“Εξουσία ελέω θεού ή αίματος στον 21ο αιώνα. Ένας πολιτικοκοινωνικός αναχρονισμός” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης
Η δημοκρατία απέναντι στην κληρονομική πολιτική εξουσία: Γιατί η μοναρχία και η οικογενειοκρατία αντιβαίνουν στην πολιτική ισότητα
Η ιστορία της πολιτικής οργάνωσης των κοινωνιών είναι, σε μεγάλο βαθμό, η ιστορία της αναζήτησης της νομιμοποίησης της εξουσίας. Από τις αρχαίες μοναρχίες έως τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη, το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει το ίδιο: ποιος δικαιούται να ασκεί δημόσια εξουσία και για ποιον λόγο; Η απάντηση που έδωσε η δημοκρατία υπήρξε επαναστατική. Η πολιτική εξουσία δεν αποτελεί ιδιωτική περιουσία ούτε οικογενειακή κληρονομιά· ανήκει στον λαό και αντλεί τη νομιμοποίησή της από την ελεύθερη βούληση των πολιτών.
Υπό αυτό το πρίσμα, η διατήρηση της μοναρχίας στον 21ο αιώνα γεννά ένα βαθύ φιλοσοφικό παράδοξο. Πώς μπορεί ένα πολίτευμα που θεμελιώνεται στην ισότητα να αποδέχεται ότι το ύψιστο δημόσιο αξίωμα, έστω κι αν αρκετές φορές δεν φέρει ουσιαστικές εξουσίες και αρμοδιότητες, αποδίδεται αποκλειστικά λόγω γέννησης; Ακόμη και όταν η μοναρχία είναι συνταγματική και ο μονάρχης ασκεί περιορισμένες αρμοδιότητες, η βασική αρχή παραμένει αμετάβλητη: Το αίμα, ήτοι η καταγωγή, εξακολουθεί να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο πρόσβασης στο συγκεκριμένο αξίωμα.
Το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως λειτουργικό αλλά κανονιστικό. Δεν αφορά το αν ένας βασιλιάς είναι ικανός, ενάρετος ή δημοφιλής. Αφορά το αν η ίδια η αρχή της κληρονομικής πολιτικής νομιμοποίησης μπορεί να συμβιβαστεί με τη δημοκρατική ισότητα και ισονομία. Ένας ενάρετος μονάρχης δεν θεραπεύει το φιλοσοφικό πρόβλημα του θεσμού, όπως και ένας ανεπαρκής εκλεγμένος πρόεδρος δεν αναιρεί τη δημοκρατική αρχή της εκλογής.
Η δημοκρατία θεμελιώνεται στην ιδέα ότι όλοι οι πολίτες διαθέτουν ίση πολιτική αξία. Η ισότητα αυτή δεν σημαίνει ότι όλοι θα κυβερνήσουν ούτε ότι όλοι διαθέτουν τις ίδιες ικανότητες. Σημαίνει όμως ότι κανείς δεν αποκλείεται εκ των προτέρων από οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα εξαιτίας της καταγωγής του και ταυτοχρόνως κανείς δεν έχει προβάδισμα εκ γενετής σε ένα δημόσιο αξίωμα μόνο και μόνο λόγω οικογενειακής καταγωγής. Η μοναρχία εισάγει ακριβώς αυτή την εξαίρεση. Δημιουργεί μια οικογένεια που γεννιέται με θεσμικό προνόμιο και εκατομμύρια πολίτες που αποκλείονται οριστικά από αυτό.
Η φιλοσοφική κριτική της μοναρχίας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ένταση όταν εξετάζεται η θεοκρατική εκδοχή της. Στα θεοκρατικά μοναρχικά καθεστώτα, η εξουσία του μονάρχη δεν στηρίζεται μόνο στην κληρονομική διαδοχή αλλά και στην πεποίθηση ότι ο ηγεμόνας κυβερνά κατ’ εντολήν ή με ιδιαίτερη νομιμοποίηση από το θείο. Η πολιτική εξουσία εμφανίζεται έτσι ως συγχώνευση γενεαλογικής και θρησκευτικής αυθεντίας, γεγονός που καθιστά δυσχερέστερη τόσο τη δημοκρατική αμφισβήτησή της όσο και τη θεσμική λογοδοσία.
