Γράμματα & Τέχνες Λογοτεχνία Πολιτισμός

Ο ποιητής Θανάσης Μαρκόπουλος στα νέα Ανθολόγια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Γυμνασίου

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος ξέρουμε όσοι τον διαβάσαμε και ζήσαμε την πορεία του στα δύσκολα μονοπάτια της ποίησης και της κριτικής πως διέγραψε μια λαμπρή πορεία που εκτιμήθηκε και από τους ομοτέχνους τους και από το κοινό.

Διεκδικώντας πριν από μερικά χρόνια  το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, φτάνει τώρα σε μια άλλη σημαντική στιγμή της λογοτεχνικής του πορείας, να συμπεριληφθούν ποιήματά του στα  καινούρια Ανθολόγια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Γυμνασίου.

Κι αυτό είναι για κάποιον που ανάλωσε όλη τη ζωή του στη γραφή σημαντικό, γιατί  η ποίησή του περνά στη νέα γενιά και μάλιστα στην ευαίσθητη ηλικία του Γυμνασίου.

Σ’ έναν κόσμο που έχει διαβρωθεί όσο ποτέ από τη στείρα πληροφορία και έχει αφήσει πίσω του την αληθινή γνώση και την ευαισθησία τα καλά βιβλία του σχολείου  – κι ευχόμαστε να αποδειχτούν πραγματικά καλά – θα πετύχουν πολλά.

Αντί για την πολυφορεμένη λέξη “συγχαρητήρια”, που κάποτε λέγεται και τυπικά , λέμε στον ποιητή που γεννήθηκε στα Κρανίδια της Κοζάνης αλλά έζησε τα περισσότερα χρόνια του στη Βέροια διδάσκοντας και γράφοντας,( και τον νιώθουμε να ανήκει ίσως περισσότερο στην πόλη μας), πως χαιρόμαστε πραγματικά μαζί του,  γιατί η ποίησή του περνά στα παιδιά  κι αυτό είναι παρακαταθήκη ζωής.

…………

Τους αγαπώ τους φίλους μου
κι ας πήρανε τις δημοσιές
κι εγώ τα στενορύμια
Έτσι είναι η ζωή έτσι οι άνθρωποι
Ο καθείς και το βλέμμα του

Μα τους αγαπάω ακόμα πιο βαθιά
όταν μες στο στροβίλισμα των ανέμων
ακούω να δακρύζουν στη μνήμη τους
αγάπες και όνειρα του άλλου καιρού

Τους αγαπώ τους φίλους μου
είναι πλευρό δικό μου
είμαι κι εγώ δικό τους

Οι φίλοι είναι η νιότη μου

Εικόνα

(Ανθολόγιο Πρώτης Γυμνασίου)

……………..

 
Εδώ που τώρα κάθομαι γηροκομώντας τη μάνα
στις όχθες μιας λίμνης άστατης

νοτίως της Κοζάνης

εδώ που σκοτώνω σαν πέρδικες χρήσιμες ώρες

ανάμεσα σε σκιές αμίλητες κι αμίλητες μέρες

εδώ που αγριόχορτα κι ατίθασα κλωνάρια

περισφίγγουν αδίστακτα τα ρημαγμένα σπίτια

και τα πετούμενα ξοδεύονται μάταια

εδώ που λέτε ένα δίλημμα χτυπιέται σαν κύμα

στα βράχια του μυαλού μου

Δε θέλω την απάντηση

Την ήξερα την ξέρω από το πρώτο κλάμα μου

Όμως γιατί κάθε τόσο επανέρχεται σαν τύψη

και στιγμή δε μ’ αφήνει να γαληνέψω κι εγώ

σαν κουρασμένη θάλασσα
 
(Ανθολόγιο Δευτέρας Γυμνασίου)
………………..
banner-article

Ροη ειδήσεων