“Η αποστολή της φιλοσοφίας στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης” / γράφει ο Aras Saeed
Photo: pixabay.com
Η μηχανή μπορεί να περιγράψει αυτό που αισθανόμαστε, αλλά δεν διαθέτει την υποκειμενική εμπειρία που μας επιτρέπει να βιώνουμε πραγματικά αυτή την εμπειρία
*Aras Saeed
Περίληψη

Η τεχνολογία στη σύγχρονη εποχή δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα σύνολο εργαλείων που βοηθούν τον άνθρωπο να βελτιώσει την καθημερινή του ζωή. Έχει μετατραπεί σε μια ιστορική, κοινωνική και πνευματική δύναμη που αναδιαμορφώνει τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τον κόσμο.
Από τη Βιομηχανική Επανάσταση, η μηχανή, όπως παρατήρησε ο ανθρωπολόγος της προϊστορίας Αντρέ Λερόι-Γκουράν, πέρασε από το να αποτελεί εργαλείο αντικατάστασης της ανθρώπινης μυϊκής δύναμης σε ένα ευρύ σύστημα που επηρεάζει την παραγωγή, τη ζωή, την επικοινωνία και τη γνώση. Στη συνέχεια, ο υπολογιστής έλυσε το πρόβλημα της ταχύτητας και της ακρίβειας στους υπολογισμούς και στην επεξεργασία πληροφοριών, ενώ αργότερα εμφανίστηκαν η τεχνητή νοημοσύνη και η μηχανική μάθηση, οι οποίες κατέστησαν τη μηχανή ικανή να προσομοιώνει ορισμένες ικανότητες που προηγουμένως θεωρούνταν αποκλειστικό προνόμιο του ανθρώπινου νου.
Η εξέλιξη αυτή άνοιξε τον δρόμο για ερωτήματα σχετικά με το νόημα και τα όρια της τεχνολογίας, καθώς και τους σκοπούς που θα πρέπει να υπηρετεί. Όσο διευρύνονται οι δυνατότητες της τεχνολογίας και αυξάνεται η ικανότητά της να επηρεάζει τη ζωή του ανθρώπου, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για κριτική σκέψη σχετικά με τον τρόπο αξιοποίησής της και τις συνέπειες που προκύπτουν από αυτήν.
Εδώ αναδεικνύεται η σημασία της φιλοσοφίας. Αν η επιστήμη και η τεχνολογία απαντούν κυρίως στο ερώτημα «πώς;», η φιλοσοφία στρέφεται κατεξοχήν στο ερώτημα «γιατί;». Επομένως, η αξία της φιλοσοφίας στην τεχνολογική εποχή δεν βρίσκεται στον ανταγωνισμό με την επιστήμη ούτε στην αντικατάστασή της, αλλά στην εξέταση όσων αυτή επιτυγχάνει, στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της και στην ανάδειξη των ηθικών και ανθρώπινων διαστάσεών τους.
Πάνω απ’ όλα, η φιλοσοφία θέτει το θεμελιώδες ερώτημα σχετικά με τον άνθρωπο και την κοινωνία που επιθυμούμε να οικοδομήσουμε μέσα στην τεχνολογική πρόοδο.
Η ιστορία της τεχνολογίας είναι, σε μεγάλο βαθμό, ιστορία συσσώρευσης ανακαλύψεων και εφευρέσεων που άλλαξαν τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο. Από τον 18ο αιώνα, η Βιομηχανική Επανάσταση εισήγαγε τις μηχανές στην καθημερινή ζωή. Ο άνθρωπος μετατράπηκε σταδιακά από άμεσο χρήστη της μυϊκής του δύναμης σε επόπτη μιας εξωτερικής παραγωγικής δύναμης, της μηχανής, η οποία αύξησε την ταχύτητα της παραγωγής και συνέβαλε στην επιτάχυνση της ίδιας της τεχνολογικής εξέλιξης και, κατά συνέπεια, του ρυθμού της ανθρώπινης ζωής.
Η ανάγκη για την τεχνολογία
Με την εξέλιξη των κοινωνιών εμφανίστηκε η ανάγκη για μηχανές με μεγαλύτερη ικανότητα επεξεργασίας πληροφοριών, όπως ο υπολογιστής, ο οποίος έγινε μέσο αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων μέσω αλγορίθμων.
Σε μεταγενέστερο στάδιο εμφανίστηκε η μηχανική μάθηση. Ο προγραμματιστής δεν ήταν πλέον υποχρεωμένος να καθορίζει κάθε βήμα που έπρεπε να εκτελέσει ο υπολογιστής, καθώς τα δεδομένα και τα παραδείγματα έγιναν μέσα εκπαίδευσης του αλγορίθμου για την ανακάλυψη προτύπων και σχέσεων και για τη βελτίωση της απόδοσής του.
Ίσως η σημαντικότερη μεταβολή ήταν η μετάβαση του υπολογιστή από μια μηχανή που εκτελεί συγκεκριμένες εντολές σε ένα σύστημα ικανό να μαθαίνει και να προσαρμόζεται σε διαφορετικούς βαθμούς. Αυτό οδήγησε σε ευρείες εφαρμογές στην αναγνώριση ομιλίας, την υπολογιστική όραση, τα αυτόνομα οχήματα, τη διάγνωση ασθενειών, την ανακάλυψη φαρμάκων, ακόμη και σε τεχνολογίες τροποποίησης του ανθρώπινου σώματος.
Η εξέλιξη αυτή όμως επιβάλλει στον άνθρωπο ένα σημαντικό ερώτημα: αν η μηχανή μπορεί να μαθαίνει, να λαμβάνει ορισμένες αποφάσεις και να προσομοιώνει σύνθετες ανθρώπινες συμπεριφορές, σημαίνει αυτό ότι διαθέτει νου ή συνείδηση παρόμοια με την ανθρώπινη;
Το ζήτημα της συνείδησης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα όρια της σύγχρονης επιστήμης. Οι νευροεπιστήμες και η μελέτη του εγκεφάλου, η ανάλυση της δραστηριότητας των νευρώνων και των μεταξύ τους συνδέσεων, μπορούν να εξηγήσουν πολλές λειτουργίες του νευρικού συστήματος. Ωστόσο, αντιμετωπίζουν το ερώτημα του πώς αυτές οι φυσιολογικές διεργασίες στον εγκέφαλο μετατρέπονται σε υποκειμενική εμπειρία.
Στο πλαίσιο αυτό έρχεται στο προσκήνιο αυτό που ο Αυστραλός φιλόσοφος Ντέιβιντ Τσάλμερς αποκαλεί «το δύσκολο πρόβλημα της συνείδησης». Κατά την άποψή του, υπάρχουν προβλήματα που μπορούν να χαρακτηριστούν «εύκολα» με μεθοδολογική έννοια, όπως η εξήγηση του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος λαμβάνει μια απόφαση ή του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται μια συγκεκριμένη πληροφορία.
Το δύσκολο πρόβλημα, αντίθετα, αφορά το ερώτημα γιατί υπάρχει εξαρχής υποκειμενική εμπειρία. Το ερώτημα είναι: γιατί οι φυσιολογικές διεργασίες δεν είναι απλώς σιωπηλές νευρωνικές διαδικασίες και γιατί συνδέονται πάντοτε με ένα εσωτερικό αίσθημα;
Η αντίληψη του κόκκινου χρώματος, η γεύση ενός φαγητού ή η αίσθηση του πόνου δεν είναι απλώς διαδικασίες που μπορούν να περιγραφούν από εξωτερική σκοπιά. Είναι εμπειρίες που το άτομο βιώνει εσωτερικά. Αυτή η υποκειμενική εμπειρία, ή αυτό που συνδέεται με την έννοια των «ποιοτήτων της εμπειρίας», δεν μπορεί να αναχθεί σε μια καθαρά φυσιολογική περιγραφή του εγκεφάλου.
Η φυσιολογία και η υποκειμενική εμπειρία
Αυτό το όριο ανάμεσα στη φυσιολογία και την υποκειμενική εμπειρία ανοίγει τον δρόμο στη φιλοσοφία. Το ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο τον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου, αλλά και το νόημα της συνείδησης, τη φύση της και τη σχέση της με την ανθρώπινη ύπαρξη.
Έτσι, το ερώτημα για την τεχνητή νοημοσύνη γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Η μηχανή μπορεί να είναι σε θέση να περιγράψει με ακρίβεια τι αισθάνεται ένας άνθρωπος όταν βλέπει ένα λουλούδι, αλλά μπορεί να μην διαθέτει την υποκειμενική εμπειρία που επιτρέπει στον άνθρωπο να βιώνει πραγματικά αυτή την εμπειρία.
