Άρθρα Κοινωνία Πολιτική

Περί της πολιτικής φαυλότητας και αχρειότητας στη σύγχρονη Ελλάδα ΙΙ / γράφει ο Άρης Ορφανίδης

Η φαυλότητα δεν εμφανίζεται ως ξαφνική ή τυχαία εκτροπή· είναι ο τρόπος λειτουργίας ενός συστήματος που έχει απωλέσει την εσωτερική του ηθική συνοχή. Έχει γίνει δομικό στοιχείο, ένα στρώμα που έχει ποτιστεί στις συνήθειες της δημόσιας ζωής

Η φαυλότητα στην Ελλάδα δεν ζει μόνο στις κορυφές των σκανδάλων αλλά εξίσου στα θεμέλια της καθημερινότητας: στη συνεχή υποκατάσταση του πραγματικού έργου από την επικοινωνία, στην αποδοχή της μετριότητας ως κανόνα, στην απαλλαγή απ’ την ευθύνη με την επίφαση της τυπικής και κενής περιεχομένου συγγνώμης, στην έλλειψη ντροπής την ώρα της αποτυχίας, στην απουσία θεσμικής σοβαρότητας. Οι πολιτικοί δεν κυβερνούν· επιμελούνται μια ψευδεπίγραφη αφήγηση διακυβέρνησης. Δεν αναλαμβάνουν κανένα κόστος· το μεταφράζουν σε επικοινωνιακή διαχείριση. Δεν υπηρετούν το κοινό καλό· το χρησιμοποιούν ως διακοσμητικό ρητορικό λεξιλόγιο. Η πολιτική ζωή, αντί να οργανώνει την κοινή ευημερία, έχει μετατραπεί σε ένα σύστημα διαχείρισης εντυπώσεων, όπου η ουσία θυσιάζεται στον βωμό του επόμενου τίτλου ειδήσεων. Η φαυλότητα έτσι δεν είναι ένα ατομικό ελάττωμα, αλλά ένα νοσηρό σύστημα αναπαραγωγής και αυτοσυντήρησης της εξουσίας.

Και όμως, το πολιτικό σύστημα δεν είναι ο μόνος υπεύθυνος για τη νοσηρότητα. Η βαθύτερη ρίζα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έμαθε ιστορικά να λειτουργεί. Από την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ο Έλληνας δεν εκπαιδεύθηκε να εμπιστεύεται τους θεσμούς· Έμαθε να τους βλέπει ως εμπόδιο. Έμαθε να παρακάμπτει τους νόμους κι όχι να τους εφαρμόζει. Η επιβίωση επιτεύχθηκε όχι με την υπακοή στον κανόνα αλλά με την παραβίασή του. Έμαθε ότι η πολιτική δεν είναι δημόσιο αγαθό αλλά εργαλείο ιδιοτέλειας. Η πρόσβαση στην εξουσία δε βασίστηκε στην αξία, αλλά στη γνωριμία. Η παραβατικότητα δεν ήταν εξαίρεση· ήταν η κύρια τεχνική επιβίωσης. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, δημιουργήθηκε ένας ψυχισμός που βλέπει τον νόμο ως διαπραγματεύσιμο και την αρετή ως μια ευγενική θεωρία χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Διαμορφώθηκε μια εθνική πεποίθηση ότι τίποτα δεν «προχωράει» χωρίς παρασκηνιακή (δια)μεσολάβηση.

Κάποτε, η πολιτική αχρειότητα φαινόταν ως παρέκκλιση. Σήμερα, παρουσιάζεται ως ρεαλισμός: “έτσι λειτουργεί ο κόσμος”, “μόνο έτσι προκόβεις”, “όλοι τα ίδια είναι”, “όλοι τα αρπάζουν”, “η πολιτική είναι βρώμικη”. Αυτές οι φράσεις αποτελούν το μεγαλύτερο επίτευγμα ενός φαύλου συστήματος: έχουν πείσει τους πολίτες ότι η ηθική ακεραιότητα όχι απλώς είναι ανέφικτη αλλά άχρηστη, ατελέσφορη και περιττή· ότι η εντιμότητα είναι ιδεαλισμός· ότι η πραγματικότητα επιβάλλει να δεχθούμε την αχρειότητα ως φυσικό νόμο. Έτσι η αχρειότητα αυτοδικαιώνεται: αφού τίποτα δεν αλλάζει, τότε κανείς δεν ευθύνεται.

Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: η πολιτική φαυλότητα έχει πλέον βρει το τέλειο άλλοθι στη ματαιότητα των πολιτών. Η διάχυτη απογοήτευση, ο κυνισμός, η παραίτηση, η αίσθηση ότι “δεν αλλάζει τίποτα”, γίνονται το λίπασμα που τρέφει την αχρειότητα. Στη χώρα όπου οι πολιτικοί δεν πείθουν και οι πολίτες δεν διεκδικούν, ο δεσμός ανάμεσα στον κυβερνώντα και τον κυβερνώμενο μοιάζει σχεδόν συναινετικός – μια άρρητη συμφωνία ότι κανείς δεν θα προσπαθήσει πραγματικά για κάτι καλύτερο. Και μέσα από αυτή τη συμφωνία γεννιέται μια δημοκρατία μειωμένων προσδοκιών, φτιαγμένη για να φαίνεται λειτουργική ενώ στην πραγματικότητα επιβιώνει μόνο επειδή οι πολίτες της έχουν κουραστεί να αγωνίζονται και να διεκδικούν.

Δεν είναι όμως μόνο θέμα κουρασμένων πολιτών· είναι και θέμα μιας κουλτούρας που καλλιεργήθηκε επί δεκαετίες. Η ψευδαίσθηση της πολιτικής “πατρικής φιγούρας”, η λατρεία του σωτήρα, ο κομματικός φυλετισμός, η πελατοκρατία, η αχρεία επιβράβευση της ιδιοτέλειας, όλα συνέβαλαν στην κατασκευή ενός συστήματος όπου η αρετή θεωρείται αφέλεια και ο καιροσκοπισμός «μαγκιά». Έτσι, η χώρα προχωρά χωρίς πραγματική ελπίδα για μεταρρύθμιση, γιατί η μεταρρύθμιση απαιτεί δύο πράγματα: πολιτική βούληση και κοινωνική απαίτηση. Κι όταν λείπουν και τα δύο, η παρακμή παγιώνεται και συνεχίζεται.

Αν όμως αναζητήσουμε πιο βαθιά την πηγή του προβλήματος, θα δούμε πως η πολιτική αχρειότητα δεν είναι μόνο προϊόν ενός φαύλου πολιτικού προσωπικού. Είναι το αποτέλεσμα ενός συλλογικού ηθικού λήθαργου, ενός εκτεταμένου εθισμού στη φαινομενικά μικρή αλλά συνεχή καθημερινή αξιακή υποχώρηση: το “δεν θα αλλάξω εγώ τον κόσμο”, το “ας βολευτώ”, το “δεν βαριέσαι”, το “έτσι κάνουν όλοι”. Αυτές οι μικρές φράσεις χτίζουν τη μεγάλη παρακμή. Η αχρειότητα δεν χρειάζεται απαραίτητα μεγάλους διεφθαρμένους ηγέτες· αρκεί μια κοινωνία που έχει συνηθίσει να κατεβάζει τα μάτια και να ζητιανεύει.

Η φαυλότητα θριαμβεύει όπου το κοινό καλό παύει να είναι συλλογική επιδίωξη. Και η σύγχρονη Ελλάδα δείχνει συχνά σαν μια χώρα όπου ο καθένας επιβιώνει μόνος του, σε ένα περιβάλλον διάσπασης, σύγκρουσης μικροσυμφερόντων, και συνεχούς αδυναμίας να συγκροτηθεί μια κοινή ηθική βάση συνεννόησης και σύμπλευσης. Κι έτσι ένας φαύλος κύκλος συνεχίζεται: η πολιτική αχρειότητα αναπαράγει την κοινωνική παραίτηση και η κοινωνική παραίτηση αναπαράγει την πολιτική αχρειότητα.

Το κράτος οικοδομήθηκε σαν επιδιορθωμένο σκαρί: πρόχειρα, βιαστικά, χωρίς βαθιές ρίζες σε θεσμική κουλτούρα. Το ελληνικό κράτος δεν ωρίμασε οργανικά. Φτιάχτηκε με πρόχειρα εργαλεία, δάνεια, προστάτες, εμφύλιες συγκρούσεις, δοτές εξουσίες, και διαρκείς εξαρτήσεις. Δεν απέκτησε ποτέ πραγματική διοικητική κουλτούρα· δεν έχτισε επαγγελματική δημόσια διοίκηση ούτε μια αστική αντίληψη περί κοινού συμφέροντος. Δεν έμαθε να τιμωρεί, ούτε να επιβραβεύει. Έτσι, η αχρειότητα δεν εξηγείται μόνο από τις προσωπικές αδυναμίες των πολιτικάντηδων αλλά και από τη δομή ενός κράτους που λειτουργεί με αμελητέα κριτήρια αξιολόγησης και ανύπαρκτο μηχανισμό λογοδοσίας.

Μέσα σε αυτήν την ιστορική πραγματικότητα, η κοινωνία ανέπτυξε μια αντιφατική διπλή ηθική: από τη μια απαιτεί εντιμότητα, από την άλλη διδάσκει στα παιδιά της ότι “ο καλός θεωρείται κορόιδο”. Αυτή η διπλή ηθική κατασκευάζει πολίτες που θέλουν το σωστό, αλλά φοβούνται να το εφαρμόσουν όταν συγκρούεται με το προσωπικό τους συμφέρον. Έτσι, ο πολίτης μαθαίνει να ζει με μια μόνιμη εσωτερική διάσπαση: Να προσποιείται ότι είναι ηθικός, αλλά να λειτουργεί κυνικά. Και αυτό το κενό το γεμίζουν οι πολιτικοί με ευκολία. Δημιουργεί ανθρώπους που ονειρεύονται την πρόοδο αλλά ζουν με τους κανόνες της επιβίωσης. Και ένας τέτοιος πολίτης γίνεται εύκολο θύμα ενός πολιτικού συστήματος που ταΐζει αυτήν ακριβώς την αντίφαση. Η πολιτική αχρειότητα δεν χρειάζεται αυταρχικούς ηγέτες, αρκεί μια κοινωνία που έχει μάθει να τακτοποιεί τη ζωή της μέσω παρακαμπτηρίων.

Προστίθεται σε αυτό η πολιτισμική αποθέωση της μετριότητας: η αριστεία δαιμονοποιήθηκε, η φιλοδοξία λοιδορήθηκε, η ικανότητα αντιμετωπίστηκε ως απειλή, η γνώση έγινε υπόνοια ελιτισμού. Έτσι, οι πολιτικοί που επιβιώνουν είναι εκείνοι που ξέρουν να προσαρμόζονται στον μέσο όρο, να αποφεύγουν το κόστος, να μιλούν όσο το δυνατόν πιο απλοϊκά, να μην προκαλούν. Σε μια τέτοια κουλτούρα, το ηθικό ύψος δεν επιβραβεύεται· αντιθέτως, κρίνεται ως μη ρεαλιστικό.

Ταυτόχρονα, η σύγχρονη πολιτική επικοινωνία, μεταδημοκρατική και χειριστική, επιτρέπει στους πολιτικούς να μη χρειάζεται να είναι αποτελεσματικοί — αρκεί να φαίνονται αποτελεσματικοί. Η δημόσια επικοινωνιακή εντύπωση έχει υποκαταστήσει το δημόσιο έργο. Η εικόνα έχει αντικαταστήσει την ουσία. Η εξήγηση έχει αντικαταστήσει την ευθύνη. Και οι πολίτες, εξουθενωμένοι και κουρασμένοι από δεκαετίες διαψεύσεων, αποδέχονται αυτήν την κατάσταση ως τον μόνο τρόπο άσκησης εξουσίας.

Η βαθύτερη νοσηρότητα της ελληνικής πολιτικής ζωής πηγάζει όμως από κάτι ακόμη πιο σκοτεινό: την ηθική κόπωση των ίδιων των πολιτών. Μετά από τόσες γενιές απογοήτευσης, η κοινωνία έχει χάσει την ικανότητα του θυμού. Κουράστηκε να διεκδικεί. Κουράστηκε να αγανακτεί. Κουράστηκε να ελπίζει. Κάποια στιγμή, η παραίτηση γίνεται αυτοσυντήρηση. Και όταν οι πολίτες παραιτούνται, οι πολιτικοί ευημερούν. Η αχρειότητα ανθεί εκεί όπου η απαίτηση έχει πεθάνει.

Λείπει το κοινό όραμα. Δεν υπάρχει μια μεγάλη εθνική αποστολή που να οργανώνει τον συλλογικό ορίζοντα: μια κοινή ιδέα για το μέλλον, ένα αίσθημα ότι η χώρα μπορεί να γίνει κάτι καλύτερο από το άθροισμα των μικρών ιδιοτελειών της. Όταν μια κοινωνία δεν οραματίζεται, τότε περιορίζεται. Και όταν περιορίζεται, δεν απαιτεί από τους πολιτικούς περισσότερα από όσα απαιτεί από τον εαυτό της.

Συνολικά, η νοσηρή κατάσταση της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ζωής είναι αποτέλεσμα μιας διπλής συνενοχής: ενός πολιτικού συστήματος που έχει μάθει να κυβερνά χωρίς ηθική και μιας κοινωνίας που έχει μάθει να ζει χωρίς απαιτήσεις. Η νοσηρότητα οφείλεται στο ότι η Ελλάδα δεν έχει ακόμη συμφιλιωθεί με την ιδέα της υπευθυνότητας, ούτε ατομικής ούτε συλλογικής. Η φαυλότητα δεν επιβιώνει επειδή οι πολιτικοί είναι αδίστακτοι· επιβιώνει επειδή οι πολίτες έχουν συνηθίσει να τη θεωρούν φυσιολογική. Η πολιτική αχρειότητα παύει να είναι πρόβλημα όταν παύει να προκαλεί σοκ.

Η έξοδος από αυτήν τη νοσηρότητα δεν θα έρθει από τους πολιτικούς, αλλά από τους πολίτες — όχι όταν θυμώσουν περιστασιακά, αλλά όταν συνειδητοποιήσουν ότι η αξιοπρέπεια μιας δημοκρατίας δεν μετριέται από τη φαυλότητα όσων κυβερνούν, αλλά από την απαιτητικότητα όσων κυβερνιούνται. Και όσο η ελληνική κοινωνία δεν διεκδικεί, η φαυλότητα θα συνεχίσει να είναι το φυσικό της περιβάλλον.

 

banner-article

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας