Άρθρα Θέματα Παιδείας Πολιτισμός

“Γραμματισμός και γλωσσική πολυτροπικότητα” (μέρος 3ο) / γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Ο έντυπος λόγος, συνολικά, είναι φορέας αξιών. Αυτές οι αξίες σχετίζονται με ευρύτερες ιδεολογικές δομές. Ο κριτικός γραμματισμός προϋποθέτει την ύπαρξη βασικής αυτοπεποίθησης, ώστε να διερευνώνται και να εσωτερικεύονται από τους εκπαιδευόμενους αυτές οι αξίες

Ο λόγος καταρχάς είναι η βάση. Αποτελεί sine qua non προϋπόθεση και στοιχείο κάθε κειμένου, σε γραπτή ή προφορική έκφραση, με μονοτροπική ή πολυτροπική μορφή. Ο λόγος συνιστά μία σύμβαση, είναι η κοινωνικά αποδεκτή συνθήκη που νομιμοποιεί, νοηματοδοτεί και συνδέει τους τρόπους, με τους οποίους χειριζόμαστε τη γλώσσα ή και άλλες συμβολικές εκφράσεις και τεχνικές. Οι τρόποι αυτοί χρησιμοποιούνται, προκειμένου να αποκτήσει κανείς την ταυτότητα του μέλους μίας κοινωνικής ομάδας ή ενός κοινωνικού δικτύου αλλά και για να επισημάνει τον κοινωνικό του ρόλο.

Ο Kress εκτείνει περαιτέρω τη σημασία του λόγου. Κατά την εκτίμησή του «οι λόγοι είναι συστηματικά οργανωμένα σύνολα δηλώσεων, που εκφράζουν τα νοήματα και τις αξίες ενός θεσμού. Πέρα από αυτό καθορίζουν, περιγράφουν και θέτουν όρια στο τι μπορεί ή δεν μπορεί να πει κανείς (κατ’ επέκταση  τι  μπορεί  ή  δεν  μπορεί  να  κάνει)  ανάλογα  με  τον  τομέα ενδιαφέροντος του θεσμού αυτού, είτε κεντρικά είτε στο περιθώριο. Ένας λόγος παρέχει ένα σύνολο πιθανών δηλώσεων για ένα δεδομένο τομέα και οργανώνει και προσφέρει δομή στον τρόπο, με τον οποίο πρόκειται να συζητηθεί ένα συγκεκριμένο θέμα, αντικείμενο, διαδικασία. Έτσι παρέχει περιγραφές, κανόνες, άδειες και απαγορεύσεις της κοινωνικής και ατομικής δράσης».12 Ο λόγος, επομένως, προβάλλεται ως ένα σύνολο γλωσσικών αλλά και μη γλωσσικών εκδηλώσεων και δεξιοτήτων, με τις οποίες εκφράζονται οι πρακτικές που πραγματώνονται μέσα σε μία κοινωνία.

Ταυτόχρονα, ο λόγος αφορά και τους ρόλους που επιτελούν τα άτομα εντός των ορίων της εκφρασμένης και πραγματωμένης κοινωνικής πρακτικής. Η κριτική προσέγγιση κάθε προϊόντος έκφρασης – γλωσσικού ή μη γλωσσικού – με γνώμονα αυτήν τη λογική είναι ιδιαίτερα σημαντική για το εκπαιδευτικό σύστημα. Προς την κατεύθυνση αυτή, η νεοτερικότητα, όπως αντανακλάται στη διαθεματική προσέγγιση, τις ευέλικτες ζώνες καινοτόμων δράσεων, το ευρωπαϊκό σύστημα μεταφοράς και συσσώρευσης πιστωτικών μονάδων και την ομαδική εργασία, διέπει το σχεδιασμό και την επιμέρους στοχοθεσία των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στο σχολείο. Ο μαθητής παροτρύνεται και ευαισθητοποιείται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καταλαβαίνει δυνάμει του γραμματισμού και να εντάσσει οποιαδήποτε εκδήλωση ή δραστηριότητα στο κοινωνικό και πολιτισμικό της πλαίσιο. Είναι δεδομένο ότι όσοι χειρίζονται ένα είδος λόγου, έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης και σε αντίστοιχο πεδίο κοινωνικής δράσης. Εάν, λοιπόν, ο μαθητής εξοικειωθεί με νέα είδη λόγου, αποκτά εκ των πραγμάτων και τη δυνατότητα γλωσσικής ενσωμάτωσης σε νέους τομείς κοινωνικής δράσης.