Γι’ αυτό δεν αρκεί να μεταφέρουμε στη μηχανή έννοιες που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε τον άνθρωπο, όπως το συναίσθημα και η συνείδηση, χωρίς να επανεξετάσουμε το νόημά τους. Εδώ εμφανίζεται μία από τις βασικές λειτουργίες της φιλοσοφίας: να επαναπροσδιορίζει τις έννοιες όταν αλλάζουν οι συνθήκες της ύπαρξής μας.
Τα φιλοσοφικά ερωτήματα δεν σταματούν στη συνείδηση, αλλά επεκτείνονται και στην ηθική ευθύνη. Αν ένα αυτοματοποιημένο σύστημα λάβει μια απόφαση που οδηγεί σε επικίνδυνο αποτέλεσμα, ποιος είναι υπεύθυνος; Ο χρήστης; Ο προγραμματιστής; Η εταιρεία που ανέπτυξε το σύστημα; Τα δεδομένα με τα οποία εκπαιδεύτηκε; Ή το ίδιο το σύστημα;
Το περιστατικό με το αυτόνομο όχημα της εταιρείας Uber το 2018 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του προβλήματος. Το όχημα χτύπησε την Ελέιν Χέρτσμπεργκ ενώ διέσχιζε τον δρόμο και προκάλεσε συζήτηση σχετικά με την ευθύνη του επιβλέποντος οδηγού, των δημιουργών του συστήματος και όσων σχεδίασαν τον αλγόριθμο.
Το πρόβλημα όμως είναι ότι ο αλγόριθμος δεν λαμβάνει αποφάσεις με την ηθική έννοια με την οποία αποφασίζει ο άνθρωπος. Επεξεργάζεται δεδομένα σύμφωνα με τη δομή με την οποία σχεδιάστηκε και σύμφωνα με τα δεδομένα με τα οποία εκπαιδεύτηκε. Αν τα δεδομένα ή ο αλγόριθμος περιέχουν, για παράδειγμα, φυλετικές προκαταλήψεις, το σύστημα μπορεί να παράγει ρατσιστικές αποφάσεις χωρίς να κατανοεί τι σημαίνει ρατσισμός ή ποια είναι η ηθική του διάσταση.
Επομένως, η ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί απλά στη μηχανή. Ωστόσο, το ζήτημα είναι ακόμη πιο σύνθετο, διότι και ο ίδιος ο άνθρωπος μαθαίνει από το περιβάλλον του και επηρεάζεται από τον πολιτισμό, την κοινωνία, τις βιολογικές και συναισθηματικές του εμπειρίες. Ποια είναι λοιπόν η διαφορά ανάμεσα στη μάθηση του ανθρώπου και στη μάθηση της μηχανής;
Φαίνεται ότι η διαφορά βρίσκεται στο γεγονός πως ο άνθρωπος δεν δέχεται απλώς εξωτερικές πληροφορίες, αλλά τις ενσωματώνει σε μια εσωτερική, βιολογική και συναισθηματική εμπειρία, ιδιαίτερη για κάθε άτομο.
Για ακόμη μία φορά αναδεικνύεται εδώ η αξία της φιλοσοφίας. Η αποστολή της δεν είναι να εκδώσει μια απλή ετυμηγορία για την τεχνολογία, αλλά να αποδομήσει τις έννοιες που αυτή χρησιμοποιεί και να καθορίσει το νόημα της ευθύνης, της πρόθεσης, της συνείδησης και της επιλογής όταν οι αυτόνομες μηχανές εισέρχονται στον χώρο της ανθρώπινης δράσης.
Η τεχνητή νοημοσύνη και οι ανθρώπινες ικανότητες
Τα ερωτήματα αυτά φτάνουν στο αποκορύφωμά τους με τον «τρανσουμανισμό», ο οποίος επιδιώκει να ξεπεράσει τα βιολογικά, νοητικά και συναισθηματικά όρια του ανθρώπου μέσω της βιοτεχνολογίας και της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης.
