Άρθρα Θέματα Παιδείας Πολιτισμός

“Γραμματισμός και γλωσσική πολυτροπικότητα” (μέρος 1ο) / γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Σήμερα ο όρος γραμματισμός έχει διευρυνθεί εννοιολογικά, συνιστώντας ένα περίπλοκο φαινόμενο με παραμέτρους γνωστικές, ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές. Ταυτόχρονα αποτελεί θεμελιώδες κριτήριο κοινωνικής καταξίωσης ή/και επιβολής. Ο γλωσσικός γραμματισμός συνιστά κατεξοχήν ζήτημα κοινωνικής πρακτικής και οι επιμέρους τομείς του (ανάγνωση και γραφή, λεξιλόγιο, γραμματική και μορφοσυντακτική δομή) θεωρούνται δραστηριότητες με κοινωνικά και πολιτισμικά μηνύματα, τα οποία σε τελική ανάλυση έχουν σημασία πολιτική. Δεν είναι δηλαδή απλώς και μόνο η ικανότητα να διαβάζει κανείς και να κατανοεί ένα κείμενο. Πρωτίστως κατισχύει ως ικανότητα του ατόμου να ελέγχει και να διαχειρίζεται τη ζωή και το περιβάλλον του, να προβαίνει στην ενασχόληση με τα όποια προβλήματά του κατά τρόπο ορθολογικό, διά του λόγου. Ο κριτικός γραμματισμός επιπροσθέτως καθιστά το άτομο ικανό να συμμετέχει αποφασιστικά και να παρεμβαίνει δραστικά στην οικονομική ζωή, τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες, στην πολιτισμική πραγματικότητα1. Από αυτήν την άποψη η – παραδοσιακά ιδωμένη πλέον – εγγραμματοσύνη ισοδυναμεί με την πολιτική χειραφέτηση – στην πιο ευρεία και ουσιαστική εννοιολόγηση του όρου.

Άλλωστε οι σημασιολογικές διακυμάνσεις του γλωσσικού γραμματισμού – στη θεωρητική του επένδυση αλλά και την εφαρμοσμένη πρακτική – συνυφαίνονται με τις ιστορικές εξελίξεις, τα εκάστοτε πολιτικά τους προσδοκώμενα και τις ιδεολογικές ανακατατάξεις2. Εκτός από τον αλφαβητισμό, όπως ήδη επισημάνθηκε, κατά το παρελθόν – έως τις αρχές του 20ου αιώνα και ασφαλώς υπό την επίδραση του ρομαντικού κινήματος – συνδέθηκε κυρίως με τη λογοτεχνία και την πρόσληψή της. Γραμματισμένος ήταν όποιος μπορούσε να εκτιμήσει τα λογοτεχνικά κείμενα ως έργα τέχνης, και συνεπώς διέθετε επαρκή εξοικείωση με τη γλώσσα της λογοτεχνίας.

Στο σχολικό πλαίσιο δινόταν έμφαση στη διδασκαλία της. Στις βασικές παραμέτρους αυτής της πρακτικής συμπεριλαμβανόταν είτε η ανάγνωση αποσπασμάτων από την πεζογραφία και την ποίηση είτε η παραγωγή λόγου κατά μίμηση λογοτεχνικών κειμένων υψηλού κύρους. Διαχρονικά η λογοτεχνίζουσα αυτή τάση επιβλήθηκε στη δομή και τη μορφολογία ιδίως του μαθήματος της έκθεσης ιδεών. Τα περίφημα «καλολογικά στοιχεία» στοίχειωναν και τις επιλογές των εκπαιδευομένων στην έκφραση· την κατηύθυναν σχηματικά ανακόπτοντας την ελεύθερη βούληση και την αυτενέργεια, τη συνειρμική ροή στη μορφοποίηση των παραστάσεων, την εκδίπλωση της φαντασίας. Προφανώς στη σημειολογία αυτής της υιοθετημένης πρακτικής ελάνθανε η πεποίθηση ότι η τέχνη συνολικά και προπαντός η δυνατότητα δημιουργίας λογοτεχνικών κειμένων απευθυνόταν σε άτομα με ιδιαίτερα χαρίσματα και ευαισθησίες. Αντιμετωπιζόταν ως συντελεστής εξευγενισμού της προσωπικότητας.

1 Συνυφαίνεται με την εννοιολόγηση του πολιτισμικού κεφαλαίου (capital culturel) από τον Pierre Bourdieu (2002, όπ). Σε ορισμένο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο ενυπάρχει το υλικό κεφάλαιο, που καθορίζεται από τους οικονομικούς πόρους και τα μέσα παραγωγής. Αντιστοίχως υφίσταται και το μη υλικό (άυλο) κεφάλαιο που ορίζεται από συμβολικούς πόρους, όπως είναι τα κοινωνικά και τα πολιτισμικά αγαθά. Το πολιτισμικό κεφάλαιο απορρέει από τη μετεξέλιξη της πληροφορίας σε γνώση. Πρβλ ωστόσο και τις ενστάσεις των Hull και Schultz (2002, 15 κε), όπου υπεραμύνονται των πρακτικών γραμματισμού σε εξωσχολικό περιβάλλον. Θεωρώντας κεφαλαιώδους σημασίας την εθνογραφική έρευνα, στην οποία βασίζονται και τα πορίσματά τους, εκτιμούν ότι, εάν το εκπαιδευτικό σύστημα λογίζεται ως διαδικασία πολιτισμικής εξέλιξης, τότε το σχολείο αποτελεί μία μόνον εκδοχή της. Το σχολείο αναγνωρίζει, ευνοεί και προωθεί, κατά τη γνώμη τους, συγκεκριμένες πρακτικές γραμματισμού. Παραγνωρίζεται το γεγονός ότι προσέρχονται στο σχολικό πλαίσιο παιδιά με διαφορετικές πεποιθήσεις και ιδεολογία – άρα με συντελεσμένο ήδη ένα πρωτογενές process γραμματισμού. Συνεπώς, θα πετύχουν μόνον εκείνοι οι μαθητές, που διέπονται από ανάλογη νοοτροπία, που «μιλούν τη γλώσσα» του σχολείου. Πρβλ και Moss (2001).

2 Βλ. και Χατζησαββίδης (2007, 2 κε).

Η αποφασιστική τομή στη σύλληψη και τον ιδεολογικό επαναπροσδιορισμό του γλωσσικού γραμματισμού, τουλάχιστον για τις δυτικές κοινωνίες, συντελέστηκε μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές, η κατάρρευση των κατεστημένων πολιτικών σχημάτων, οι ευρύτερες ανακατατάξεις και το νέο πλέγμα συσχετισμού δυνάμεων επέβαλαν καινοτόμες προδιαγραφές. Ήδη στον καταστατικό χάρτη της UNESCO τονίζεται η αναγκαιότητα καλλιέργειας του γλωσσικού γραμματισμού ως συντελεστικού παράγοντα για την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία. Το μορφωτικό αγαθό εμπεδώνεται και διατρανώνεται στη βάση του γραμματισμού, προκειμένου να οχυρωθούν οι κοινωνίες από την επαπειλούμενη εξαθλίωση. Χρηματοδοτήθηκαν έρευνες και σχεδιάστηκαν ανάλογα projects (σχέδια εργασίας), για να ανασημασιοδοτηθεί ο γραμματισμός ως προς τα ζητούμενα και το περιεχόμενό του. Ορίζεται πλέον ως το σύνολο των γνώσεων και των δεξιοτήτων που δύναται και οφείλει να αποκτήσει ένα άτομο, ώστε, έχοντας ήδη κατακτήσει τη γραφή και την ανάγνωση, να του επιτρέπεται να εμπλακεί σε όλες τις δραστηριότητες, που επιτελούν τα άτομα της ομάδας και της κουλτούρας, στην οποία και το ίδιο ανήκει.

Με αυτήν τη συλλογιστική ο γλωσσικός γραμματισμός προσέλαβε νόημα σχετικιστικό, επειδή ακριβώς συναρτήθηκε με το επίπεδο γραμματισμού της κάθε κοινότητας. Σχηματικά διαμορφώνεται ένα ιδεολογικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο ο πολιτισμός και η κοινωνία αναπαράγονται και μετασχηματίζονται όχι αυτόνομα· Αντιθέτως, εξαρτώνται από την οπτική και τις πεποιθήσεις των δρώντων υποκειμένων. Σημασία έχει δηλαδή πώς κατανοούν και ερμηνεύουν τα στοιχεία συγκρότησης του εκάστοτε πολιτισμικού γίγνεσθαι και της κοινωνίας, που το υποστηρίζει και δυναμικά το επενδύει, όσοι άνθρωποι υπάγονται και δραστηριοποιούνται εντός των ορίων του3. Ουσιαστικά ο γραμματισμός τίθεται στην υπηρεσία της κοινωνικής ανάπτυξης, ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα και επιχειρεί νέες πραγματώσεις στο ιδεολογικό πεδίο.

Από τη δεκαετία του 1960 κε η έννοια του γραμματισμού διευρύνθηκε περαιτέρω, αποσυνδέθηκε από την αποκλειστική σχέση με τη γλώσσα και επανατοποθετήθηκε  κατεξοχήν  στις  κοινωνικές  της  παραμέτρους.  

3 Το μοντέλο αυτό της σχετικιστικής κοινωνικής δράσης σε συνάφεια με το γλωσσικό γραμματισμό αναλύει ο Θ. Παραδέλλης στην εισαγωγή του στην ελληνική έκδοση του έργου του Ong (1997, 1-34).

Στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα της τεχνοκρατικής ηθικής, του μεταβιομηχανικού διακυβεύματος και της κυβερνητικής με τις πολύπτυχες εκφάνσεις και τις συνακόλουθες μεταπτώσεις, μόνο το γραμματισμένο άτομο διαθέτει το απαραίτητο εξοπλισμό δεξιοτήτων, για να προετοιμαστεί υπεύθυνα και να διαχειριστεί αποτελεσματικά την ίδια του τη ζωή.

Εκτιμάται ότι ο γραμματισμός δεν είναι δυνατό να οριστεί αντικειμενικά και με σημασία ευρέως αποδεκτή, καθώς τα όρια του είναι μεταβλητά και δυσδιάκριτα, επειδή συχνά υπόκεινται σε εννοιολογική αλληλοεπικάλυψη. Ουσιαστικά «πρόκειται για ένα ολόκληρο πλέγμα ιδεολογικών θέσεων, οι οποίες από κοινού συνθέτουν την εκπαιδευτική

«διαμάχη» περί γραμματισμού. Στη βάση αυτών των ιδεολογικών θέσεων, ρητών ή υπόρρητων, διατυπώνονται πολιτικές, σχεδιάζονται προγράμματα, οργανώνονται τάξεις διδασκαλίας. Οι ενήλικοι μαθητές, για παράδειγμα, που έρχονται, για να ξεκινήσουν μαθήματα σε μία ομάδα γραμματισμού, έρχονται με τις δικές τους ιδέες και προσδοκίες για το τι είναι γραμματισμός και τι θα έπρεπε να είναι, με τις δικές τους ιδεολογίες περί γραμματισμού. Μερικές φορές αυτές οι ιδεολογίες βρίσκονται σε σύγκρουση με τις ιδεολογίες και τις προσδοκίες του δασκάλου».4 Επομένως, αυτή η ιδεολογική έκφανση του γραμματισμού και η συσχέτισή του με την κοινωνία επιδρά στην ιδιαίτερη υφή που πλέον αποκτά, καθώς και στα ποιοτικά του γνωρίσματα.

Η θέαση του γραμματισμού σε διάσταση λειτουργική, δηλαδή με συγκεκριμένη στοχοθεσία, όπου τα άτομα αναπτύσσουν τις δράσεις και τις ενέργειές τους σε καθορισμένα κοινωνικά πλαίσια, αντιμετωπίζεται πλέον με βάσιμο σκεπτικισμό. Αντιπροτείνεται η θεώρηση στην κριτική του υπόσταση. Προτάσσεται η γλωσσική και κοινωνική συνειδητότητα των ατόμων αναφορικά με το γραμματισμό και τις παραμέτρους του. Κατά μείζονα λόγο είναι μία κοινωνική πρακτική, με την οποία προάγεται και αναπτύσσεται η κριτική σκέψη.

Το σημασιολογικό και ιδεολογικό εύρος που έχει αποκτήσει σήμερα η έννοια του γραμματισμού, ιδίως στις τεχνολογικά προηγμένες χώρες – όπως είναι όλα τα κράτη, όπου έχουν αναπτυχθεί δυτικού τύπου κοινωνίες – αποδίδεται με έναν πρόσφατο ορισμό του από το Συμβούλιο για το Γραμματισμό των Ενηλίκων της Αυστραλίας : «Ο γραμματισμός ενέχει την ενοποίηση της ακρόασης, της ομιλίας, της ανάγνωσης, της γραφής και της κριτικής σκέψης∙ ενσωματώνει και τον αριθμητισμό∙ περιλαμβάνει την πολιτισμική γνώση, η οποία καθιστά ικανό έναν ομιλητή, συγγραφέα ή αναγνώστη να αναγνωρίζει και να χρησιμοποιεί την κατάλληλη γλώσσα σε διαφορετικές κοινωνικές περιστάσεις. Για μία τεχνολογικά προηγμένη χώρα όπως η Αυστραλία, στόχος είναι ένας ενεργός γραμματισμός, που θα επιτρέπει στους ανθρώπους να χρησιμοποιούν τη γλώσσα, για να αυξήσουν την ικανότητά τους να σκέφτονται, να δημιουργούν και να αμφισβητούν, έτσι ώστε να συμμετέχουν αποτελεσματικά στην κοινωνία».5 Σε αυτή τη βάση ορισμού επιχειρείται η σύζευξη της λειτουργικής και της κοινωνικής διάστασης του γραμματισμού.

4 Baynham (2002, 17).

5 Τον ορισμό αναφέρει ο Baynham (2002, 8). Βλ. σχετικά και Χατζησαββίδης (2007, 3). Ξεκινώντας από την αποκλειστική σύνδεσή του με τη γλώσσα, τελικά σήμερα ο γραμματισμός καταλήγει να συμπεριλαμβάνει οτιδήποτε σχετίζεται με την κοινωνική δραστηριότητα του ατόμου.

Ειδικότερα η δεξιότητα του γλωσσικού γραμματισμού διέπεται από λειτουργικές σταθερές. Χαρακτηρίζεται καταρχάς από τις βασικές ικανότητες κατανόησης των λέξεων και των κειμένων, καθώς και των παραπληρωματικών νοημάτων πέρα και πάνω από το λεξιλόγιο των κειμένων. Στην αναγνώριση λόγου και περιεχομένου ενσωματώνεται η γνώση της κοινωνικής πρακτικής – ή των κοινωνικών συμφραζομένων – που αντανακλά κάθε κείμενο.

Επίσης, σε ένα δεύτερο επίπεδο, εμπεριέχεται η ικανότητα διαισθητικής ή συνειδητής αναγνώρισης του είδους λόγου6, όπου ανήκει το κείμενο, αλλά και η ένταξή του στο κοινωνικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο εγγράφεται και (ανα)παράγεται. Το ενδιαφέρον εστιάζεται στην ικανότητα κατάταξης των κειμένων από τον αναγνώστη – ασύνειδα και, εφόσον είναι εφικτό, και συνειδητά – σε είδη λόγου, δηλαδή σε κατηγορίες που παράγονται με την αλληλεπίδραση των χαρακτηριστικών του κειμένου και των αναγνωστικών συνηθειών.

Σημείωση Φαρέτρας: Η εργασία θα δημοσιευθεί σε τρία μέρη

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