Μάλιστα σε σχέση με τη λογοτεχνία και τη διδακτική της, ο διδάσκων λειτουργεί  ως  συντονιστής.  Εφορμώμενος ο ίδιος  από  το  ρόλο  του

«συνομιλητή» με τα κείμενα13, καθώς διαλέγεται εποικοδομητικά μαζί τους, παρωθεί τους μαθητές σε ανάλογη διαδικασία. Άλλωστε τα κείμενα καθαυτά δεν αποτελούν στατικά πονήματα με δεδομένα και αδιαπραγμάτευτα νοήματα. Κάθε κείμενο συγκροτεί μία γλωσσική ενότητα με καθορισμένα όρια και εσωτερική συνοχή. Είναι φορέας στοιχείων που αφενός συναρτώνται με την προθετικότητα του δημιουργού και αφετέρου συνδέονται με εξωγλωσσικές καταστάσεις και επικοινωνιακές συνθήκες. Αντικειμενικά τα εξωγλωσσικά γνωρίσματα του κειμένου, όπως και οι επικοινωνιακές περιστάσεις που το οριοθετούν, ενέχουν από μόνες τους δυναμικά στοιχεία. Επομένως και το ίδιο το κείμενο εμπεριέχει σαφή δυναμικότητα ως προς τα νοήματα που εκφράζει. Οι εκπαιδευόμενοι σε πρώτη φάση οδηγούνται σε μία καταδηλωτική πρόσληψη του κειμένου και εν συνεχεία στην κατανόηση των τυχόν συνδηλώσεών του 14.

Σε αυτό το πνεύμα η λογοτεχνία γίνεται αφορμή για έκφραση συναισθημάτων, για ενστερνισμό αξιών και κατάθεση απόψεων. Οι μαθητές δεν ομφαλοσκοπούν, πελαγοδρομώντας σε νοηματική σύγχυση και ερμηνευτική αοριστία15. Αντιθέτως, η διδακτική διαδικασία πραγματώνει το σκοπό της, ενώ παράλληλα η εφόρμηση καθίσταται πολυσχιδής γλωσσικά και νοητικά. Ο μαθητής δε μαθαίνει να χειρίζεται το λόγο της λογοτεχνίας μόνο για την περιγραφή, την αφήγηση ή και τη διαπραγμάτευση ενός θέματος. Παράλληλα, αξιοποιεί την πληθώρα των πληροφοριών που εμπεριέχονται στα κείμενα (π.χ ιστορικά στοιχεία, γεωγραφικές αναφορές, φιλοσοφικές νύξεις κοκ).

Η λογοτεχνία συνάδει και με την ανάγνωση ως πηγή απόλαυσης για το μαθητή. Δυστυχώς, η διάσταση αυτή μάλλον είναι αμβλυμμένη, ιδίως στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Παραμελημένη και υποτιμημένη επί της ουσίας η χαρά του διαβάσματος οδηγεί, σχεδόν νομοτελειακά, σε παρακώλυση του γραμματισμού. Η δημιουργικότητα υπονομεύεται από τη γνώριμη παθογένεια των περιορισμένων δυνατοτήτων (έλλειψη οργανωμένων βιβλιοθηκών και κυρίως το συγκεντρωτικό πρόγραμμα και οι υφιστάμενες δομές του αυταρχικού σχολείου) για ελεύθερη αναγνωστική επιλογή από τον ίδιο το μαθητή.

