Για δεκαετίες οι επιστήμονες γνώριζαν ότι το Ηλιακό Σύστημα δεν τελειώνει απότομα. Ο Ήλιος δημιουργεί μια τεράστια «φυσαλίδα» φορτισμένων σωματιδίων και μαγνητικών πεδίων, την ηλιόσφαιρα, η οποία κινείται μέσα στο διαστρικό περιβάλλον του Γαλαξία. Το όριό της, η ηλιόπαυση (heliopause), είναι η περιοχή όπου ο ηλιακός άνεμος συναντά το αραιό διαστρικό πλάσμα.
Το 2012 το Voyager 1 έγινε το πρώτο ανθρώπινο κατασκεύασμα που πέρασε την ηλιόπαυση και εισήλθε στον διαστρικό χώρο, ενώ το Voyager 2 ακολούθησε το 2018. Οι μετρήσεις τους άλλαξαν την εικόνα που είχαμε για αυτή τη μακρινή περιοχή.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία ήταν οι εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες του πλάσματος στην περιοχή μετάβασης, που αντιστοιχούν σε δεκάδες χιλιάδες βαθμούς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα διαστημόπλοια κινδύνευσαν να «καούν». Στο σχεδόν απόλυτο κενό του διαστήματος υπάρχουν ελάχιστα σωματίδια και η μεταφορά θερμότητας γίνεται εξαιρετικά αργά. Η θερμοκρασία περιγράφει την κινητική ενέργεια των λίγων σωματιδίων και όχι τη θερμότητα όπως την αισθανόμαστε στη Γη.
Οι Voyager αποκάλυψαν επίσης ότι η ηλιόπαυση δεν είναι ένα σταθερό σύνορο. Η θέση της μεταβάλλεται ανάλογα με την ένταση του ηλιακού ανέμου και την πίεση του διαστρικού μέσου, γι’ αυτό και τα δύο σκάφη τη διέσχισαν σε διαφορετικές αποστάσεις από τον Ήλιο. Παράλληλα, οι μετρήσεις του μαγνητικού πεδίου έφεραν μια απρόσμενη ανακάλυψη: η μετάβαση από το ηλιακό στο διαστρικό περιβάλλον ήταν πιο σύνθετη από τις αρχικές θεωρητικές προβλέψεις.
Οι αποστολές Voyager, που ξεκίνησαν το 1977, συνεχίζουν να παρέχουν μοναδικά δεδομένα από μια περιοχή όπου κανένα άλλο ανθρώπινο όργανο δεν έχει φτάσει. Αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της διαστημικής εξερεύνησης, καθώς για πρώτη φορά η ανθρωπότητα μετρά άμεσα τις συνθήκες ανάμεσα στα άστρα.
Πηγές: NASA Voyager Interstellar Mission, Science (Stone et al., 2013), NASA/JPL-Caltech.













































































































