Ζούμε μια βαθιά κοινωνική και οικονομική κρίση, που επηρεάζει τις κοινωνικές σχέσεις, τις
υποκαθιστά από τις διαδικτυακές σχέσεις και ενισχύει τον ακραίο ατομικισμό σε βάρος της
κοινωνικότητας, της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης. Για να είμαστε ποιο σαφείς,
πρόκειται για την επιβολή της κυρίαρχης ιδεολογίας, για τους κανόνες, τις αρχές και τις
αξίες της κυρίαρχης τάξης.
Οι σχέσεις χάνουν τα προσωπικά τους στοιχεία και το πρόσωπο δίνει την θέση του στο
«άτομο». Όλα γίνονται όλο και περισσότερο συμβολικά και οι αλλαγές στο ευρύ κοινωνικό
φάσμα είναι ταχύτατες. Αυτή η «νέα κανονικότητα» αντανακλάται πάνω στον νέο άνθρωπο
και ιδιαίτερα στα παιδιά.
Η παιδικότητα τείνει να εκλείψει και παρουσιάζονται σοβαρότατα προβλήματα στην
ταυτότητα, που επίπονα αναδύεται από την εφηβεία. Υπάρχει απουσία οραμάτων και τα
παιδιά δυσκολεύονται να ονειρευτούν ένα καλύτερο κόσμο. Όταν αυτό συμβαίνει και οι
νέοι παλεύουν για τα δικαιώματά τους, οι αγώνες τους και οι συλλογικές τους δράσεις
στιγματίζονται, καταστέλλονται, συκοφαντούνται και ενίοτε ποινικοποιούνται.
Κυριαρχεί η αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει. Η συντριπτική πλειοψηφία των νέων
ανθρώπων θεωρεί ότι δεν έχουν κανένα έλεγχο στο μέλλον τους. Καλλιεργείται έντεχνα μια
ψυχολογία της ήττας, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η απουσία νοήματος. Αφού η
ζωή δεν έχει νόημα ,γιατί να προσπαθήσει κάποιος να αντέξει τις δυσκολίες της
καθημερινότητας; Η αντίσταση δίνει την θέση της στην υποταγή.
Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, οι εκπαιδευτικές πολιτικές, υπηρετώντας τις ανάγκες του
μεγάλου κεφαλαίου, προσαρμόζουν αντίστοιχα τα εκπαιδευτικά συστήματα. Η
παιδαγωγική διάσταση της εκπαίδευσης αντικαθίσταται από τις διαδικασίες της κατάρτισης
και έτσι οδηγούμαστε στον «καταρτήσιμο» άνθρωπο και στην δια βίου κατάρτιση.
Το σχολείο χάνει τον διδακτικό του χαρακτήρα, ο δάσκαλος παύει να εμπνέει και
επιχειρείται να αντικατασταθεί από την τεχνολογία, αφού μεταφέρει απλώς πληροφορίες
που ενσωματώνονται σε έναν ψηφιακού τύπου τρόπο σκέψης. Η αγάπη για το γνωστικό
αντικείμενο, τις ανθρωπιστικές επιστήμες, τις τέχνες και τον πολιτισμό δεν προκρίνεται
αφού το βιωματικό επιχειρείται να γίνει μια τεχνητή διαδικασία αλγορίθμων,
αντικαθίσταται από το φαντασιωσικό και ο άνθρωπος χάνει τον χαρακτήρα ιστορικού
υποκειμένου.
Η διαδικασία της γνώσης αντικαθίσταται από την διαδικασία της πληροφόρησης, της
εφήμερης πληροφόρησης και τίθεται το ζήτημα του ποιος κατέχει και διαχειρίζεται την
πληροφορία. Η εργασία αντικαθίσταται από την απασχόληση και ο εργαζόμενος άνθρωπος
από τον «απασχολήσιμο» άνθρωπο χωρίς δικαιώματα, που μαθαίνει να ζει με επιδόματα.
Η έννοια της «επίδοσης» πλασάρεται ως υποκατάστατο σχέσεων και ως πανάκεια στην
αποξένωση. Ο νέος εθίζεται στην αναζήτηση μικρών και όχι απαραίτητα σίγουρων δεικτών
επιβεβαίωσης που διαμεσολαβούν την σχέση με τον εαυτό του και τους άλλους,
αποδομώντας μακροπρόθεσμα την προσωπικότητα του.
Η «επίδοση», στη βάση αποσπασματικών και ασυντόνιστων μεταξύ τους, «ικανοτήτων» και
«δεξιοτήτων» οδηγεί στην αντίληψη των «αρίστων». Η «ικανότητα» διαχωρίζεται τεχνητά
από την προσωπικότητα, οι σχέσεις γίνονται ανταγωνιστικές, ο πρώτος είναι το παν, ο
δεύτερος τίποτα και οι κοινωνίες διαχωρίζονται σε «επιτυχημένους» και «αποτυχημένους»,
αποκρύπτοντας τον πραγματικό διαχωρισμό, που είναι εκμεταλλευτές και
εκμεταλλευόμενοι.
Η «επιτυχία» ταυτίζεται με την ευτυχία, παρόλο που πολλοί «επιτυχημένοι» άνθρωποι
νοιώθουν δυστυχισμένοι. Οι ρόλοι δεν βρίσκονται στην υπηρεσία των ανθρώπων, αλλά οι
άνθρωποι στην υπηρεσία των ρόλων. Σε αυτές τις ατομικιστικές κοινωνίες, η «αποτυχία»
θεωρείται «προσωπική ευθύνη» και δρα αποπροσανατολιστικά ως προς τις ευθύνες της
κοινωνίας. Η φτώχεια, η ανεργία, η σχολική διαρροή, η αποτυχία σε ένα στρεβλό
εξεταστικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι «προσωπική ευθύνη».
Πρόκειται για ένα κοινωνικό σύστημα που βασίζεται στις ταξικές κοινωνικές ανισότητες και
παράγει κοινωνικούς αποκλεισμούς και περιθωριοποίηση. Νοιώθοντας αποκλεισμένοι οι
νέοι, ωθούνται στην δημιουργία «παραβατικών» ομάδων ώστε να ανήκουν κάπου,
κάνουν αρνητικές ταυτίσεις και έχοντας δυσκολία να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και
ιδιαίτερα τον θυμό τους, γίνονται παρορμητικοί, κάνουν συναισθηματικές εκρήξεις και
στρέφουν την επιθετικότητα είτε προς την κοινωνία και τους συνομηλίκους τους , είτε προς
τον εαυτό τους.
Η αλλοτριωμένη εκπαιδευτική διαδικασία οδηγεί στην επιλογή επαγγελμάτων με κριτήριο
το πόσα χρήματα θα βγάλει κάποιος και όχι με το τι θα γίνει για να προσφέρει στην
κοινωνία. Οι νέοι μαθαίνουν να ρωτάνε τι περιμένουν από τη ζωή και όχι τι περιμένει η ζωή
από αυτούς, που είναι ένα ερώτημα που οδηγεί στην συλλογικότητα, στην προσφορά και
στην αλληλεγγύη. Δεν υπάρχουν πλέον επαγγέλματα που έχουν χαρακτήρα
λειτουργήματος.
Τα χρήματα γίνονται αυτοσκοπός, ο καταναλωτισμός κυριαρχεί, τα προϊόντα γίνονται
υποκατάστατα χαμένων ανθρώπινων σχέσεων και συναισθημάτων και το αλλοτριωμένο
άτομο όσο περισσότερα έχει τόσο λιγότερο «είναι» και όσο λιγότερο «είναι», τόσο
λιγότερο εκφράζει τη ζωή του.
Η κοινωνική δυσλειτουργία αντανακλάται πάνω στο άτομο ως «ατομική δυσλειτουργία»
και η κοινωνική παθολογία ως «ατομική παθολογία». Η κρίση των σημερινών δυτικών
κοινωνιών είναι βαθιά υπαρξιακή και οι νέοι την βιώνουν ως υπαρξιακό συγκλονισμό, ως
αφόρητο ψυχικό πόνο. Όταν αυτός ο πόνος δεν εκφράζεται στρέφεται προς τα μέσα, προς
τον εαυτό και γίνεται ψυχολογικά προβλήματα, ψυχοπαθολογία, κατάθλιψη, που ενίοτε
καταλήγει σε αυτοτραυματισμούς και αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές.
Αυτό δεν σημαίνει πως ο νέος άνθρωπος θέλει να πεθάνει. Αυτό που ψάχνει είναι η
ανακούφιση από αυτό που νοιώθει. Όταν έχει χαθεί το νόημα της ζωής τότε τίθεται το
ερώτημα γιατί να αντέξω τον πόνο. Το νόημα έχει αντικατασταθεί από την διαρκή
προσπάθεια για «επιτυχία» σε ένα κόσμο χωρίς προσωπικές σχέσεις. Όμως, ο ψυχικός
πόνος θεραπεύεται ακόμα και αν δεν εντοπισθεί έγκαιρα. Τόσο η ψυχοθεραπευτική
υποστήριξη όσο και η ιατρική φροντίδα παρέχουν τεράστιες θεραπευτικές δυνατότητες, οι
οποίες ενισχύονται από ένα ενεργό κοινωνικό περιβάλλον.
Πρέπει λοιπόν να μάθουμε στα παιδιά να εμπλέκονται σε προσωπικές και όχι ατομικές
σχέσεις, να είναι κοινωνικά και να λειτουργούν συλλογικά σε σχέσεις αλληλεγγύης. Η
συλλογικότητα δρα τόσο προληπτικά, όσο και θεραπευτικά. Πρέπει από την πλευρά μας να
μάθουμε να ακούμε είτε σαν γονείς, είτε σαν δάσκαλοι, είτε σαν φίλοι. Τα παιδιά έχουν την
ανάγκη να ακουστούν. Πολλές φορές δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα. Αρκεί, το να τα
ακούσουμε.
Ωστόσο, τα προβλήματα της καθημερινότητας και ο αγώνας για την επιβίωση, μειώνουν
την δυνατότητά μας να ακούσουμε και να αφουγκραστούμε τις ανάγκες τους. Όταν τα
παιδιά νοιώσουν πως δεν θα ακουστούν ή πως αν μιλήσουν θα εκτεθούν ,τότε κλείνονται
στον εαυτό τους.
Οφείλουμε να εμφυσήσουμε στα παιδιά μια ανθρωποκεντρική φιλοσοφία και την αγάπη
για την ζωή που τους ανήκει. Τα παιδιά δεν μας ανήκουν και πολύ περισσότερο δεν
ανήκουν σε μια κοινωνία που εμπορευματοποιεί την παιδικότητα τους και τα θεωρεί
αναλώσιμα και αντικείμενο εκμετάλλευσης.
Έχουμε υποχρέωση να υπερασπιστούμε τα παιδιά, να τα μάθουμε να «οριοθετούνται» με
ανθρωποκεντρικό τρόπο, γιατί έτσι προσδιορίζουν ελεύθερα την ταυτότητά τους και τον
εαυτό τους.
Ο Ηλίας Μιχαλαρέας είναι Δρ. Ψυχολογίας – Δρ. Γεωγραφίας
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Άρθρα
Η γελοιότητα ενός «σοβαρού κόσμου» / γράφει ο Άρης Ορφανίδης
Άρθρα
“Πελατειασμός: η διαχρονική πολιτική μάστιγα της Ελλάδας” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης
Άρθρα
“Από τις χρυσές τιμές των σιτηρών στον εφιάλτη της σαλμονέλας: Σε «συμπληγάδες» ο πρωτογενής τομέας” / γράφει η Αντριάνα Βασιλά
Άρθρα
“Η ψυχολογία του διαδικτυακού όχλου” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης
Άρθρα
Αφιέρωμα στην παγκόσμια Ημέρα της Μητέρας, 10 Μαΐου 2026 / “Μόνο ο πόθος μου για σένα…” / γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος
Αναγνώστες






