Από τη σκοπιά της σύγχρονης πολιτικής φιλοσοφίας, η θεμελίωση της κρατικής εξουσίας σε θρησκευτικές πεποιθήσεις δημιουργεί σοβαρά προβλήματα δημοκρατικής νομιμοποίησης. Οι δημοκρατικοί θεσμοί οφείλουν να αντλούν τη νομιμοποίησή τους από πολίτες που μπορεί να έχουν διαφορετικές θρησκευτικές ή φιλοσοφικές αντιλήψεις. Όταν η πολιτική εξουσία παρουσιάζεται ως θεϊκά κατοχυρωμένη, η δυνατότητα δημόσιας αμφισβήτησης του άρχοντα περιορίζεται, διότι η διαφωνία μπορεί να εκληφθεί όχι μόνο ως πολιτική αλλά και ως θρησκευτική αμφισβήτηση. Με τον τρόπο αυτό υπονομεύονται η λαϊκή κυριαρχία, η ελευθερία της συνείδησης και η πολιτική ισότητα.
Η διάκριση μεταξύ κράτους και θρησκείας δεν αποσκοπεί στην υποτίμηση της θρησκευτικής πίστης ούτε στον αποκλεισμό της από τη δημόσια ζωή. Αντίθετα, επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η πολιτική εξουσία θα παραμένει ανοιχτή στη δημόσια λογοδοσία και δεν θα στηρίζεται σε αξιώσεις υπερβατικής αυθεντίας που δεν μπορούν να ελεγχθούν ή να αμφισβητηθούν με δημοκρατικούς όρους. Από αυτή την οπτική, η θεοκρατική μοναρχία συνιστά την πιο έντονη μορφή κληρονομικής πολιτικής νομιμοποίησης, καθώς συνδυάζει το προνόμιο της καταγωγής με την επίκληση της θεϊκής νομιμοποίησης, απομακρυνόμενη ακόμη περισσότερο από τις αρχές της πολιτικής ισότητας και της λαϊκής κυριαρχίας.
Η ένσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος μέσα από την πολιτική φιλοσοφία. Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ υποστήριξε ότι κάθε νόμιμη πολιτική εξουσία πηγάζει από τη γενική βούληση των πολιτών. Ο Ιμμάνουελ Καντ θεμελίωσε την ίση αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου ως αυτόνομου ηθικού προσώπου. Ο Τζον Ρολς υποστήριξε ότι οι βασικοί θεσμοί μιας δίκαιης κοινωνίας δεν μπορούν να στηρίζονται σε ηθικά αυθαίρετα στοιχεία, όπως η τύχη της γέννησης. Παρότι οι θεωρίες τους διαφέρουν, συγκλίνουν σε μία κρίσιμη αρχή: η πολιτική νομιμοποίηση δεν μπορεί να θεμελιώνεται στην οικογενειακή καταγωγή. Δεν υπάρχουν οικογένειες απριόρι πολιτικογενετικά ανώτερες.
Οι υπερασπιστές της συνταγματικής μοναρχίας προβάλλουν συνήθως τέσσερα βασικά επιχειρήματα: την ιστορική συνέχεια, την πολιτική σταθερότητα, την εθνική ενότητα και την υπερκομματικότητα του μονάρχη. Τα επιχειρήματα αυτά δεν στερούνται σημασίας. Πράγματι, σε αρκετές χώρες οι μονάρχες λειτουργούν ως συμβολικοί αρχηγοί του κράτους και αποφεύγουν την ενεργό πολιτική αντιπαράθεση.
Ωστόσο, η χρησιμότητα ενός θεσμού δεν αρκεί για να θεμελιώσει τη νομιμοποίησή του. Η ιστορική διάρκεια δεν καθιστά έναν θεσμό ηθικά ορθό. Η σταθερότητα δεν αποτελεί από μόνη της υπέρτατη πολιτική αξία, διαφορετικά κάθε σταθερό αυταρχικό καθεστώς θα ήταν προτιμότερο από μια ασταθή δημοκρατία. Η υπερκομματικότητα μπορεί να επιτευχθεί και από αιρετούς ή έμμεσα εκλεγμένους αρχηγούς του κράτους. Η εθνική ενότητα, τέλος, δεν προϋποθέτει ότι προσωποποιείται σε μια συγκεκριμένη δυναστεία.
Το ουσιώδες ερώτημα παραμένει αναπάντητο: γιατί ένα δημόσιο αξίωμα πρέπει να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο μιας οικογένειας; Καμία λειτουργική ωφέλεια δεν φαίνεται ικανή να υπερβεί αυτή την ένσταση.
Η κριτική αυτή, όμως, δεν πρέπει να περιορίζεται στη μοναρχία. Η δημοκρατία οφείλει να εξετάζει και τις δικές της αντιφάσεις. Σε πολλές σύγχρονες δημοκρατίες παρατηρείται η συστηματική αναπαραγωγή πολιτικών δυναστειών. Γονείς, παιδιά και εγγόνια διαδέχονται το ένα το άλλο σε δημόσια αξιώματα, αξιοποιώντας οικογενειακή αναγνωρισιμότητα, κομματικά δίκτυα, οικονομικούς πόρους και πολιτικές διασυνδέσεις.