Στόχος είναι η ενίσχυση των ανθρώπινων ικανοτήτων σε ορισμένους τομείς, όπως οι γενετικές τροποποιήσεις για τη θεραπεία ή ακόμη και την πρόληψη ασθενειών, η εμφύτευση συσκευών βασισμένων στην τεχνητή νοημοσύνη για την ενίσχυση της ανθρώπινης μνήμης ή οι βιοτεχνολογίες που αποσκοπούν στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής.
Παρότι οι εφαρμογές αυτές επιδιώκουν να υπηρετήσουν την ανθρωπότητα και να αξιοποιήσουν την τεχνολογία, ανοίγουν τον δρόμο σε νέες φιλοσοφικές συζητήσεις.
Από τη μία πλευρά, η ένωση ανθρώπου και τεχνολογίας έχει θολώσει τα όρια μεταξύ τους. Έτσι εμφανίστηκε η έννοια του «μετα-ανθρώπου», ο οποίος ξεπερνά την εικόνα του ανθρώπου όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, και αυτή συνδέθηκε με την έννοια του «Υπερανθρώπου» που ανέπτυξε ο Νίτσε.
Η κατάσταση αυτή ωθεί τη φιλοσοφία να επανεξετάσει τον ορισμό του ανθρώπου. Αν αλλάξουμε τα φυσικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου, μπορούμε άραγε να συνεχίσουμε να μιλάμε για τον ίδιο άνθρωπο;
Η διατύπωση αυτού του ερωτήματος δεν ανήκει τόσο στην επιστήμη όσο στη φιλοσοφία. Γι’ αυτό δεν μπορεί να υπάρξει μια οριστική και τελεσίδικη απάντηση.
Όταν ο άνθρωπος τροποποιεί το σώμα του, εμφανίζονται ιδέες και προβλήματα παρόμοια με το παράδοξο του «Πλοίου του Θησέα». Σύμφωνα με τον αρχαίο ελληνικό μύθο, το πλοίο του μυθικού Αθηναίου βασιλιά επισκευάστηκε πολλές φορές, μέχρι που δεν είχε πλέον κανένα από τα αρχικά του μέρη. Έτσι τέθηκε το ερώτημα: παραμένει το ίδιο πλοίο ή έχει γίνει ένα διαφορετικό πλοίο;
Το παράδοξο αυτό μας οδηγεί σε ένα φιλοσοφικό νοητικό πείραμα σχετικά με την έννοια της ταυτότητας.
Αυτό σημαίνει ότι ο τρανσουμανισμός, ο οποίος επιδιώκει να ξεπεράσει τα βιολογικά, νοητικά και συναισθηματικά όρια του ανθρώπου μέσω της τεχνολογίας, μπορεί να φαίνεται ως φυσική συνέχεια της ανθρώπινης επιθυμίας να βελτιώσει τη ζωή του. Ωστόσο, εγείρει ένα θεμελιώδες φιλοσοφικό ερώτημα σχετικά με τον ορισμό του ανθρώπου, όταν το σώμα, η μνήμη, οι γενετικές και οι νοητικές του ικανότητες αλλάζουν μέσω της τεχνολογίας.
Πού τελειώνει λοιπόν η θεραπεία και η βελτίωση και πού αρχίζει η μεταμόρφωση σε μια νέα οντότητα;
Με αυτή την έννοια, η τεχνολογία δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα μέσο βελτίωσης του ανθρώπου, αλλά γίνεται δύναμη ικανή να επαναπροσδιορίσει τον ίδιο τον άνθρωπο.
Γι’ αυτό η έννοια του «μετα-ανθρώπου» επιβάλλει στη φιλοσοφία να επανεξετάσει την ταυτότητα, τη φύση, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια, καθώς και τα όρια που δεν θα έπρεπε να ξεπεράσουμε.
Η τεχνολογία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το κοινωνικό, πολιτισμικό και φιλοσοφικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγεται. Η τεχνική δεν είναι ένα ουδέτερο φαινόμενο, ανεξάρτητο από την κοινωνία, διότι ο τρόπος χρήσης και εξέλιξής της επηρεάζεται από τις αξίες, τις ανάγκες και τις ιστορικές συνθήκες.
Οι αρχαίοι πολιτισμοί γνώρισαν σημαντικά τεχνικά επιτεύγματα, όμως ορισμένες κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες εμπόδισαν την ευρεία διάδοσή τους. Αυτό δείχνει ότι η τεχνολογία αποτελεί έκφραση μιας συγκεκριμένης αντίληψης για τον άνθρωπο και την κοινωνία.
Στο πλαίσιο της συζήτησης για την τεχνολογία δεν μπορεί να απουσιάζει το όνομα του Γερμανού φιλοσόφου Μάρτιν Χάιντεγκερ, ο οποίος αρνήθηκε να περιορίσει την τεχνική σε ένα απλό εργαλείο ή μέσο.
Για τον Χάιντεγκερ, η τεχνική συνδέεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο το Είναι αποκαλύπτεται στον άνθρωπο και με τη σχέση του με τον κόσμο. Παράλληλα, αποτελεί εργαλείο αλλαγής και μεταμόρφωσης, δηλαδή μέρος της ίδιας της διαδικασίας του Είναι και όχι απλώς ένα σύνολο εργαλείων.
Η αντίληψη αυτή οδηγεί στην ανάγκη να θέσουμε την τεχνολογία στην υπηρεσία της συνείδησης. Όσο μεγαλύτερη γίνεται η δύναμη της τεχνικής, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για μια συνείδηση ικανή να την κατευθύνει προς το κοινό καλό, αντί να μετατραπεί σε μέσο ελέγχου ή κοινωνικής κυριαρχίας.
Συμπερασματικά, η φιλοσοφία στην τεχνολογική εποχή δεν προσφέρει μια εναλλακτική λύση στην επιστήμη. Εργάζεται, όμως, ώστε να εμποδίσει την επιστήμη και την τεχνολογία από το να μετατραπούν σε ένα κλειστό σύστημα που δεν ρωτά για τους σκοπούς του.
Η επιστήμη μας εξηγεί πώς λειτουργούν τα πράγματα. Η τεχνολογία μας δίνει τη δυνατότητα να μετατρέπουμε τη γνώση σε πράξεις και συστήματα. Η φιλοσοφία, όμως, ρωτά: Γιατί το κάνουμε; Για ποιον σκοπό; Και τι μπορεί να συμβεί στον άνθρωπο ως αποτέλεσμα αυτής ή εκείνης της πράξης;
Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, τα ερωτήματα αυτά έχουν γίνει πιο επείγοντα. Ο προσδιορισμός του νοήματος της νοημοσύνης, της συνείδησης, της ευθύνης και της ίδιας της ανθρωπινότητας έχει καταστεί ακόμη πιο αναγκαίος.
Αν και η τεχνολογία μπορεί να διευρύνει τις ανθρώπινες ικανότητες, μπορεί ταυτόχρονα να διευρύνει και την ικανότητα του ανθρώπου για καταστροφή και έλεγχο, όταν απουσιάζει το ηθικό και φιλοσοφικό πλαίσιο.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να βλέπουμε τη φιλοσοφία ως μια παρωχημένη γνώση που ανήκει στην εποχή πριν από την τεχνολογία. Αντίθετα, όσο πιο ισχυρή και σύνθετη γίνεται η τεχνολογία, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για φιλοσοφικό στοχασμό.
Η τεχνολογία δίνει στον άνθρωπο ολοένα μεγαλύτερη δύναμη να διαμορφώνει τον κόσμο, ενώ η φιλοσοφία του δίνει την ικανότητα να σκέφτεται τα όρια και τους σκοπούς αυτής της δύναμης.
Η πραγματική πρόκληση της τεχνολογικής εποχής δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην επιστήμη και τη φιλοσοφία, αλλά να ξαναχτίσουμε τη σχέση μεταξύ τους.
Η επιστήμη χρειάζεται τη φιλοσοφία, ώστε να μη μετατραπεί σε τεχνικό δόγμα. Η τεχνολογία χρειάζεται τη συνείδηση, ώστε να μη μετατραπεί σε δύναμη ανεξάρτητη από τον άνθρωπο.
Αυτό σημαίνει ότι το σημαντικότερο ερώτημα ίσως δεν είναι αν η μηχανή θα γίνει σαν τον άνθρωπο, αλλά:
Τι είδους άνθρωποι θέλουμε να γίνουμε, έχοντας στη διάθεσή μας αυτές τις μηχανές και αυτές τις τεράστιες τεχνολογικές δυνατότητες;
Και αυτό, πριν απ’ όλα, είναι ένα φιλοσοφικό ερώτημα.














































