“Γραμματισμός και γλωσσική πολυτροπικότητα” (μέρος 2ο) / γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου
Τα είδη λόγου λειτουργούν διαμορφωτικά αλλά και περιοριστικά ως προς τα μηνύματα που δέχεται ο αναγνώστης από το κείμενο. Πρόκειται για συμβατικές μορφές κειμένων, που περιέχουν σταθερά κειμενικά γνωρίσματα ως προς τη δομή, τη μορφή και το περιεχόμενο. Τα γνωρίσματα αυτά αντικατοπτρίζουν τα χαρακτηριστικά των κοινωνικών περιστάσεων, μέσα στις οποίες τα ίδια τα κείμενα παράγονται. Επί παραδείγματι μία συνέντευξη ανήκει σε συγκεκριμένο κειμενικό είδος με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία αντανακλούν την κοινωνική συνθήκη της συνέντευξης: δύο άνθρωποι συζητούν, όπου ο ένας ρωτά και ο άλλος απαντά, με σκοπό αυτή η – κατευθυνόμενη ή ελεύθερη – συνομιλία να δημοσιοποιηθεί. Συνεπώς, η ίδια η γλώσσα δε λειτουργεί αποκλειστικά ως σύστημα, αλλά κυρίως ως πεδίο ορισμού και αναφοράς. Τέλος, συνεκτιμώνται οι ικανότητες αντίδρασης στο νόημα και τη στίξη (ή και την αντίστιξη) των κειμένων και προπαντός οι δυνατότητες των εκπαιδευομένων να δημιουργούν οι ίδιοι κείμενα, προκειμένου να διεκπεραιώνονται καθημερινές επικοινωνιακές – επαγγελματικές ή μη – ανάγκες.7
Οι ευρύτερα αποδεκτές κατηγοριοποιήσεις των κειμένων, σε περιγραφικό, αφηγηματικό και επιχειρηματολογικό είδος αντίστοιχα, καθιστούν αντιληπτή την κρισιμότητά τους για τον εκπαιδευτικό μηχανισμό. Ενταγμένα στα ποικίλα είδη λόγου, τα κείμενα αποτελούν πραγματώσεις των διαφορετικών κοινωνικών καταστάσεων, καθώς και των θεσμών που τις επενδύουν. Ένα σχολικό κείμενο, για παράδειγμα, αντανακλά τον εκπαιδευτικό θεσμό στις ιδεολογικές του παραμέτρους, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί ανάλογα με την εκπαιδευτική και κοινωνική πραγματικότητα που σταθερά (επιδιώκουν να) εκφράζουν.
Ο γραμματισμός, λοιπόν, προϋποθέτει και την ικανότητα χειρισμού του έντυπου λόγου, που παράγεται στη σύγχρονη κοινωνία για την εξυπηρέτηση καθημερινών αναγκών. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί την ύψιστη επιδίωξη, το καταληκτικό τέρμα, αλλά το ζωτικό σημείο εκκίνησής του. Στον κριτικό-στοχαστικό γραμματισμό η ανάγνωση είναι δύναμη αντικειμενική. Πρόκειται για μία διαδικασία κατά την οποία οι ανθρώπινες υπάρξεις δύνανται να ενισχύσουν απεριόριστα τις κριτικές και δημιουργικές τους ικανότητες. Ενδυναμώνει την ευαισθησία και την αυτογνωσία, παρακωλύοντας το άτομο από το να λειτουργεί ως παθητικός δέκτης μηνυμάτων ή ως καταναλωτής των.

7 Το ζήτημα εγγράφεται και στα θεωρητικά δεδομένα της επιτελεστικότητας. Η επιτέλεση διαρρηγνύει το δεσμό μεταξύ του νοήματος και της πρόθεσης του ομιλητή-συγγραφέα, εφόσον κάθε πράξη που επιτελείται λεκτικά δεν καθορίζεται κατ’ ανάγκη από την προθετικότητα αλλά από τις επικοινωνιακές περιστάσεις, τις κοινωνικές και γλωσσικές συμβάσεις. Μάλιστα ο Culler (2003, 149) διερωτάται για την εννοιολόγηση του γεγονότος στη
«μεταμοντέρνα» κοινωνία. Στη σύγχρονη οπτική για τα Μ.Μ.Ε θεωρεί ότι το τηλεοπτικό γεγονός π.χ εκλαμβάνεται ως αξιοσημείωτα αυθεντικό, ανεξάρτητα από το εάν η εικόνα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή όχι. Τελικά, συνειδητοποιεί ότι το μοντέλο της επιτέλεσης προσφέρει έναν πιο εκλεπτυσμένο τρόπο εξήγησης ορισμένων θεμάτων, τα οποία δηλώνονται αβασάνιστα ως συγχύσεις των ορίων μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας. Πρβλ και τις εκτιμήσεις του Τσόμσκυ (1999, 73) για τα όρια της «επιτρεπτής» έκφρασης και την επενέργεια των Μ.Μ.Ε σε μία καθ’ όλα παγκοσμιοποιημένη νέα κουλτούρα: «Στο δημοκρατικό σύστημα, οι αναγκαίες ψευδαισθήσεις δεν μπορούν να επιβληθούν διά της βίας. Πρέπει μάλλον να εμφυτευτούν στο μυαλό του πληθυσμού με πιο εκλεπτυσμένα μέσα. Ένα ολοκληρωτικό κράτος μπορεί να ικανοποιηθεί με ένα μικρότερο βαθμό αφοσίωσης στις αναγκαίες αλήθειες. Αρκεί το ότι ο λαός υπακούει. Το τι σκέπτεται είναι δευτερεύουσας σημασίας. Σε μια δημοκρατική τάξη πραγμάτων, όμως, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος ότι η ανεξάρτητη σκέψη θα μπορούσε να μεταφρασθεί σε πολιτική πράξη. Έτσι, είναι σημαντικό να εξαλειφθεί αυτή η απειλή εν τη γενέσει της». Το καίριο ερώτημα, που ανακύπτει, παραπέμπει στην έννοια της έγκλησης (interpellation), όπως την εισηγήθηκε ο μαρξιστής θεωρητικός Louis Althusser. Μέχρι ποιο σημείο αυτενεργούμε ως υπεύθυνα και δημιουργικά υποκείμενα; Τελικά, οι ατομικές επιλογές υφίστανται κατ’ επίφαση; Καθορίζονται ακούσια ή και ενδεχομένως περιορίζονται από δυνάμεις εξωγενείς και ανεξέλεγκτες; Σε ποιο μέτρο υποτασσόμαστε ως πνευματικοί καταναλωτές στην πολιτισμική χειραγώγηση;
Βέβαια, το πρόβλημα της φρασεολογίας (νεολογισμοί, ιδιόλεκτα, παραμορφωτικές
σημάνσεις) στα Μ.Μ.Ε γενικότερα παραμένει ανοικτό και πρόσφορο για περαιτέρω διερεύνηση. Πάντως, λεκτικά τέρατα του τύπου «Υπεραριστούργημα…», «…κι άλλοι δέκα θυσιάστηκαν στο Μολώχ της ασφάλτου κατά την έξοδο των Αθηναίων από την υδροκέφαλη πρωτεύουσα αυτό το Σαββατοκύριακο…» ή «…το αρνάκι ¨πέταξε¨ στα δεκαπέντε ευρώ φέτος το Πάσχα…» μάλλον τείνουν προς καθιέρωση, αν όχι προς επιβολή. Πρβλ και τα όσα επισημαίνει η Φραγκουδάκη (1987, 156) αναφορικά με το στόχο και την κραυγαλέα γλώσσα της διαφήμισης. Διευκρινίζεται ασφαλώς ότι σε καμία περίπτωση δε συγκαταλέγονται, σε όσα εδώ υποστηρίζω, πρακτικές αποδοχής ή απόρριψης λέξεων και φράσεων ή απόπειρες «εκκαθάρισης» και «διόρθωσης» της γλώσσας δυνάμει οποιουδήποτε «νεοαττικισμού».
προϊόντων που οι άλλοι παράγουν και υποβολιμαία κατευθύνουν. Η διαπαιδαγώγηση κριτικά σκεπτόμενων ανθρώπων είναι το εκπαιδευτικό θεμέλιο. Ο κριτικός γραμματισμός λειτουργεί ως το βασικό μέσο, για να αφυπνίζεται η συνείδηση και να αναβαθμίζεται η ζωή, να ενισχύεται η κοινωνική ανάπτυξη σε προοπτικές ευρωστίας και να διευρύνεται αντικειμενικά η δημοκρατία.

Η ευρεία προβληματική, που διαρκώς ανακύπτει και επαναπροσδιορίζεται αναφορικά με το γραμματισμό και τις ποικίλες εκφάνσεις του8, οδήγησε στην εκτίμηση ότι πλέον η γλωσσική διδασκαλία πρέπει να εμφορείται από το πλαίσιο αρχών της παιδαγωγικής του γραμματισμού. Οι όροι και τα θεσμικά πλαίσια της εκπαίδευσης, όπως και οι σχολικές πρακτικές επανακαθορίζονται από τη νέα σήμανση του γραμματισμού. Ο στόχος του νέου παιδαγωγικού πλαισίου είναι η σύνδεση της μάθησης με την κοινωνία, ώστε οι μαθητές να καταστούν μελλοντικοί πολίτες αυτοδύναμοι, κριτικά σκεπτόμενοι και τοποθετημένοι.