Δεν πρόκειται για μοναρχία. Οι πολίτες εξακολουθούν να ψηφίζουν ελεύθερα και έχουν τη δυνατότητα να απορρίψουν κάθε υποψήφιο. Ωστόσο, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι η οικογενειακή καταγωγή δημιουργεί συχνά άνισες αφετηρίες στον πολιτικό ανταγωνισμό. Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν η εξουσία μεταβιβάζεται νομικά. Απειλείται και όταν η πολιτική μετατρέπεται σε προνομιακό χώρο λίγων οικογενειών.
Η διάκριση αυτή οδηγεί σε μια χρήσιμη θεωρητική διαφοροποίηση. Η μοναρχία αποτελεί μορφή θεσμικής κληρονομικής πολιτικής νομιμοποίησης. Η οικογενειοκρατία αποτελεί μορφή άτυπης κληρονομικής πολιτικής νομιμοποίησης. Οι δύο περιπτώσεις δεν είναι ίδιες, αλλά μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό: η καταγωγή αποκτά πολιτική σημασία που υπερβαίνει το άτομο.
Η δημοκρατία οφείλει να είναι συνεπής με τις ίδιες τις αρχές της. Δεν αρκεί να κατοχυρώνει τυπικά ίσα δικαιώματα. Οφείλει να δημιουργεί θεσμούς που περιορίζουν τη συγκέντρωση πολιτικής ισχύος και διευρύνουν τις πραγματικές ευκαιρίες συμμετοχής. Η ενίσχυση της εσωκομματικής δημοκρατίας, η διαφάνεια στις διαδικασίες επιλογής υποψηφίων, η ισότιμη πρόσβαση στη δημόσια προβολή και η καλλιέργεια πολιτικής παιδείας αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις μιας ώριμης δημοκρατίας.
Στο σημείο αυτό μπορεί να διατυπωθεί μια ευρύτερη κανονιστική αρχή: σε μια δημοκρατική πολιτεία κανένα δημόσιο αξίωμα και κανένα διαρκές πολιτικό προνόμιο δεν πρέπει να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην οικογενειακή καταγωγή. Η αρχή αυτή δεν αποκλείει κανέναν πολίτη από την πολιτική λόγω του ονόματός του. Αντίθετα, απαιτεί να μην ευνοείται ούτε να μειονεκτεί κανείς εξαιτίας της γέννησής του. Η δημοκρατία δεν αναγνωρίζει κληρονομικά προνόμια αλλά ελεύθερους και ίσους πολίτες.
Η αξία της δημοκρατίας δεν εξαντλείται στην ύπαρξη εκλογών. Βρίσκεται στη συνεχή προσπάθεια να αποσυνδέεται η πολιτική εξουσία από τη γέννηση και να συνδέεται με τη λογοδοσία, την ελεύθερη επιλογή και την ισότητα. Από αυτή την άποψη, η πραγματική αντιπαράθεση δεν είναι μεταξύ βασιλιά και προέδρου ούτε μεταξύ μοναρχίας και δημοκρατίας ως ιστορικών μορφών διακυβέρνησης. Είναι μεταξύ δύο διαφορετικών αντιλήψεων για την πολιτική νομιμοποίηση: της νομιμοποίησης που απορρέει από την καταγωγή και της νομιμοποίησης που απορρέει από την πολιτική αρετή και την ισότητα των ευκαιριών πρόσβασης όλων των πολιτών στα δημόσια αξιώματα.
Εφόσον γίνει δεκτό ότι η κληρονομική πολιτική νομιμοποίηση βρίσκεται σε ένταση με τη δημοκρατική αρχή της ισότητας, η θεσμική απάντηση οφείλει να κινείται προς την κατεύθυνση της πλήρους εναρμόνισης όλων των δημόσιων αξιωμάτων με τη λαϊκή κυριαρχία. Στα κράτη όπου εξακολουθεί να υφίσταται μοναρχικός θεσμός, η δημοκρατική συζήτηση μπορεί να αφορά τη μετάβαση σε ένα σύστημα όπου ο αρχηγός του κράτους αποκτά τη νομιμοποίησή του μέσω συνταγματικά προβλεπόμενων δημοκρατικών διαδικασιών, είτε με άμεση είτε με έμμεση εκλογή. Η επιλογή αυτή δεν αποσκοπεί στην αμφισβήτηση της ιστορικής ή πολιτισμικής αξίας της μοναρχίας, αλλά στη θεσμική συνέπεια προς την αρχή ότι κάθε δημόσιο αξίωμα πρέπει να θεμελιώνεται στη συναίνεση των πολιτών και όχι στην οικογενειακή διαδοχή.