Στην εννοιολογική ανίχνευση η ανάδυση του γραμματισμού αποτελεί επίσης κομβικό σημείο. Διερευνάται η κατακτημένη γνώση των μαθητών για τη γραφή καθώς και η εξωτερίκευσή της. Διαπιστώνεται ότι εφόσον το παιδί ζει σε εγγράμματο περιβάλλον, εισάγει δομές γραμματισμού κατά τρόπο σχεδόν ανάλογο με τους μηχανισμούς εσωτερίκευσης των δομών του προφορικού λόγου. Ο απαιτούμενος γραμματισμός κατακτάται πληρέστερα σε οποιαδήποτε βαθμίδα, επειδή ακριβώς ο μαθητής έχει αναπτύξει ευαίσθητες προσλαμβάνουσες.

Το μορφωμένο οικογενειακό περιβάλλον είναι ταυτόχρονα και μορφωσιογόνο. Ενδιαφέρεται για την επιμελημένη έκφραση του παιδιού σε επίπεδο μορφής και περιεχομένου, ενθαρρύνει συστηματικά τη γλωσσική καλλιέργεια και επιδιώκει την ανάπτυξη του διαλόγου. Η συζήτηση είναι η απαρχή της εξήγησης των πραγμάτων, της ερμηνείας των φαινομένων, της αιτιακής τους συνάφειας. Αποτελεί το πρώτο στάδιο του κριτικού γραμματισμού. Το παιδί περνά από το «τι» στο «γιατί» αβίαστα και υπεύθυνα, έχοντας αποκτήσει σαφή εικόνα του κόσμου. Διατυπώνει τα νοήματά του με επάρκεια και επιχειρηματολογία, επειδή ακριβώς έχει εξασκηθεί στη δύναμη της πειθώς, ήδη από αυτό το πρωτεϊκό στάδιο. Συνειδητοποιεί την πραγματικότητα ελεύθερα, ενστερνίζεται τη δημοκρατική νοοτροπία και τελικά αντιλαμβάνεται τη ζωή ως ένα πεδίο άσκησης διαλόγου. Παράλληλα, η ενεργητικότητά του διοχετεύεται προς δραστηριότητες πολιτισμού και προς την ανάληψη γόνιμων πρωτοβουλιών.

Η όλη διαδικασία συνάδει καίρια με την πνευματική προετοιμασία και την εγρήγορση του εκπαιδευομένου στο διηνεκές. Μάλιστα η υψηλή ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης στην προσχολική ηλικία συμβάλλει αποφασιστικά στην ανάδυση του γραμματισμού. Συγκεκριμένα διαπιστώνεται ότι τα νήπια κατά τη φοίτησή τους στις προσχολικές τάξεις πρέπει, παράλληλα με τη ανάπτυξη της ατομικής και της κοινωνικής τους ταυτότητας, να αποκτήσουν εύρωστες γνώσεις και δεξιότητες. Ανάμεσα σε αυτές, εξέχουσα θέση κατέχει η οικείωση με τη μορφή και τη λειτουργία του γραπτού λόγου. Ήδη στα περισσότερα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τίθενται σε εφαρμογή σύγχρονα προσχολικά Προγράμματα Σπουδών και αντίστοιχες εκπαιδευτικές δράσεις. Στοχεύουν στην εσωτερίκευση των μηχανισμών ανάγνωσης και γραφής. Στο κρίσιμο αυτό ζητούμενο η παιδαγωγική του γραμματισμού δύναται να λειτουργήσει εποικοδομητικά και να αξιοποιήσει τις υφιστάμενες δομές. Ο γραμματισμός ανατέμνει δημιουργικές προδιαθέσεις στη γλωσσική εκμάθηση και την επικοινωνία, καθώς τις μετατρέπει σε εφικτές κοινωνικές δεξιότητες. 16

Οι εκφάνσεις του γλωσσικού γραμματισμού, όπως αναφύονται σήμερα, συνάπτονται και με την πολυτροπικότητα στη γλώσσα. Η πολυτροπικότητα (multimodality) οριοθετείται ως ο συνδυασμός διαφορετικών σημειωτικών τρόπων (modes) και μέσων (media), προκειμένου να σχεδιαστούν και να παραχθούν σημειωτικά προϊόντα ή περιβάλλοντα. Ως διαδικασία αποσκοπεί φυσικά στην παραγωγή νοήματος και την επικοινωνία.

