Άρθρα Κοινωνία Πολιτική

“Αυξήσεις 60% έως 95% στους ανώτερους εκκλησιαστικούς αξιωματούχους: Ένα πολιτικό και ηθικό ζήτημα” / γράφει ο Γιώργος Μακαρατζής

Στον ημερήσιο τύπο (ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ,4-6-2026; ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ, 4-6-2026; ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ,5-6-2026; ΑTHENS VOICE, 5-6-2026) εμφανίστηκαν δημοσιεύματα που αναφέρουν ότι η κυβέρνηση προωθεί διάταξη στο άρθρο 56 του πολυνομοσχεδίου, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 145 του ν. 4472/2017, αλλάζοντας τον τρόπο καθορισμού της μισθοδοσίας των Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Με βάση αυτά τα δημοσιεύματα, οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Μητροπολιτών ορίζονται στο ύψος του ενενήντα τοις εκατό (90%) του ορίου της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 (σ.σ. 5.191 ευρώ), περί ανωτάτων ορίων αποδοχών. Οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Τιτουλάριων Επισκόπων και των Βοηθών Επισκόπων ορίζονται σε ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%) των αποδοχών της περ. α). Να σημειώσουμε ότι οι προηγούμενοι μισθοί ήταν περίπου 2.350–2.740 ευρώ για τους Μητροπολίτες και τον Αρχιεπίσκοπο, αντίστοιχα. Δηλαδή μιλάμε για αυξήσεις από 60% έως 95%!

Παράλληλα, σύμφωνα με το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης από την 1η Απριλίου 2026, ο κατώτατος μισθός διαμορφώνεται στα 920 ευρώ, αυξημένος κατά 40-41 ευρώ (4,55%) για συνολικά 770.000 υπαλλήλους και λειτουργούς, μεταξύ των οποίων πολιτικούς υπαλλήλους, δικαστικούς, ιατρούς ΕΣΥ και πανεπιστημιακούς.

Η αντίθεση γίνεται ακόμη πιο έντονη αν εξεταστούν τα ποσοστά μεταβολής. Από τη μια πλευρά οι αυξήσεις ανώτερων εκκλησιαστικών αξιωματούχων ανέρχονται σε επίπεδα που πολλαπλασιάζουν σχεδόν τις αποδοχές τους, ενώ από την άλλη οι αυξήσεις για την πλειονότητα των εργαζομένων κινούνται σε μονοψήφια ποσοστά ή αντιστοιχούν σε μικρές ονομαστικές βελτιώσεις του εισοδήματος. Εύλογα, λοιπόν, δημιουργείται το ερώτημα με ποια κριτήρια επιλέγονται οι προτεραιότητες της πολιτείας. Εάν ο στόχος είναι η ανακούφιση από τις πιέσεις της ακρίβειας και η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης, θα ανέμενε κανείς μεγαλύτερη έμφαση στα χαμηλότερα και μεσαία εισοδηματικά στρώματα, τα οποία πλήττονται περισσότερο από την αύξηση του κόστους ζωής.

Παράλληλα, η ρύθμιση δεν συνιστά απλώς μια μισθολογική αύξηση, αλλά μια αλλαγή στον ίδιο τον τρόπο καθορισμού των αποδοχών των ανώτερων εκκλησιαστικών αξιωματούχων. Η σύνδεση των αποδοχών τους με εκείνες των Γενικών Γραμματέων των υπουργείων αναβαθμίζει θεσμικά τη θέση τους μέσα στο κρατικό μισθολογικό σύστημα. Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν επηρεάζει μόνο τις τρέχουσες αποδοχές αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτές θα διαμορφώνονται στο μέλλον. Πρόκειται, επομένως, για μια παρέμβαση με συμβολικό και πολιτικό χαρακτήρα, η οποία αναγνωρίζει στους Μητροπολίτες μισθολογική αντιστοιχία με κορυφαία στελέχη της κρατικής διοίκησης.

Από την πλευρά της κοινωνικής δικαιοσύνης, η διαφοροποίηση αυτή είναι πιθανό να προκαλέσει προβληματισμό. Τα τελευταία χρόνια, η επίκληση των δημοσιονομικών περιορισμών χρησιμοποιείται συχνά ως επιχείρημα για τη συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων σε εκπαιδευτικούς, υγειονομικούς, δημοσίους υπαλλήλους και άλλες επαγγελματικές κατηγορίες που παρέχουν κρίσιμες υπηρεσίες προς την κοινωνία. Η απόφαση να δοθούν τόσο μεγάλες αυξήσεις σε μια σχετικά μικρή ομάδα ανώτερων εκκλησιαστικών αξιωματούχων μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση ότι εφαρμόζονται διαφορετικά κριτήρια ανάλογα με το θεσμικό ή πολιτικό βάρος κάθε ομάδας.

Η προτεινόμενη ρύθμιση αναδεικνύει μια σαφή διαφοροποίηση μεταξύ της αντιμετώπισης των ανώτερων εκκλησιαστικών αξιωματούχων και εκείνης που επιφυλάσσεται για την πλειονότητα των εργαζομένων και των δημοσίων λειτουργών. Η επιλογή αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως πολιτική που δίνει προτεραιότητα στη σχέση της κυβέρνησης με την Εκκλησία, αλλά ταυτόχρονα εγείρει ζητήματα ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και συνέπειας ως προς τα κριτήρια με τα οποία κατανέμονται οι δημόσιοι πόροι και καθορίζονται οι μισθολογικές αυξήσεις.

Επιπλέον, υπάρχει και η ηθική πλευρά του ζητήματος. Η κυβέρνηση μπορεί να νομοθετεί, όμως η Εκκλησία έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αποδεχθεί ή να απορρίψει ηθικά ένα προνόμιο. Όταν οι περισσότεροι πολίτες λαμβάνουν αυξήσεις λίγων ευρώ και οι ανώτεροι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι βλέπουν τις αποδοχές τους να διπλασιάζονται, το ερώτημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι βαθιά ηθικό. Η Εκκλησία καλείται να εξηγήσει γιατί θεωρεί δίκαιη για τον εαυτό της μια μεταχείριση που δεν ισχύει για την υπόλοιπη κοινωνία.

Ας μην ξεχνάμε ότι η χριστιανική παράδοση έχει συνδέσει διαχρονικά την πνευματική ηγεσία με την ταπεινότητα, τη λιτότητα και την ιδιαίτερη μέριμνα για τους αδύναμους. Σε μια περίοδο κατά την οποία χιλιάδες εργαζόμενοι, συνταξιούχοι και νέοι δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις βασικές ανάγκες της καθημερινότητας, η αποδοχή αυξήσεων που προσεγγίζουν ή και υπερβαίνουν το 100% δημιουργεί ένα προφανές ηθικό δίλημμα. Είναι συμβατή μια τόσο μεγάλη μισθολογική αναβάθμιση με το μήνυμα της κοινωνικής αλληλεγγύης και της έγνοιας για τους φτωχότερους που η Εκκλησία καλείται να υπηρετεί;

Η κοινωνία δεν θα κρίνει μόνο την κυβέρνηση που χορηγεί την αύξηση. Θα κρίνει και την Εκκλησία που την αποδέχεται. Γιατί η ηθική δεν δοκιμάζεται όταν στερούμαστε προνόμια, αλλά όταν έχουμε τη δυνατότητα να τα αποκτήσουμε.

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