Αντίστοιχα, η αντιμετώπιση της οικογενειοκρατίας στις δημοκρατίες δεν μπορεί να βασίζεται σε περιορισμούς του δικαιώματος του εκλέγεσθαι για τα μέλη πολιτικών οικογενειών, καθώς κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στην αρχή της ισότητας. Η θεσμική απάντηση πρέπει να επικεντρώνεται στη δημιουργία πραγματικά ανοιχτού πολιτικού ανταγωνισμού μέσω διαφανών διαδικασιών επιλογής υποψηφίων, ενίσχυσης της εσωκομματικής δημοκρατίας, ίσων ευκαιριών πρόσβασης στον δημόσιο διάλογο και αποτελεσματικών κανόνων διαφάνειας στη χρηματοδότηση και στη λειτουργία των κομμάτων. Στόχος δεν είναι να αποκλειστεί κανείς λόγω της καταγωγής του, αλλά να διασφαλιστεί ότι η πολιτική επιτυχία θα εξαρτάται κυρίως από την εμπιστοσύνη των πολιτών, την ικανότητα, το πρόγραμμα και τη δημόσια λογοδοσία και όχι από κληρονομημένα δίκτυα ισχύος ή οικογενειακά προνόμια.
Μια περαιτέρω θεσμική πρόταση που αξίζει να αποτελέσει αντικείμενο δημόσιου και συνταγματικού διαλόγου αφορά την αποτροπή της υπερβολικής συγκέντρωσης πολιτικής εξουσίας σε στενά συγγενικά πρόσωπα. Η πρόταση αυτή δεν στηρίζεται στην αντίληψη ότι τα μέλη πολιτικών οικογενειών είναι λιγότερο ικανά ή λιγότερο άξια από τους υπόλοιπους πολίτες. Αντιθέτως, στηρίζεται στην ανάγκη προστασίας της θεσμικής αμεροληψίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το δημοκρατικό σύστημα.
Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί η θέσπιση κανόνων που να περιορίζουν την ταυτόχρονη κατοχή κορυφαίων δημόσιων αξιωμάτων από συγγενείς πρώτου ή δεύτερου βαθμού. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να προβλεφθεί ότι δεν επιτρέπεται να υπηρετούν ταυτόχρονα πάνω από έναν συγκεκριμένο αριθμό στενών συγγενών στη Βουλή, στο Υπουργικό Συμβούλιο ή σε συνδυασμό των δύο, ή ότι η ταυτόχρονη συμμετοχή τους σε θέσεις μείζονος πολιτικής ισχύος υπόκειται σε ειδικές εγγυήσεις διαφάνειας και ελέγχου. Σκοπός μιας τέτοιας ρύθμισης δεν θα ήταν ο αποκλεισμός συγκεκριμένων οικογενειών από την πολιτική ζωή, αλλά η αποτροπή της δημιουργίας εντυπώσεων ή πραγματικών συνθηκών υπερσυγκέντρωσης πολιτικής επιρροής που ενδέχεται να υπονομεύσουν την αρχή της ισότητας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Μια τέτοια πρόταση, βεβαίως, θα έπρεπε να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα των συνταγματικών αρχών της αναλογικότητας και της ισότητας. Οποιοσδήποτε περιορισμός του δικαιώματος του εκλέγεσθαι θα όφειλε να δικαιολογείται από ιδιαίτερα σοβαρό δημόσιο συμφέρον και να είναι ο απολύτως αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού του. Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προσπάθεια αποκλεισμού πολιτών λόγω της καταγωγής τους, αλλά ως αναζήτηση θεσμικών μηχανισμών που ενισχύουν την ακεραιότητα, την αμεροληψία και την αξιοπιστία της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης.
Η δημοκρατία ολοκληρώνεται μόνο όταν απορρίπτει όχι μόνο τον θεσμό του θρόνου αλλά και τη λογική του θρόνου. Δηλαδή κάθε μορφή πολιτικής υπεροχής που δεν θεμελιώνεται στην ελεύθερη κρίση των πολιτών αλλά στην τυχαιότητα της γέννησης. Μόνο τότε η πολιτική ισότητα παύει να αποτελεί μια αφηρημένη συνταγματική διακήρυξη και μετατρέπεται σε ζωντανή αρχή της δημόσιας ζωής.
–















































































