Οι τρόποι είναι σημειωτικοί πόροι, που επιτρέπουν την πραγμάτωση των λόγων (discourses). Σε αυτούς βασίζεται ο σχεδιασμός (design). Οι τρόποι δύνανται να πραγματωθούν με περισσότερα από ένα μέσα παραγωγής, εκ των οποίων το καθένα προσθέτει και ένα σημασιολογικό στρώμα. Όταν οι σημειωτικές αρχές των μέσων οργανώνονται και αποκρυσταλλώνονται πλέον σε αφηρημένο σχήμα – σύστημα, τότε τα μέσα μεταβάλλονται σε τρόπους.

Ασφαλώς, ως μέσα ορίζονται οι υλικοί πόροι, που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή σημειωτικών προϊόντων, γεγονότων ή περιβαλλόντων. Συμπεριλαμβάνονται  υλικά  αλλά  και  εργαλεία.  Οι  πόροι  αυτοί  είτε ενυπάρχουν φύσει (πχ οι φωνητικές χορδές) είτε κατασκευάζονται (πχ μελάνι, φωτογραφική μηχανή, ηλεκτρονικός υπολογιστής κά). Τα μέσα μπορούν να μεταβληθούν σε τρόπους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η γραφή καθαυτή: στην αρχή ήταν το μοναδικό μέσο για την αποτύπωση της γλώσσας∙ κατόπιν έγινε η ίδια τρόπος, εφόσον πλέον υλοποιείται με πολλά και εναλλακτικά μέσα (χαρακτικά, μελάνι, εκτυπωτής…)17.

Στο σύγχρονο επικοινωνιακό τοπίο οι παραδοσιακές πρακτικές επικοινωνίας και μετάδοσης των πληροφοριών έχουν δραματικά μεταβληθεί. Η δημιουργία και η διοχέτευση ενός μηνύματος δε βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στη γλώσσα. Αντιθέτως, η αρωγή και άλλων σημειωτικών συστημάτων, ιδίως οπτικών και ηχητικών – ακουστικών, συμβάλλει αποφασιστικά στην επικοινωνιακή διαδικασία. Στο νέο επικοινωνιακό πλαίσιο τα παραγόμενα κείμενα δεν είναι απολύτως μονοτροπικά, δηλαδή θεμελιωμένα κατά βάση ή – ακόμη περισσότερο – κατ’ αποκλειστικότητα στη γλώσσα.

Τα κείμενα πλέον διέπονται από εμφανή πολυτροπικότητα – μία πολυσχιδία τρόπων αναφοράς, εκφραστικών μέσων και κριτηρίων ερμηνείας – όπου γλώσσα, ήχος και εικόνα συλλειτουργούν διαδραστικά, παρέχουν πολυποίκιλα ερεθίσματα και εν τέλει καθιστούν την επικοινωνία πιο δημιουργική.18 Συνεπώς, ο ρόλος της γλώσσας τείνει να συρρικνωθεί σημαντικά – ή τουλάχιστον φαίνεται ότι έχει ήδη δρομολογηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση.19

Άλλωστε η πολυτροπικότητα χαρακτηρίζει συνολικά την ανθρώπινη επικοινωνία. Όλα τα σημειωτικά συστήματα αξιοποιούνται κατά το μάλλον ή το ήττον ανάλογα με τις επικοινωνιακές ανάγκες και τις περιστάσεις. Σε μία συζήτηση, επί παραδείγματι, ο κυρίαρχος σημειωτικός τρόπος είναι ο γλωσσικός. Εκτός όμως από το λεκτικό εκφώνημα επενεργούν συμπληρωματικά στη μετάδοση της πληροφορίας και τα εξωγλωσσικά στοιχεία (χειρονομίες, κινήσεις, εκφράσεις του προσώπου, βλέμμα, ψυχική διάθεση, η ίδια η «θεατρικότητα» στην έκφραση), καθώς και τα παραγλωσσικά γνωρίσματα της ομιλίας (επιτονισμός, παύσεις, διστακτικότητα, προφορά και ένταση της φωνής). Ειδικότερα, ο επιτονισμός με την κύμανση της φωνής διαμορφώνει σημασίες σχετικά με τη πρόθεση ή τη στάση του ομιλητή (ειρωνεία, επιδοκιμασία, σκώμμα, απαξίωση, οργή κοκ) αλλά και ως προς τη διάκριση των προτάσεων κατά το περιεχόμενο (κρίσης, επιθυμίας, ερωτηματικές, επιφωνηματικές).

Ανάλογη σημειωτική εντοπίζεται και σε άλλες εκφάνσεις της επικοινωνίας αλλά και του καλλιτεχνικού φαινομένου εν γένει. Το εννοιολογικό πλαίσιο καθαυτό είναι πολυσήμαντο – ίσως επειδή ταυτόχρονα καθίσταται και αυτοαναιρέσιμο. Στη σύγχρονη τεχνοτροπική σημειολογία συχνά επανέρχεται το ζήτημα της ποιητικής των αντικειμένων. Εκτιμάται τεκμηριωμένα ότι οι καλλιτέχνες δεν είναι κατασκευαστές αντικειμένων.20 Αντίθετα, επιδιώκουν την απελευθέρωση από το αντικείμενο, εμβαθύνουν στα επίπεδα της σημασίας του και κατ’ επέκταση αποκαλύπτουν το νόημα αυτών των επιπέδων πέρα από το αντικείμενο. Επιθυμούν να αντικατοπτρίζεται μόνο η ίδια η καλλιτεχνική διαδικασία. Εάν το αντικείμενο προβολής είναι τελικά δευτερεύον, η στάση είναι το παν, εφόσον τα έργα, οι έννοιες, οι διαδικασίες, οι καταστάσεις και οι πληροφορίες λειτουργούν ως «μορφές» έκφρασης των καλλιτεχνικών επιλογών.

…………………………………………………………………………………………………………………….

12 Kress (2003, 29-30).

13 Η εξαιρετικά εύστοχη διατύπωση της ορολογίας αλλά και η συνολική θεώρηση οφείλεται στην Ομάδα Έρευνας για τη Διδασκαλία της Λογοτεχνίας. Βλ. σχετικά Αποστολίδου Β., Πασχαλίδης Γρ., Χοντολίδου Ελ. (1995). Πρβλ και «Βιβλιολογείον – Έρευνα για τις στάσεις των παιδιών απέναντι στο βιβλίο ως αντικείμενο», Συλλογικό έργο, Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 2001: https://www.politeianet.gr/books/sullogiko-geniki-grammateia-neas-genias-bibliologeion-66326 .

14 Κάθε κείμενο, ποιητικό ή πεζό, δυνητικά «ξεκλειδώνεται» στις νοητικές του συγκείμενες με τη χρήση ποικίλων πρακτικών γνωστικής διαπλοκής και μαθησιακής αυτενέργειας. Επί παραδείγματι, ο φιλόλογος παρουσιάζει στους μαθητές του ένα ποίημα

«ανοιχτό», με συνειδητά επιλεγμένα κενά στη ροή του λόγου. Ακολούθως ζητείται, αναζητείται και συζητείται η κάλυψη των διαστημάτων αυτών από τους μαθητές με λέξεις ή φράσεις, που προέρχονται από το δικό τους υπέροχο όσο και ανεξάντλητο σε φαντασία λεξιλογικό σύμπαν. Τελικά, με αυτήν την ευέλικτη επιλογή, ο εκπαιδευόμενος και μαθαίνει πώς να μαθαίνει και – το κυριότερο – εισπράττει ερεθίσματα από έναν κόσμο οικείο στις αναφορές του. Καταδύεται σε μία δεξαμενή με αστείρευτα νοήματα, σχήματα, χρώματα, εναλλαγές και δυνατότητες.

15 Χατζησαββίδης (2004)

16 Βλ. σχετικά Σιβροπούλου & Χατζησαββίδης (2004). Επισημαίνεται ότι η ανάδυση του γραμματισμού σχετίζεται με την παραγωγή των κωδικοποιημένων μηνυμάτων, πριν ακόμη αρχίσει η συστηματική διδασκαλία της ανάγνωσης και της γραφής. Είναι διανοητικά δομημένη λειτουργία και ελεγχόμενη από τα παιδιά, καθώς εμπεριέχει την έννοια της δυναμικής κίνησης αλλά και της κατανόησης. Πρβλ και Τάφα (2005). Οι ερευνητικές συνιστώσες διανοίγονται στο πεδίο της αυτοψίας και της συγκριτικής ανάλυσης. Σε αυτήν τη λογική η σύγχρονη παιδαγωγική του γραμματισμού συνάπτεται αλλά και δυνητικά αντιστρατεύεται στην κοινωνική ανισότητα – έστω σε ορισμένες βασικές της εκφάνσεις – στο σχολείο. Η χρήση της γλώσσας αποτελεί διακριτικό γνώρισμα της κοινωνικής τάξης, στην οποία ανήκει ο χρήστης της. Εάν το εκπαιδευτικό σύστημα εκμεταλλευτεί έγκαιρα τη δυνατότητα ανάδυσης του γραμματισμού, που δυνάμει ενυπάρχει σε κάθε μαθητή, τότε οι εκπαιδευόμενοι από όλα τα ταξικά στρώματα, σχεδόν εξαρχής, θα αποκτήσουν τη δυνατότητα γλωσσικής επικοινωνίας σε ενιαίο πλαίσιο. Γενικότερα, η σύνδεση γλώσσας και σχολείου είναι πολύπτυχη και συνιστά ένα από τα θεμελιώδη ζητήματα διερεύνησης σχετικά με τη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής ανισότητας και την αναπαραγωγή της. Το παιδί, που προέρχεται από τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα, όταν εισέρχεται στο σχολείο, αντιμετωπίζει ένα γλωσσικό περιβάλλον αλλότριο και ανοίκειο προς το δικό του περιορισμένο γλωσσικό κώδικα. Το σχολείο χρησιμοποιεί κατά βάση έναν επεξεργασμένο και πιο σύνθετο γλωσσικό κώδικα, τον οποίο και προσπαθεί να επιβάλει. Για να επικοινωνήσει με το δάσκαλο και το βιβλίο, υποχρεώνεται να «μεταφράσει» τη γλώσσα του σχολείου στο δικό του γλωσσικό σύστημα, που έχει ασφαλώς διαφορετική δομή. Κατά συνέπεια η προσαρμογή αυτού του εκπαιδευόμενου στις απαιτήσεις της σχολικής ζωής είναι αισθητά δυσχερέστερη. Βλ. σχετικά Φραγκουδάκη (1985, 138 κε), Δενδρινού (Κ.Ε.Γ, 2001, 220), καθώς και Κυρίδης (1996, 115-119), όπου επιχειρείται κριτική παρουσίαση και αποτίμηση των ομόλογων πορισμάτων του Μπερνστίν.

17 Πρβλ την αναλυτική παρουσίαση από τους Kress & van Leeuwen (2001).

18 Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η περίπτωση μιας τηλεοπτικής διαφήμισης. Ουσιαστικά αποτελεί ένα κείμενο γλωσσικό που περιτρέχεται από οπτικές και ηχητικές συλλειτουργίες. Για να κατανοηθεί το μήνυμά της στην ολότητά του, απαιτείται να αποκωδικοποιηθούν ταυτόχρονα ο γλωσσικός, ο οπτικός και ο ηχητικός τρόπος και να ερμηνευτούν συνδυαστικά. Κατ’ αναλογία η πολυτροπικότητα διέπει και ένα εγχειρίδιο οδηγιών (prospectus) για τη χρήση π.χ μιας ηλεκτρικής συσκευής, όπου το γλωσσικό σύστημα (γραπτό κείμενο) συνυφαίνεται με τον οπτικό τρόπο στην επικοινωνία (εικόνες, πλάνα, σχεδιαγραφήματα).

19 Χαραλαμπόπουλος (2003, 392 κε).

20 Γκόντφρευ (2001, 201-202 και 351-354). Δεν είναι η ίδια η γλώσσα αλλά η γλώσσα στη θέαση της οπτικής εντύπωσης, ακόμη και της δικής της, που χαρακτηρίζει την εννοιολογική τέχνη. Η πολυτροπικότητα εδώ είναι αναγνώσιμη αλλά και αναγνωρίσιμη μέσα από το συνειδητό κατακερματισμό της φόρμας και την αναδόμηση των εννοιών. Οι λέξεις δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς την ύλη : το χαρτί, το μελάνι, την οθόνη του υπολογιστή, ακόμη και τον αέρα που αναπνέουμε, για να μιλήσουμε. Υφίστανται μόνο μέσα σε ένα πλαίσιο, όπως είναι μία διαφήμιση στο δρόμο, ένα έντυπο με οδηγίες, μία συνομιλία μεταξύ φίλων. Ανάμεσα στα άλλα ο συγγραφέας επικαλείται και το έργο Βράχος, Πτώση, Ηχώ, Σκόνη του Έημις Φούλτον («Rock, Fall, Echo, Dust» –1988, Tayler Gallery, Philadelphia) ως το πλέον παραστατικό δείγμα για την οπτική έκθεση και λειτουργία των λέξεων. Οι χρωματικές παραλλαγές και ο τρόπος που τα δεκαέξι γράμματα των τεσσάρων λέξεων συνδυάζονται με μία μεγαλύτερη πρόταση, που αναγράφεται κάτω από αυτές και με μικρότερη γραμματοσειρά, προσδίδουν στο έργο οπτική και φιλολογική συνοχή και οξύτητα. Διαμορφώνεται μία αποκαλυπτική εξέλιξη, που αντιπαρατίθεται συμπληρωματικά στη στατικότητα της οπτικής φόρμας. Πρβλ και Διζικιρίκης (1990, 27 κε).

 Σημείωση Φαρέτρας: Σήμερα το 3ο και τελευταίο μέρος.

Βιβλιογραφία

Αποστολίδου, Β. & Πασχαλίδης, Γ.& Χοντολίδου Ε., (1995) Η λογοτεχνία στην εκπαίδευση: προϋποθέσεις για ένα νέο πρόγραμμα διδασκαλίας, περ. Σύγχρονα Θέματα, τ. 57, Αθήνα

Baynham, M., (2002) Πρακτικές γραμματισμού, Μτφρ. Μ. Αραποπούλου, Μεταίχμιο, Αθήνα

Bloom, H., (2004) Πώς και γιατί διαβάζουμε;, Μτφρ. Κ. Ταβαρτζόγλου, Παραφερνάλια – Τυπωθήτω, Αθήνα

Bourdieu, P., (2002) Η διάκριση – Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης, Κ. Καψαμπέλη, Πατάκης, Αθήνα

Culler, J., (2003) Λογοτεχνική θεωρία – Μία συνοπτική εισαγωγή, Μτφρ. Κ. Διαμαντάκου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο

Χαραλαμπόπουλος, Α., (2003) Νέες τεχνολογίες, πολυτροπικότητα στη γλώσσα, περ. Φιλόλογος, τ. 113, Θεσσαλονίκη

Χαραλαμπόπουλος, Α. & Χατζησαββίδης, Σ., (1997) Η διδασκαλία της λειτουργικής χρήσης της γλώσσας – Θεωρία και πρακτική εφαρμογή, Κώδικας, Θεσσαλονίκη

Χατζησαββίδης, Σ., (2003) Γλωσσικός γραμματισμός – Ελληνική και αγγλική γλώσσα, Προδιαγραφές σπουδών για τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, Γενική Γραμματεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων, Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων, Αθήνα

Χατζησαββίδης, Σ., (επιμ.) (2004) Γλωσσικός γραμματισμός – Πρόγραμμα σπουδών – Εκπαιδευτικό υλικό, ΥΠΕΠΘ – Γενική Γραμματεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων, Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων – Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, Αθήνα

Χατζησαββίδης, Σ., (2007), Ο γλωσσικός γραμματισμός και η παιδαγωγική του γραμματισμού: Θεωρητικές συνιστώσες και δεδομένα από τη διδακτική πράξη, 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο της ΟΜΕΡ, Πάτρα

Διζικιρίκης, Γ., (1990) Σε αναζήτηση της καινούργιας γλώσσας. Το οδοιπορικό της τέχνης προς το τέλος του αιώνα, Φιλιππότης, Αθήνα

Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός για τη Γλώσσα (2001), Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Επιμέλεια Α–Φ. Χριστίδης & Μ. Θεοδωροπούλου, ΚΕΓ, Θεσσαλονίκη

Φραγκουδάκη, Α., (1985) Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης – Θεωρίες για την κοινωνική ανισότητα στο σχολείο, Παπαζήσης, Αθήνα

Φραγκουδάκη, Α., (1987) Γλώσσα και ιδεολογία – Κοινωνιολογική προσέγγιση της νεοελληνικής γλώσσας, Οδυσσέας, Αθήνα

Γκόντφρευ, Τ., (2001) Εννοιολογική τέχνη, Μτφρ. Ε. Οράτη, Καστανιώτης, Αθήνα

Hull, G., & Schultz, K., (2002) School’s out! Bridging out-of-school literacies with classroom practice, Teachers’ College Press, New York

Johnson, A., (2005) Look ma, no text!, Field notes, Vol 14, no 3, Sabes-World Education, Boston

Kress, G. & van Leeuwen T., (2001) Multimodal discourse. The modes and media of contemporary communication, Arnold, London

Kress, G., (2003) Γλωσσικές διαδικασίες σε κοινωνικοπολιτισμική πρακτική, Μτφρ. Ε. Γεωργιάδη, Σαββάλας, Αθήνα

Καγκά, Ε., (2003) Το Ευρωπαϊκό Portfolio γλωσσών: Στρατηγικές ανάπτυξης  γλωσσικών  δεξιοτήτων  και  πολιτισμικών  ικανοτήτων,

Πρακτικά 5ου Διεθνούς Συνεδρίου – «Τα Ελληνικά ως δεύτερη ή ως ξένη γλώσσα», Πανεπιστήμιο Πατρών, Πάτρα

Κυρίδης, Α., (1996) Εκπαιδευτική ανισότητα – Οριοθέτηση και προσπάθειες θεωρητικής προσέγγισής της, Εκδ. Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη

Moss, G., (2001) On literacy and the social organisation of knowledge inside and outside school. Language and Education, Vol 15, No 2 & 3

Ong, J W., (1997) Προφορικότητα και εγγραμματοσύνη, Μτφρ. Κ. Χατζηκυριάκου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο

Σιβροπούλου Ε. & Χατζησαββίδης Σ., (2004) Γραμματισμός και αυθόρμητες δραστηριότητες στο νηπιαγωγείο, στο Παπούλια – Τζελέπη, Π. & Τάφα, Ε. (επιμ.), (2004) Γλώσσα και Γραμματισμός στη Νέα Χιλιετία, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα

Τάφα, Ε., (2005) Ανάγνωση και γραφή στα Προγράμματα Προσχολικής Εκπαίδευσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα

Τζιόβας, Δ., (1987) Μετά την αισθητική, Γνώση, Αθήνα

Τσόμσκυ, Ν., (1999) Βιομηχανία κατασκευής υπηκόων, Μτφρ. Ν. Αλεξίου, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα

banner-article

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας