαυση μιας απλής ημέρας, ακόμη και όταν γνωρίζουμε ότι ο κόσμος δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό δίλημμα να μην είναι αν μπορούμε να είμαστε καλά σε μια κοινωνία που νοσεί. Το βαθύτερο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο μπορούμε να είμαστε καλά χωρίς η ευημερία μας να απαιτεί να κλείσουμε τα μάτια απέναντι στη νόσο της κοινωνίας.
Γιατί υπάρχουν δύο προβληματικές λύσεις. Η πρώτη είναι να βυθιστούμε τόσο πολύ στην κοινωνική δυσφορία ώστε να καταστρέψουμε τη δική μας ζωή. Η δεύτερη είναι να προστατεύσουμε τόσο αποτελεσματικά την προσωπική μας ευτυχία ώστε να πάψουμε να ενδιαφερόμαστε για οτιδήποτε βρίσκεται έξω από αυτήν. Ανάμεσα στα δύο υπάρχει ένας δυσκολότερος δρόμος: η ευδαιμονία χωρίς τύφλωση και η αντίσταση χωρίς αυτοκαταστροφή. Να μπορείς να χαίρεσαι χωρίς να αδιαφορείς. Να βλέπεις την αδικία χωρίς να επιτρέπεις στην αδικία να καταλάβει ολόκληρη την ψυχή σου. Να συμμετέχεις χωρίς να απορροφάσαι. Να αντιστέκεσαι χωρίς να μετατρέπεσαι σε αυτό που πολεμάς. Να δημιουργείς μικρές κοινότητες εμπιστοσύνης μέσα σε μια κοινωνία δυσπιστίας. Να διατηρείς τη σκέψη σου μέσα στον θόρυβο. Να υπερασπίζεσαι την αξιοπρέπεια σε ένα περιβάλλον που συχνά ανταμείβει τον κυνισμό. Ίσως τελικά αυτό να σημαίνει «είμαι καλά» σε μια κοινωνία που νοσεί. Όχι ότι δεν με αγγίζει τίποτε. Όχι ότι αποσύρθηκα σε μια ιδιωτική ευτυχία. Ούτε ότι συμβιβάστηκα με όσα συμβαίνουν. Αλλά ότι δεν επέτρεψα στη νόσο της κοινωνίας να γίνει ο χαρακτήρας μου.
Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο απαιτητικές μορφές ελευθερίας: να κατοικείς σε έναν κόσμο που θεωρείς προβληματικό, να γνωρίζεις ότι δεν μπορείς μόνος σου να τον θεραπεύσεις, αλλά να αρνείσαι ταυτόχρονα τόσο να παραδοθείς σε αυτόν όσο και να εγκαταλείψεις την προσπάθεια να τον κάνεις λίγο καλύτερο.
Γιατί μπορείς πράγματι να είσαι καλά παρά τη νοσούσα κοινωνία. Δύσκολα, όμως, μπορείς να είσαι ολοκληρωτικά καλά αδιαφορώντας για αυτήν. Η προσωπική ευδαιμονία και η κοινωνική ευθύνη δεν χρειάζεται να είναι αντίπαλοι. Η πρώτη μας δίνει τη δύναμη να συνεχίζουμε· η δεύτερη δίνει στην πρώτη ένα νόημα που υπερβαίνει τον εαυτό μας.
Αλλά εδώ ακριβώς αρχίζει ένα δυσκολότερο ερώτημα.
Τι συμβαίνει όταν συνεχίζεις, αλλά τίποτε γύρω σου δεν φαίνεται να αλλάζει; Όταν δεν αρκεί πια να προστατεύσεις τη δική σου ηθική ακεραιότητα, αλλά επιχειρείς να υπερασπιστείς το δίκαιο, να το μεταδώσεις, να το εμφυσήσεις στους άλλους, και διαπιστώνεις ότι η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα μοιάζει καθημερινά να διαψεύδει όσα υπερασπίζεσαι;
Μπορεί ένας άνθρωπος να επιμένει επ’ αόριστον στην ουτοπία του δικαίου όταν ζει μέσα σε μια δυστοπία όπου η αδικία δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά σχεδόν κανονικότητα; Και, ακόμη περισσότερο, έχει νόημα να διδάσκεις το δίκαιο σε έναν κόσμο που μοιάζει να διδάσκει καθημερινά το αντίθετο;
Είναι σχετικά εύκολο να υπερασπίζεται κανείς τη δικαιοσύνη μέσα σε μια κοινωνία που, έστω ατελώς, την αναγνωρίζει ως αξία. Το πραγματικό ηθικό πρόβλημα αρχίζει όταν η κοινωνία διακηρύσσει το δίκαιο αλλά λειτουργεί μέσα από την αδικία· όταν επαινεί την αξιοκρατία αλλά ανταμείβει τη συναλλαγή· όταν επικαλείται την αλήθεια αλλά ευνοεί το βολικό ψεύδος· όταν μιλά για αρχές αλλά τις εγκαταλείπει μόλις συγκρουστούν με το συμφέρον. Τότε η ηθική στάση αρχίζει να αποκτά ένα παράξενο κόστος. Ο άνθρωπος που επιμένει στις αρχές του δεν αισθάνεται απλώς ότι μειοψηφεί. Κάποτε αρχίζει να αισθάνεται ότι εξαπατάται από τις ίδιες του τις αρχές. Βλέπει τον ανέντιμο να προχωρά. Τον κυνικό να επιβραβεύεται. Τον άνθρωπο που παρακάμπτει τους κανόνες να φτάνει εκεί όπου ο ίδιος προσπαθεί να φτάσει ακολουθώντας τους. Βλέπει την ευτέλεια να αποκτά κοινωνικό κύρος, το ψεύδος να αποδεικνύεται αποτελεσματικό και την αδικία, όταν επαναλαμβάνεται αρκετά, να παύει ακόμη και να προκαλεί έκπληξη.
Και τότε γεννιέται μια σκέψη που είναι πολύ πιο επικίνδυνη από την ίδια την αδικία: Μήπως είμαι ανόητος που εξακολουθώ να προσπαθώ να είμαι δίκαιος; Αυτό ίσως είναι το βαθύτερο στάδιο της ηθικής σήψης μιας κοινωνίας. Όχι όταν υπάρχουν απλώς άδικοι άνθρωποι — άδικοι άνθρωποι υπήρχαν πάντοτε. Αλλά όταν η αδικία γίνεται τόσο συστηματική ώστε αρχίζει να μεταβάλλει τη σχέση του δίκαιου ανθρώπου με την ίδια του την ηθικότητα. Όταν δεν αμφιβάλλει πλέον μόνο για την κοινωνία. Αρχίζει να αμφιβάλλει για τον εαυτό του.
«Μήπως έπρεπε κι εγώ να είχα πει ψέματα;»
«Μήπως έπρεπε να είχα χρησιμοποιήσει ανθρώπους;»
«Μήπως έπρεπε να είχα συμβιβαστεί;»
«Μήπως τελικά η εντιμότητα, η συνέπεια και η αξιοπρέπεια δεν ήταν αρετές αλλά ηλίθιες πολυτέλειες;»
Και υπάρχει ακόμη μια σκληρότερη εκδοχή αυτής της αμφιβολίας. Αν εσύ ο ίδιος έχεις πληρώσει το τίμημα της ηθικής σου στάσης, με ποιο δικαίωμα ζητάς από έναν νεότερο άνθρωπο να κάνει το ίδιο; Πώς να του πεις «να είσαι έντιμος», όταν βλέπει γύρω του την ανεντιμότητα να ανταμείβεται; Πώς να του μιλήσεις για αξιοκρατία όταν η εμπειρία του τού δείχνει ότι συχνά δεν αρκεί η αξία; Πώς να του εμφυσήσεις πίστη στη δικαιοσύνη όταν ο ίδιος μπορεί να σου απαντήσει: «Δείξε μου πού λειτουργεί»; Εδώ το πρόβλημα παύει να αφορά μόνο την προσωπική ηθική ακεραιότητα. Γίνεται πρόβλημα μετάδοσης της ηθικής.
Γιατί καμία κοινωνία δεν επιβιώνει ηθικά μόνο με νόμους και θεσμούς. Επιβιώνει επειδή κάθε γενιά πείθει, με κάποιον τρόπο, την επόμενη ότι υπάρχουν πράγματα που αξίζει να κάνει ακόμη και όταν δεν τη συμφέρουν. Ότι δεν πρέπει να εξαπατά κάθε φορά που μπορεί να το κάνει ατιμώρητα. Ότι ο άλλος άνθρωπος δεν είναι απλώς μέσο για την επίτευξη των σκοπών της. Ότι η δικαιοσύνη έχει αξία ακόμη και όταν η αδικία προσφέρει μεγαλύτερο άμεσο όφελος. Τι γίνεται όμως όταν αυτή η αλυσίδα μετάδοσης σπάσει; Τότε η κοινωνική σήψη αποκτά διάρκεια. Διότι η αδικία δεν χρειάζεται πλέον να επιβληθεί. Κληρονομείται ως ρεαλισμός. Ο νέος άνθρωπος δεν λέει πλέον «θέλω να είμαι άδικος». Λέει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: «έτσι λειτουργεί ο κόσμος».
Και αυτή η αποδοχή αποτελεί ίσως μία από τις μεγαλύτερες ήττες της ηθικής. Γιατί μετατρέπει μια κατάσταση που δημιουργήθηκε από ανθρώπινες επιλογές σε δήθεν φυσικό νόμο. Η διαφθορά γίνεται «πραγματισμός», ο κυνισμός «ωριμότητα», η ιδιοτέλεια «εξυπνάδα» και η ηθική συνέπεια «αφέλεια».
Σε αυτό ακριβώς το σημείο η καντιανή ηθική αποκτά όλη τη σκληρότητά της. Το δίκαιο δεν παύει να είναι δίκαιο επειδή δεν ανταμείβεται. Αν πράττω ηθικά μόνο όταν η ηθική συμπεριφορά με ωφελεί, τότε δεν υπηρετώ πραγματικά μια ηθική αρχή· υπηρετώ το συμφέρον μου μέσω αυτής. Το καθήκον αποκτά το πραγματικό του βάρος ακριβώς όταν η τήρησή του έχει κόστος. Αλλά η απάντηση αυτή, όσο ισχυρή και αν είναι φιλοσοφικά, δεν εξαλείφει το ανθρώπινο πρόβλημα.
Πόσο μπορεί να αντέξει ένας πραγματικός άνθρωπος να πληρώνει το τίμημα της ηθικότητάς του;
Η φιλοσοφία μπορεί να απαιτήσει συνέπεια. Ο άνθρωπος όμως κουράζεται. Απογοητεύεται. Πικραίνεται. Κάποτε εξαντλείται. Και υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο η απαίτηση «συνέχισε να πράττεις το σωστό ανεξαρτήτως αποτελέσματος» κινδυνεύει να ακούγεται σχεδόν απάνθρωπη σε εκείνον που έχει επανειλημμένα πληρώσει το κόστος αυτής της επιλογής.
Πρέπει επομένως να δεχθούμε κάτι που η ηθική σκέψη συχνά δυσκολεύεται να παραδεχθεί: Μπορεί να πράξεις το σωστό και να χάσεις. Δεν υπάρχει κάποιος ηθικός μηχανισμός ενσωματωμένος στην ιστορία που να εγγυάται ότι ο δίκαιος θα δικαιωθεί, ο έντιμος θα ευημερήσει και ο άδικος θα τιμωρηθεί. Ο Σωκράτης καταδικάστηκε. Δίκαιοι άνθρωποι περιθωριοποιήθηκαν. Έντιμοι άνθρωποι απέτυχαν εκεί όπου λιγότερο έντιμοι ευδοκίμησαν. Η ιστορία δεν αποτελεί δικαστήριο που εκδίδει πάντοτε τη σωστή απόφαση. Τουναντίον, τις περισσότερες φορές είναι το μεγάλο θέατρο της αδικίας!
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο δύσκολη αλήθεια: η ηθική δεν είναι συμβόλαιο με το σύμπαν. Δεν σου υπόσχεται ότι, επειδή έπραξες σωστά, θα ανταμειφθείς. Δεν σου εγγυάται ότι η αλήθεια θα νικήσει επειδή είναι αλήθεια. Δεν σου εγγυάται καν ότι θα προλάβεις να δεις το αποτέλεσμα εκείνου που προσπάθησες να υπερασπιστείς. Αν όμως από αυτό συμπεράνουμε ότι το δίκαιο είναι μάταιο, τότε έχουμε ήδη δεχθεί έναν εξαιρετικά επικίνδυνο ορισμό της ηθικής: ότι αξίζει μόνο ό,τι νικά.
Και τότε η επιτυχία γίνεται μέτρο του δικαίου. Ο ισχυρότερος αποκτά δίκιο επειδή επικράτησε. Ο ανέντιμος δικαιώνεται επειδή πέτυχε. Ο δίκαιος θεωρείται ανόητος επειδή έχασε. Αυτό όμως δεν είναι ηθική. Είναι απλώς ο συσχετισμός της δύναμης.
Γι’ αυτό ίσως χρειάζεται να κάνουμε μια κρίσιμη διάκριση:
Το δίκαιο μπορεί να αποδειχθεί μάταιο ως στρατηγική επιτυχίας χωρίς να είναι μάταιο ως τρόπος ύπαρξης. Μπορεί να μη διορθώσεις την κοινωνία. Μπορεί να μην πείσεις τους πολλούς. Μπορεί οι άνθρωποι στους οποίους προσπάθησες να εμφυσήσεις την πίστη στη δικαιοσύνη να επιλέξουν τελικά έναν διαφορετικό δρόμο. Μπορεί ακόμη και να μην προλάβεις να δεις καμία ουσιαστική αλλαγή.
Παραμένει όμως κάτι που εξαρτάται από εσένα: αν η αδικία αυτού του κόσμου θα αποκτήσει έναν ακόμη φορέα: εσένα.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η τελευταία γραμμή άμυνας της ηθικής.
Δεν υπερασπίζεσαι το δίκαιο επειδή γνωρίζεις ότι θα νικήσει. Το υπερασπίζεσαι ακριβώς επειδή δεν υπάρχει καμία τέτοια εγγύηση. Γιατί αν όλοι περιμένουν πρώτα να επικρατήσει το δίκαιο για να το υπηρετήσουν, τότε κανείς δεν θα είναι εκείνος που θα το κάνει να επικρατήσει.
Και ίσως δεν χρειάζεται πάντοτε να «θεραπεύσεις» μια ολόκληρη κοινωνία. Ίσως η ηθική ευθύνη αρχίζει από κάτι πολύ πιο ταπεινό και ταυτόχρονα πολύ πιο δύσκολο: να μη μεταδώσεις τη νόσο της. Να μη διδάξεις στον επόμενο ότι η βρωμιά είναι εξυπνάδα, ότι ο κυνισμός είναι ωριμότητα και ότι η αδικία αποτελεί αναπόφευκτη πραγματικότητα. Να αφήσεις έστω σε έναν άνθρωπο την υποψία ότι ο κόσμος θα μπορούσε να είναι διαφορετικός.
Έτσι επιστρέφουμε στο αρχικό μας ερώτημα, αλλά πλέον δεν είναι το ίδιο. Δεν ρωτάμε μόνο αν μπορεί να ευδαιμονεί κανείς σε μια κοινωνία που νοσεί.
Ρωτάμε κάτι δυσκολότερο:
Αξίζει να παραμένεις δίκαιος σε έναν κόσμο στον οποίο το δίκαιο μπορεί να μη νικήσει ποτέ;
Ίσως καμία φιλοσοφική απάντηση δεν μπορεί να αφαιρέσει εντελώς το βάρος αυτής της ερώτησης. Μπορεί όμως να μας προφυλάξει από ένα τελευταίο και ολέθριο λάθος: να συγχέουμε την ήττα του δικαίου με την ακύρωση της αξίας του.
Το δίκαιο δεν γίνεται δίκαιο επειδή νίκησε. Πολλώ δε μάλλον άδικο επειδή ηττήθηκε. Και το άδικο δεν γίνεται λιγότερο άδικο επειδή επικράτησε.
Γι’ αυτό ίσως η μεγαλύτερη νίκη μιας άδικης κοινωνίας δεν είναι να αδικήσει τον δίκαιο. Ούτε να τον περιθωριοποιήσει, να τον κουράσει ή ακόμη και να τον νικήσει. Η μεγαλύτερη νίκη μιας άδικης κοινωνίας είναι να πείσει τον δίκαιο ότι δεν άξιζε ποτέ να είναι δίκαιος.
Άρης Ορφανίδης
–














































































