Τα κείμενα, που επιλέγονται για διαπραγμάτευση και διδασκαλία, έχουν νόημα για τους εκπαιδευόμενους, εφόσον προσφέρουν αφορμές και ερεθίσματα για κριτική προσέγγιση9. Οι μαθητές δε θα αντιλαμβάνονται, ούτε θα διδάσκονται τη γλώσσα ως ένα στατικό προϊόν, δομημένο πάνω σε κατασκευασμένους κανόνες γραμματικής και σύνταξης, αλλά ως ένα σημειωτικό σύστημα καίριο και δυναμικό. Η προσαρμογή στις επικοινωνιακές περιστάσεις ως προϋπόθεση και η εποικοδομητική χρήση του – λειτουργική διδασκαλία της γλώσσας – θα είναι η γόνιμη απόρροια της όλης διαδικασίας. Η μάθηση καθίσταται πιο αποτελεσματική, όταν ο μαθητής συμμετέχει ενεργητικά στην κατάκτηση και την αξιοποίησή της. Η γλωσσική αγωγή, που προσφέρει το σχολείο, πρέπει να διέπεται από την ίδια λογική, που προσδιορίζει και την επικοινωνία εκτός σχολικού περιβάλλοντος, στον κοινωνικό χώρο.
8 Αναμφίβολα, η κάθε εποχή καθορίζει με διαφορετικό τρόπο το νόημα και το περιεχόμενο του γραμματισμού της. Οι ποικίλες απόπειρες για τη διατύπωση ενός καθολικού ορισμού της έννοιας προσκρούουν τελικά σε κριτήρια ιστορικής και ιδεολογικής εγκόλπωσης. Ένας δόκιμος ορισμός σήμερα, όντας δημιούργημα συγκεκριμένης κοινωνίας ανθρώπων και σύμβαση καθορισμένων ιστορικών συνθηκών, κρίνεται ως ανεπαρκής σε μία επόμενη ιστορική φάση. Πέρα από τις βασικές οριοθετήσεις, που καθορίζουν αμιγώς τις επιστημονικές συντεταγμένες, η οπτική στη θεωρητική προσέγγιση για τη γλώσσα καθαυτή διαφοροποιείται και ντετερμινιστικά. Η αναγκαιότητα καθορίζει ιστορικά και θεωρητικά τις εκάστοτε σχέσεις αιτιότητας. Επί παραδείγματι, διαφορετική είναι η εστίαση στη langue υπό την οπτική του δομισμού, ενώ ο γενετισμός την αντιλαμβάνεται μετασχηματιστικά. Στην πιαζετιανή θεωρία γλώσσα και στάδια εξέλιξης μελετώνται σε συναλληλία. Ακολούθως, το βάρος σήμερα τείνει να μετατοπίζεται προς την parole, στα events – γεγονότα του γραμματισμού και εν γένει στην κοινωνική και πολιτισμική του διάσταση. Τα literacy events, σύμφωνα με τον ορισμό της Health (Ways with words: Language, Life and work in communities and classrooms), αφορούν κυρίως “any occasion in which a piece of writing is integral to the nature of the participants’ interaction and their interpretative processes”. Βλ. σχετικά και Street (1995). Πρόκειται για επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες, όπου η γραμματιστική λειτουργία είναι κομβική. Αντιστοίχως οι πρακτικές γραμματισμού (literacy practices) παραπέμπουν σε ευρύτερους πολιτισμικούς τρόπους, που μετέρχονται τα άτομα, όταν εμπλέκονται στα συμβάντα του γραμματισμού. Δεν ενσωματώνουν μόνο τα literacy events αλλά και τα folk models («μοντέλα του κόσμου»), καθώς και τις απορρέουσες προκαταλήψεις που ενδεχομένως σχετίζονται με αυτά τα συμβάντα γραμματισμού. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, δόθηκε τεράστια ώθηση στην έρευνα του γραμματισμού πέρα από το σχολείο – εξωσχολικές πρακτικές του γραμματισμού. Η ευλυγισία των προσδιοριστικών παραμέτρων δε συνεπάγεται επιδερμική προσέγγιση ή αντιεπιστημονικότητα. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει τη γόνιμη διαπλοκή του με την κοινωνική πραγματικότητα – ως θεσμική διάρθρωση (=θεσμοθετημένη παιδαγωγική του γραμματισμού) αλλά και ως καθημερινότητα – σε βάση διαχρονική.

9 Δεν είναι συμπτωματικό ή τυχαίο το γεγονός ότι η γλωσσική διδασκαλία – ιδίως όσον αφορά την εκμάθηση μία ξένης γλώσσας σε ένα πολυγλωσσικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον – συχνά υλοποιείται απόντος αντίστοιχου διδακτικού εγχειριδίου για τη μελέτη των γραμματοσυντακτικών φαινομένων. Ομοίως απωθούνται και τα κατασκευασμένα, κατευθυνόμενα κείμενα. Βλ. σχετικά Johnson (“Look ma, no text!…”, 2005). Η «αιρετική» αυτή επιλογή εφαρμόζεται κατά κύριο λόγο στο Διεθνές Ινστιτούτο Γλωσσών (ΗΠΑ) και στο υποστηριζόμενο ομόλογο πρόγραμμά του για τη γλωσσική πιστοποίηση (International Training TESOL Certificate Program). Αντλημένο το γλωσσικό υλικό από την πληθώρα των αυθεντικών κειμένων καθίσταται οικείο στον εκπαιδευόμενο και συμβάλλει στην εκμάθηση
Είναι θεμιτό οι μαθητές, όπως τα μέλη μίας κοινωνίας, να εμπλέκονται σε επικοινωνιακά γεγονότα. Μέσα από αυτόν το «συγχρωτισμό» εξοικειώνονται με τις καίριες χρήσεις της γλώσσας και αξιοποιούν μορφές επικοινωνίας που είναι κατάλληλες για την κάθε περίσταση. Επειδή το εύρος της δραστηριοποίησης κάθε ανθρώπου στα κοινωνικά δρώμενα είναι σαφώς διαφορετικό, διαφορετικά είναι – σε ποσοτική αλλά και ποιοτική βάση – και τα επικοινωνιακά γεγονότα, στα οποία εμπλέκεται. Διαφοροποιούνται δηλαδή για τον καθένα οι χρήσεις και οι μορφές της γλώσσας, με τις οποίες καλείται να εξοικειωθεί. Προκύπτει λοιπόν και διαφορετική γλωσσική γκάμα – πιο διευρυμένη ή πιο περιορισμένη – για το κάθε άτομο, ανάλογα με τις προσλαμβάνουσές του ως μέλους του κοινωνικού συνόλου. Συνεπώς η γλώσσα νοηματοδοτείται σύμφωνα με τις πεποιθήσεις και τις αναφορές του μαθητή. Θα πρέπει να συναρτάται με τα βιώματά του – ως απλές αλλά και ως εκμαθημένες εμπειρίες – καθώς και με τον ιδεολογικό του προσανατολισμό. Τα εκάστοτε επιλεγόμενα κείμενα από τους διδάσκοντες οφείλουν να σχετίζονται με τη ζωή και τα ενδιαφέροντα των μαθητών, να έχουν σαφές νόημα και να ανταποκρίνονται στις βασικές προσδοκίες τους. Άλλωστε τα κείμενα καθαυτά λειτουργούν ως παρεμβάσεις στο υφιστάμενο κοινωνικό status.10 της γραφής, της ανάγνωσης, του λεξιλογίου και της προφοράς. Παράλληλα συντελεί στη γνωστική εμβάθυνση αλλά και την κριτική αποτίμηση της ετερότητας εντός του σχολικού πλαισίου (“we can use authentic materials 100% of the time for classroom activities and still cover all the modalities of learning” καθώς και “in culture comparing our electoral process to the one in students’ own countries, so that they will also be able to discuss and criticize important events that are happening around them”). Με τη δημιουργία αυθεντικών επικοινωνιακών συνθηκών παρέχεται η δυνατότητα στους μαθητές να εκφράζονται όχι για το δάσκαλο αλλά για να επιτυγχάνουν κάθε φορά κάτι συγκεκριμένο ανάλογα με την περίσταση. Πρβλ και Χαραλαμπόπουλος – Χατζησαββίδης (1997, 64 κε).
10 Κάθε άνθρωπος φέρει την προσωπική του πείρα και ιστορία ως αναγνώστης. Δεν ορίζεται αυτή όμως αθροιστικά, με γνώμονα τα όσα έχει διαβάσει σε βάθος χρόνου. Η αναγνωστική μνήμη – κατ’ επέκταση και οι αναγνωστικές του προσλαμβάνουσες – συντίθεται από ένα πυκνό πλέγμα εμπειριών. Καθορίζεται από τις συνθήκες, την ανταπόκριση των άλλων, τις συγκυρίες, την ευαισθησία, το κυρίαρχο ήθος. Πρβλ και την αποφθεγματική παρότρυνση του Bloom (2004, 49-59): «Κοιτάξτε η ανάγνωσή σας να πάει βαθιά, όχι για να πιστέψετε, να δεχτείτε, να ανατρέψετε, αλλά για να μπορέσετε να γίνετε κοινωνοί αυτής της μίας, της ίδιας φύσης που γράφει και διαβάζει». Ο κριτικός γραμματισμός αναγνωρίζει ότι οι αναγνώστες ενεργοποιούν διαφορετικές στρατηγικές ανάγνωσης, ανάλογες προς το σκοπό και το είδος του κειμένου. Ο μαθητής, όπως και κάθε εκπαιδευόμενος σε οποιαδήποτε βαθμίδα, οφείλει να είναι σε θέση να αντεπεξέρχεται στις αναγνωστικές απαιτήσεις, που θέτει τόσο η εκπαιδευτική διαδικασία όσο και η κοινωνική αναγκαιότητα. Για το λόγο αυτό το σχολείο πρέπει να αναλαμβάνει συστηματικά και όχι περιστασιακά την εκδίπλωση του κριτικού γραμματισμού μέσα από αυστηρά δομημένες πρακτικές. Επί παραδείγματι, το αντικείμενο του γραμματισμού στη νεοελληνική γλώσσα, η
Τα κείμενα διδασκαλίας αποκτούν νόημα, όταν συμφωνούν με τις πεποιθήσεις και τις αναφορές των μαθητών – αποδεκτών τους. Δε νοηματοδοτούνται με κριτήριο τις απόψεις του διδάσκοντα ή σύμφωνα με την κυρίαρχη κοινωνική αντίληψη και την κρατούσα ηθική. Το αυθεντικό υλικό, από την εφημερίδα έως τις οδηγίες χρήσης μίας συσκευής επί παραδείγματι, αποτελεί την ιδανική συνθήκη για την κειμενική επιλογή, τη στοχοθεσία και την αποτελεσματική πραγμάτωση της γλωσσικής διδασκαλίας. Στο σχολείο παρέχεται η δυνατότητα για μεθόδευση και προγραμματισμό. Κατευθύνεται οργανωμένα και συστηματικά η εμπλοκή των εκπαιδευομένων στις γλωσσικές ποικιλίες και τις επικοινωνιακές συνθήκες, που τις καθορίζουν11.
Εφόσον λοιπόν – ή, ακριβέστερα, επειδή – συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις, δημιουργούνται μέσα στο σχολικό περιβάλλον οι συνθήκες για διάλογο μεταξύ των πολιτισμών, μεταξύ του κυρίαρχου λόγου που εκφράζει το σχολείο και του λόγου που φορείς του είναι τα κείμενα προς διαπραγμάτευση. Ταυτόχρονα, είναι πάντα σημείο αιχμής ο λόγος που φέρουν οι μαθητές και τείνουν να τον εξωτερικεύσουν αποκρυσταλλωμένο. Συνεπώς οι πολιτικές, οι ιδεολογικές και οι ευρύτερες πολιτισμικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις ομάδες ή/και στα μεμονωμένα άτομα αποτελούν το έναυσμα για την παραγωγή ενός άλλου λόγου, κυριολεκτικά σύγχρονου ως προς την ποιότητα και τη δυναμική, που επιτρέπει την πρόσβαση στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Σε αυτό το πλαίσιο ανάπτυξης αποφεύγεται και η ενδεχόμενη αυταρχικότητα ή αυθαιρεσία των διδασκόντων, καθώς ο λόγος τους δεν εγγράφεται ως «θέσφατο» στη διδακτική διαδικασία· Αντιθέτως, υπόκειται σε διαρκή κριτικό έλεγχο και επαναπροσδιορισμό. Η παιδαγωγική του γραμματισμού τελικά επιτρέπει – αν όχι επιβάλλει – τη δημιουργική εμπλοκή και αλληλεπίδραση των μαθητών σε επίπεδο τόσο θεωρητικό, όσο και πρακτικό.
Σημείωση Φαρέτρας: Η εργασία θα δημοσιευθεί σε τρία μέρη
Το πρώτο μέρος θα το βρείτε ΕΔΩ
–














































































































