“Από την ασπίδα στην αναδίπλωση: Η Άγκυρα θεσμοθετεί τις διεκδικήσεις της, η Αθήνα αποσύρει μέσα αποτροπής” / γράφει ο Δημήτρης Μηλάκας
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η Αθήνα δείχνει να κινείται σε μια διαφορετική λογική: όχι επίσημης αποστρατιωτικοποίησης, αλλά σταδιακής απομείωσης κρίσιμων αμυντικών δυνατοτήτων (των νησιών) χωρίς καθαρή δημόσια παραδοχή
Η απόφαση του ΚΥΣΕΑ για απομάκρυνση των συστημάτων Patriot από την Κάρπαθο και τον Έβρο παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως φυσιολογική επιστροφή στην επιχειρησιακή κανονικότητα, μετά την αποκλιμάκωση της κρίσης ΗΠΑ – Ιράν. Μόνο που η εικόνα στο πεδίο δεν επιβεβαιώνει πλήρως αυτή την αφήγηση.
Αν η βαλλιστική απειλή του Ιράν έχει πράγματι περιοριστεί τόσο ώστε να μην απαιτείται ενισχυμένη αεράμυνα στην ανατολική Μεσόγειο, τότε γιατί οι ελληνικοί Patriot παραμένουν στη Σαουδική Αραβία; Και γιατί η Γερμανία στέλνει νέες συστοιχίες Patriot στην Τουρκία για την ενίσχυση της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ;
Η πραγματικότητα είναι ότι η απειλή δεν εξαφανίστηκε, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ενεργή από τους ίδιους τους συμμάχους της Αθήνας. Άρα η ελληνική απόφαση δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο επιχειρησιακά.
Κάρπαθος – Κύπρος
Η ανάπτυξη Patriot στην Κάρπαθο δεν έγινε τυχαία. Έγινε μετά το πλήγμα με ιρανικό drone στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου στην Κύπρο, όταν η κρίση στη Μέση Ανατολή άρχισε να πλησιάζει επικίνδυνα την ανατολική Μεσόγειο. Η Κάρπαθος επιλέχθηκε επειδή λειτουργεί ως κομβικό σημείο επιτήρησης και αεράμυνας στο τόξο Κρήτη – Κάρπαθος – Κύπρος. Γι’ αυτό και την ίδια περίοδο η Αθήνα έστελνε φρεγάτες προς την Κύπρο και ελληνικά F-16 στην Πάφο.
Το μήνυμα τότε ήταν σαφές: η Ελλάδα επιχειρούσε να εμφανιστεί ως δύναμη στρατηγικής παρουσίας στην ανατολική Μεσόγειο και ως παράγοντας ασφάλειας για την Κύπρο. Σήμερα όμως, μετά την απόφαση του ΚΥΣΕΑ, η εικόνα αντιστρέφεται. Με την απόσυρση των Patriot από την Κάρπαθο η κυβέρνηση αποδυναμώνει το μήνυμα ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει την Κύπρο ως οργανικό τμήμα της δικής της στρατηγικής ασφάλειας.
Πίεση και αμηχανία
Η Τουρκία επιμένει εδώ και χρόνια ότι τα ελληνικά νησιά είναι «παρανόμως στρατιωτικοποιημένα», επικαλούμενη τη δική της ερμηνεία διεθνών συνθηκών. Πρόκειται για αναθεωρητική θέση, αφού η ίδια η τουρκική απειλή απέναντι στα νησιά – από την Αποβατική Στρατιά του Αιγαίου μέχρι το casus belli – αποτελεί τον βασικό λόγο της ελληνικής αμυντικής παρουσίας.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η Αθήνα δείχνει να κινείται σε μια διαφορετική λογική: όχι επίσημης αποστρατιωτικοποίησης, αλλά σταδιακής απομείωσης κρίσιμων αμυντικών δυνατοτήτων (των νησιών) χωρίς καθαρή δημόσια παραδοχή.
Με αφορμή τη μεταφορά ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων στην Ουκρανία, σημαντικά μέσα αεράμυνας απομακρύνθηκαν από το νησιωτικό πλέγμα χωρίς ουσιαστική αντικατάσταση. Η κυβέρνηση μίλησε για «εκσυγχρονισμό» και «αναδιάταξη». Στην πράξη, όμως, πολλά από τα κενά που δημιουργήθηκαν παραμένουν ανοιχτά. Και τώρα έρχεται να προστεθεί η απομάκρυνση των Patriot από Κάρπαθο και Έβρο.
Η θεσμοθέτηση
Η απόφαση του ΚΥΣΕΑ δεν έρχεται σε πολιτικό κενό. Συμπίπτει με μια εξαιρετικά κρίσιμη εξέλιξη στην Τουρκία: την προώθηση νομοθετικής πρωτοβουλίας για τη θεσμοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας». Και αυτό αλλάζει το πολιτικό και γεωστρατηγικό βάρος της ελληνικής κίνησης.
Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη μία εθνικιστική έξαρση ή για εσωτερική πολιτική κατανάλωση στη γείτονα. Η Άγκυρα επιχειρεί να μεταφέρει τις πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις από το επίπεδο της πολιτικής θεωρίας στο επίπεδο της κρατικής θεσμοθέτησης. Με άλλα λόγια, επιχειρεί να καταγράψει, να κωδικοποιήσει και να ενσωματώσει σε επίσημο θεσμικό πλαίσιο με κάθε λεπτομέρεια τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο. Στον πυρήνα αυτής της προσπάθειας βρίσκονται
● οι αμφισβητήσεις για την ελληνική υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ,
● η θεωρία περί περιορισμένης επήρειας των ελληνικών νησιών,
● οι διεκδικήσεις γύρω από θαλάσσιες ζώνες και ενεργειακά δικαιώματα
● καθώς και οι τουρκικές θέσεις για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών.
Η Τουρκία δεν περιορίζεται πλέον σε δηλώσεις αξιωματούχων ή σε ασκήσεις εντυπώσεων. Επιχειρεί να μετατρέψει τον αναθεωρητισμό της σε επίσημη κρατική κανονικότητα.
Αυτό έχει τεράστια σημασία, γιατί όταν μια διεκδίκηση θεσμοθετείται, αποκτά συνέχεια, διοικητικό βάθος και μονιμότητα. Παύει να εξαρτάται από πρόσωπα ή συγκυρίες και μετατρέπεται σε δομικό στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής. Ακριβώς γι’ αυτό η χρονική συγκυρία της ελληνικής απόφασης αποκτά βαρύ συμβολισμό.
Το μήνυμα
Την ώρα που η Άγκυρα κωδικοποιεί και θεσμοθετεί λεπτομερώς τις διεκδικήσεις της απέναντι στην Ελλάδα, η Αθήνα αποσύρει αντιαεροπορικά και αντιβαλλιστικά συστήματα από δύο περιοχές υψηλού στρατηγικού συμβολισμού: την Κάρπαθο και τον Έβρο.
Όχι επειδή η απομάκρυνση δύο συστοιχιών αλλάζει από μόνη της τη στρατιωτική ισορροπία. Αλλά επειδή στην εξωτερική πολιτική τα σύμβολα, ο χρόνος και οι κινήσεις αποκτούν πολιτικό περιεχόμενο.
Η Κάρπαθος και ο Έβρος δεν είναι ουδέτερα σημεία στον χάρτη. Είναι περιοχές που βρίσκονται απέναντι στον πυρήνα της τουρκικής αναθεωρητικής στρατηγικής.
Και όμως, την ώρα που η Τουρκία ενισχύεται με ΝΑΤΟϊκές αντιαεροπορικές δυνατότητες και ταυτόχρονα επιχειρεί να παγιώσει θεσμικά τη «Γαλάζια Πατρίδα», η Ελλάδα εμφανίζεται να αφαιρεί στρώματα αποτροπής από τα δικά της κρίσιμα σημεία.
Η κυβέρνηση πιθανότατα θεωρεί ότι έτσι προστατεύει το αφήγημα των «ήρεμων νερών» και μειώνει τον κίνδυνο μιας νέας ελληνοτουρκικής κρίσης. Μόνο που η Άγκυρα δεν αντιμετωπίζει τις εξελίξεις με όρους επικοινωνιακής ηρεμίας. Τις αντιμετωπίζει με όρους ισχύος, πίεσης και συσχετισμών.
Όταν, λοιπόν, αντιλαμβάνεται μια Ελλάδα που αποσύρει στρατιωτικά σύμβολα αποτροπής την ίδια στιγμή που η ίδια κλιμακώνει πολιτικά, θεσμικά και γεωστρατηγικά τις διεκδικήσεις της, το συμπέρασμα που εξάγει δεν είναι «αποκλιμάκωση». Είναι ότι η Αθήνα φοβάται.
Κι αυτό είναι και το πιο ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης, όχι η μετακίνηση των Patriot αυτή καθαυτή, αλλά η πολιτική νοοτροπία πίσω από αυτήν. Μια αντίληψη που μοιάζει να θεωρεί ότι η αποφυγή της έντασης είναι η μόνη διαθέσιμη στρατηγική.
Μόνο που στην ιστορία των ελληνοτουρκικών, πολύ συχνά η υπερβολική αγωνία αποφυγής της κρίσης από την Αθήνα πολύ απλά άνοιξε την όρεξη της Άγκυρας.
–















































































































