Μάκης Δημητράκης. Ένας δημιουργικός και ανήσυχος ενεργός πολίτης
Ανήκει σ’ εκείνους τους ανθρώπους, που όχι απλά γεννιούνται και μεγαλώνουν στην πόλη τους, εκφράζοντας με κάθε τρόπο την τοπική τους ταυτότητα, αλλά δένονται με την πόλη τους μέχρι το τέλος και η σημαντικότερη αναφορά της ζωής τους είναι σ’ αυτήν.
Με το τελευταίο του βιβλίο “Η Βέροια χθες και σήμερα” ο Μάκης Δημητράκης έκανε πράξη την αγάπη του για την πόλη, χαρίζοντας όχι μόνο σ’ αυτήν αλλά και σε όσους το διαβάσουν μια μελέτη χρόνων, που δεν διεκδικεί δάφνες επιστημονικού συγγράμματος, αλλά αποτελεί μια σοβαρή δουλειά, που απευθύνεται σε όλους, κάνοντας το πορτρέτο της πόλης μέσα στον χρόνο με χρώματα ελκυστικά.
Παιδί που δουλεύει από μικρό, παιδί που γνωρίζει την πόλη του στην παλιά γοητευτική μορφή της, όσο κανένα. Δάσκαλος αργότερα από επιλογή και παραμένοντας “δάσκαλος” ακόμη και σήμερα, που στα 77 του χρόνια ξεναγεί μαθητές στα τοπόσημα της Βέροιας γνωρίζοντάς τους την πόλη τους, που δεν την ξέρουν. Δάσκαλος παλιότερα στη μακρινή Βραζιλία για έξι χρόνια, διδάσκοντας και εκδίδοντας παράλληλα μια εφημερίδα για τον απόδημο Ελληνισμό και γράφοντας δύο βιβλία στην πορτογαλική γλώσσα, που κάνουν εκεί εντύπωση.
Βραβευμένος στη Βραζιλία από την Ελληνική Κοινότητα αλλά και από τον Δήμο της Βέροιας αργότερα, δεν επαναπαύεται αλλά συνεχίζει με πάθος να ονειρεύεται μια καλύτερη Βέροια συμμετέχοντας στους “Ενεργούς Πολίτες”, τον φορέα που εδώ και μία δεκαετία δίνει τον δικό του αγώνα για την πόλη.
Ξεκινώντας να αφηγείται στη faretra κάνοντας μια νοσταλγική αναδρομή στην παλιά Βέροια και στα πρώτα χρόνια της ζωής του, ο Μάκης Δημητράκης ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις του περνώντας στη συνέχεια σ’ έναν βηματισμό ζωής που τον χαρακτηρίζει, ζωής με μια απίστευτη εργατικότητα και ένα διαρκές πάθος για τις δύο λέξεις, που είναι κομβικές γι αυτόν, τις λέξεις “πολίτης” και “πόλη”.
………….

Γέννηση στη Βέροια και εδώ, σ’ αυτήν την πόλη, ζήσατε όλα τα παιδικά και εφηβικά σας χρόνια. Πώς ήταν η πόλη τότε; Πώς ήταν αυτά τα πρώτα χρόνια ζωής, που καθορίζουν σε μεγάλο ποσοστό και την υπόλοιπη;
Δε γεννήθηκα και μεγάλωσα μόνο, αλλά και δραστηριοποιήθηκα από πολύ μικρός στην πόλη. Δεν έπαιξα απλά, αλλά και δούλεψα. Οι γονείς μας τα καλοκαίρια μάς έβαζαν να δουλέψουμε, για να μην τριγυρνάμε στους δρόμους. Μάλιστα η δουλειά μας είχε τέτοια ζήτηση, που επιλέγαμε πού θέλαμε να δουλέψουμε. Δούλεψα δυο χρόνια σε τσαγκάρη. Πήγαινα στον δερματοποιό με το χαρτί για τα μέτρα, προκειμένου να πάρω το δέρμα της σόλας ή το δέρμα για το πάνω μέρος των παπουτσιών, που τα λέγανε φόντια, ή πήγαινα στον μπαρμπα Θανάση να τα γαζώσει. Αυτή ήταν η δουλειά μου. Στο κουρείο ήταν διαφορετικά. Φρόντιζα τον πελάτη μετά το κούρεμα και ετοίμαζα τη σαπουνάδα για το ξύρισμα. Στο εμπορικό του Καπρίνη τα πράγματα ήταν ακόμη πιο εύκολα. Πήγαινα το ψωμί του αφεντικού στο σπίτι.

Την επόμενη χρονιά έφυγα και πήγα να δουλέψω στη Δημοτική Αγορά, στο ψαράδικο του Ψιψίκα. Τα παιδιά απορούσαν πώς άφησα μια τόσο εύκολη δουλειά στο εμπορικό και ανακατεύτηκα με τα ψάρια, χωρίς περισσότερα χρήματα! Το μυστικό μου ήταν ότι ο Ψιψίκας είχε ποδήλατο κι εγώ έκανα τον ντελιβερά! Έπαιρνα τη σακούλα με τα ψάρια, τυλιγμένα στην εφημερίδα τότε, και τα πήγαινα στα σπίτια! Έτσι γύριζα σ’ όλη τη Βέροια με το… όχημά μου! Και το κυριότερο, μου έδιναν το ποδήλατο και το Σαββατοκύριακο! Έβαζα, λοιπόν, ένα κομμάτι από πακέτο τσιγάρων στο πεντάλ κι αυτό έκανε θόρυβο τρέχοντας. Από πουθενά δεν περνούσα απαρατήρητος! Γυρνούσα όλη την πόλη με το ποδήλατό μου! Όλη η Βέροια ήταν δική μου! Γνώριζα και τις πιο απόμακρες γειτονιές!

Τι κέρδισα από τις δουλειές του καλοκαιριού; Κέρδισα πρώτα απ’ όλα παραστάσεις. Ήξερα όλη την Αγορά. Έμαθα να κινούμαι μέσα στην πόλη και να μη φοβάμαι. Κι όταν αργότερα ο πατέρας έπρεπε να συνοδεύει τον 15χρονο αδελφό μου σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, γιατί έπασχε από λευχαιμία, δούλευα και Τετάρτη απόγευμα σερβιτόρος, για να βοηθήσω την οικογένεια.

Και πέρα από τις παραστάσεις που απόκτησα γνώρισα και ανθρώπους, πολλούς ανθρώπους και έγινα πολύ κοινωνικός. Έμαθα να σέβομαι τους ανθρώπους, τις διαφορετικές προσωπικότητες, ανεξάρτητα από το επάγγελμα. Για μένα αξία είχε και ο ξυλοκόπος και ο γανωματής της εποχής. Όλοι πρόσφεραν με τον δικό τους τρόπο.

Όσο για την πόλη… Η πόλη ήταν τόσο διαφορετική τότε… Το σπίτι μου ήταν στον κεντρικότερο δρόμο, στην οδό Μητροπόλεως, εκεί που ήταν αργότερα το γνωστό ζαχαροπλαστείο “Κρίνος”. Ήταν παλιό σπίτι, όχι αρχοντικό, λαϊκό σπίτι, αλλά μεγάλο. Σπίτι με σαχνισί, με αυλή, με κελάρι. Η γιαγιά μου ήταν υφάντρα, είχε το δωμάτιό της με τον αργαλειό της και το τζάκι της κι ο πατέρας μου ήταν στην αρχή σερβιτόρος και αργότερα ιδιοκτήτης στο εστιατόριο “Χαβάη”, στην Πλατεία Ωρολογίου. Τώρα η “Χαβάη”δουλεύει σαν καφενείο πια.

Η Μητροπόλεως, που ήταν η κεντρική αρτηρία της πόλης, αλλά και η Πλατεία, ήταν ο χώρος μου. Τα διώροφα σπίτια της πόλης, με το ανώι και το κατώι τους, είχαν τη γοητεία τους, καθώς κάθε σπίτι είχε την αυλή και τον μπαχτσέ του. Θυμάμαι ακόμα την κυδωνιά, τη συκιά, τη βυσσινιά της δικής μας αυλής. Αλλά και τα αρχοντικά της…

Ένας κόσμος ήρεμος, με αυτάρκεις οικογένειες, που φρόντιζαν να έχουν τα απαραίτητα, για να βγάλουν τη χρονιά. Φρόντιζε ο πατέρας στο αμπάρι μας πάντα να υπάρχει αλεύρι, γιατί η μάνα κάθε βδομάδα ζύμωνε κι εγώ πήγαινα στο φούρνο για να ψηθεί το ψωμί μας στην πινακωτή. Ένας κόσμος χαμένος για πάντα…

Σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία, αποφοίτηση και διορισμός στην εκπαίδευση. Γιατί δάσκαλος;
Ήταν πολύ διαφορετικά τα συστήματα τότε. Έδωσα σε τρεις σχολές. Με το Ακαδημαϊκό Απολυτήριο έδωσα δάσκαλος. Περιμένοντας τα αποτελέσματα έδωσα και στον Ευκλείδη που τότε εθεωρείτο μεγάλη σχολή, όπου πέτυχα και ως ηλεκτρονικός και ως χημικός. Δεν ήταν πανεπιστημιακές σχολές, αλλά όλοι όσοι πέρασαν αποκαταστάθηκαν και παίρνανε διπλά και τριπλά χρήματα από εμένα που τελικά αποφάσισα να γίνω δάσκαλος. Γιατί το αποφάσισα; Ένιωθα ότι μου ταίριαζε καλύτερα. Κάτι με τραβούσε σ’ αυτήν την επιλογή.

Μάλιστα διάλεξα να πάω στη Ρόδο, γιατί, (γελώντας), είχε ωραίες… Σουηδέζες! Περνώ λοιπόν στην Ακαδημία Ρόδου και σπουδάζω με τη βοήθεια του πατέρα αλλά και δουλεύοντας. Θυμάμαι πως κάποιες φορές βοηθούσα τους τουρίστες να κουβαλήσουν τις βαλίτσες τους, καθώς κατέβαιναν από το καράβι. Ελάχιστα χρήματα η αμοιβή, αλλά τότε ήμασταν αυτάρκεις, μας έφταναν τα λίγα.
Ο πατέρας μου, που τον διέκρινε μια λαϊκή σοφία έλεγε “αν μια μέρα το φας αλμυρό το φαΐ, την άλλη μέρα να το φας ανάλατο!” εννοώντας πως, αφού ξόδεψες παραπάνω, τώρα πρέπει να στερηθείς. Ήταν αλλιώς οι άνθρωποι τότε… Φυσικά τα καλοκαίρια στη Βέροια, καθώς επέστρεφα, δούλευα πάντα, συνήθως στα ροδάκινα.

Ποιες χαρές αλλά και ποιες δυσκολίες χαρακτηρίζουν το επάγγελμα ή καλύτερα το λειτούργημα του δασκάλου;
Η μεγαλύτερη χαρά για τον δάσκαλο είναι η καθημερινή του επαφή με τα παιδιά, που είναι τόσο εύπλαστα! Τα θεωρώ… σφουγγάρι! Ξεκίνησα να δουλεύω πρώτα σε χωριό κι εκεί ειδικά ο δάσκαλος του χωριού αποκτά μυθικές διαστάσεις! Είναι ένας μικρός θεός! Έκανα στην Ξάνθη και μετά πήρα μετάθεση εδώ στην Ημαθία.
Μετατέθηκα στο χωριό της Μελίκης Κυψέλη και έμενα στο χωριό, γιατί μονόμισθος καθώς ήμουν, (η γυναίκα μου είχε σπουδάσει Λογιστική αλλά δεν δούλευε), τα οικονομικά μου δεν μου επέτρεπαν να ζήσω στη Βέροια. Τα καλοκαίρια πήγαινα στο Λιτόχωρο και δούλευα εκεί ως σερβιτόρος. Ήμουν περιζήτητος, γιατί ήξερα τη δουλειά, αλλά ήξερα και πώς να φερθώ στους πελάτες.

Παντρεμένος, λοιπόν, με δυο παιδιά, μέναμε στο “σπίτι του δασκάλου” στην Κυψέλη, (ένα δωμάτιο και μια κουζίνα), το οποίο μας είχε παραχωρηθεί. Δεν μας ένοιαζε. Υπήρχε με τη γυναίκα μου μεγάλη αγάπη, σύμπνοια, η μόνη μας έγνοια ήταν να μεγαλώσουν τα παιδιά μας. Ώσπου, τελικά, το σπίτι μετατράπηκε σε νηπιαγωγείο και χάσαμε αυτήν την δωρεάν στέγη.
Πέρα από τις οικονομικές δυσκολίες που είχε το επάγγελμα του δασκάλου,τη στιγμή μάλιστα που ήταν μονόμισθος με οικογένεια, η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν και είναι η ευθύνη για τους μαθητές του σαν σύνολο αλλά και για τον καθένα ξεχωριστά. Κι εγώ ειδικά, εξαιρετικά υπεύθυνος πάντα, υπήρξα πολύ άτυχος, αφού με σημάδεψε ανεξίτηλα η “υπόθεση Άλεξ” που συγκλόνισε το Πανελλήνιο… Ήταν η δυσκολότερη περίοδος της ζωής μου…

Ήμουν διευθυντής του 1ου Δημοτικού Σχολείου Βέροιας, όταν χάθηκε ο Άλεξ, και μάλιστα η πρώτη πληροφορία ήταν πως πέντε συμμαθητές του τον σκότωσαν. Ήταν ένα διαρκές μαρτύριο εκείνες οι πρώτες μέρες, αλλά και όλες, όσες ακολούθησαν. Έζησα αυτό που λένε εικόνα του “κίτρινου τύπου”. Τόση παραπληροφόρηση! Με περίμεναν ξυπνώντας, (όταν και όσο μπορούσα να κοιμηθώ), τα κανάλια της τηλεόρασης. Ήταν εφιαλτικό! Ήταν ανθρωποφαγία!
Δεν άντεξα. Χειρουργήθηκα με επέμβαση ανοιχτής καρδιάς! Ήμουν κοντά στην σύνταξη. Παραιτήθηκα νωρίτερα. Δεν έφυγα, όπως ονειρευόμουν να φύγω κι αυτό μου στοίχισε…

Και μ’ ένα flash back, ας ξαναγυρίσουμε πίσω. Ας αφήσουμε αυτό το άδοξο φινάλε μιας λαμπρής κατά τα άλλα εκπαιδευτικής καριέρας κι ας πάμε στην απόσπαση στη Βραζιλία. Πώς είναι ο Ελληνισμός σε μια τόσο μακρινή χώρα, αλλά και πόσο σημαντικές διαφορές παρουσιάζει η νοοτροπία των κατοίκων της σε σχέση με την ελληνική;
Ήθελα να αποσπαστώ έξω, γιατί όνειρό μας ήταν η απόκτηση ενός σπιτιού, που ο μισθός μου δεν θα επέτρεπε ποτέ να πραγματοποιηθεί. Θα πήγαινα μέχρι και στην Αυστραλία, για να το πετύχω. Τελικά η τύχη με έριξε στη Βραζιλία, όπου είχε δημιουργηθεί μια καινούρια θέση. Το αποφασίσαμε με τη γυναίκα μου και ήταν πραγματικά πολύ τολμηρό.
Με πληροφόρησαν πως επικρατεί εκεί μια αιώνια άνοιξη και η ομορφιά που έχει η πόλη Vitoria με ένα σύμπλεγμα νησιών μπροστά της είναι μοναδική.

Όταν φτάσαμε, ο Ελληνισμός της πόλης με υποδέχτηκε τόσο ζεστά και με τόσο ενθουσιασμό, λες και ήμουν ο πρωθυπουργός! Με βλέπανε χωρίς υπερβολή σαν απόγονο του Σωκράτη και του Αλέξανδρου όχι μόνο οι Έλληνες του τόπου αλλά και οι ντόπιοι! Πραγματικά ξαφνιάστηκα.
Η Vitoria, πόλη ενός εκατομμυρίου τότε, είχε το ηπειρωτικό της κομμάτι και μπροστά της ένα σύμπλεγμα νησιών που ενώνονταν μεταξύ τους με γέφυρες. Το σπίτι μας είχε μπροστά του τη θάλασσα, η παλίρροια έβγαζε στην αυλή μας καβουράκια, ώσπου μπαζώθηκε!

Οι Έλληνες της Νότιας Αμερικής είναι πραγματικά “αμόλυντοι”, με την έννοια της μοναδικής τους έγνοιας για δύο πράγματα, τη δουλειά τους και την καταγωγή τους. Η γνώση τους για την Ελλάδα ήταν όμως πολύ μικρή και πολύ συγκεχυμένη, ήταν φανερό αυτό.

Αρχίζω να στήνω το σχολείο, (ήμουν ο πρώτος δάσκαλος της πόλης), και πέρα από τα Αγγλικά που γνώριζα, ξεκινώ να μαθαίνω πορτογαλικά. Και όχι μόνο να μαθαίνω εγώ, αλλά να φτιάχνω και μια μέθοδο εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας για τους μαθητές μου, δικής μου έμπνευσης.

Έφτιαξα 70 σελίδες χειρόγραφες, για να τις μοιράσω στα παιδιά. Καθώς οι ηλικίες των παιδιών ήταν διαφορετικές, πρότεινα να έρχονται τα παιδιά κατά ομάδες στο σχολείο, μαζί με τη Βραζιλιάνα μάνα τους, που θα μάθαινε κι αυτή ελληνικά. Οι περισσότερες το θέλανε, γιατί έρχονταν κάποια καλοκαίρια στην Ελλάδα. Βέβαια, αυτό σήμαινε διδασκαλία 24ωρου βάσεως για εμένα. Δεν με τρόμαζε όμως.

Κι εδώ πρέπει να σημειώσω για τους κατοίκους αυτής της όμορφης χώρας πως έχουμε πολλά κοινά. Ίσως γιατί και η Βραζιλία είναι ένα χωνευτήρι λαών, πολιτισμών και θρησκειών. Αυτό που μ’ εντυπωσίασε, και το θεωρώ σημαντικό, ήταν πως κάθε μία ράτσα σεβόταν την κουλτούρα της άλλης. Γινόταν η Γιορτή των Εθνών και συμμετείχαμε κι εμείς οι Έλληνες, βέβαια. Ενθουσίαζαν τους πάντες οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί.
Εκεί εκδίδετε και την πρώτη εφημερίδα στην ελληνική γλώσσα την Vitoria – Νίκη και δυο βιβλία στην πορτογαλική γλώσσα. Ποια ανάγκη σάς ωθεί στην ιδιαίτερη αυτή επαφή με τη γραφή, παράλληλα με το διδακτικό σας έργο;
Τον πρώτο καιρό εκεί σκέφτηκα την έκδοση μιας εφημερίδας. Ήδη μικρός στη Βέροια βοηθούσα στην εφημερίδα της πόλης ΛΑΟΣ και με γοήτευε πάντα ο τύπος. Το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε χωρίς καμιά φωτογραφία. Κόβαμε από ελληνικές εφημερίδες αποκόμματα, μεταφράζαμε και έβγαινε. Ο πατριώτης που με βοηθούσε στη μετάφραση ήταν ενθουσιασμένος. Τη στέλναμε σε Έλληνες, είχε ανταπόκριση. Οι απόδημοι ενθουσιάστηκαν κι εγώ βραβεύτηκα για την εφημερίδα παίρνοντας μάλιστα και ένα χρηματικό βραβείο από την Ελλάδα 35.000 δραχμών.

Κι ας πάμε στα βιβλία. Μ’ αυτές τις πρώτες σελίδες σε φωτοτυπίες, που ετοίμασα και στις οποίες ήδη αναφέρθηκα, ξεκίνησε και η ιδέα του πρώτου μου βιβλίου. Είδαν οι δύο Έλληνες πρόξενοι του Σαο Πάολο και του Ρίο τον τρόπο της δουλειάς μου και μου πρότειναν να γίνει ένα βιβλίο για την εκμάθηση της ελληνικής.
Ξεκινώ να δακτυλογραφώ δουλεύοντας όλη νύχτα, επιμένοντας και στην προφορά των λέξεων. Για καλή μου τύχη το εκδίδει η Shell, που υπεύθυνός της ήταν απόδημος Έλληνας που θαύμασε την πρωτοτυπία και τη λειτουργικότητα της δουλειάς μου και το μεράκι του ήταν να μάθει η Βραζιλιάνα γυναίκα του τα ελληνικά.
Γίνεται η παρουσίαση του βιβλίου στο Ρίο ντε Τζανέιρο με μεγάλη μάλιστα διαφήμιση. Ένας Παριανός πατριώτης μάλιστα εκεί, ο Βαζαίος, πλήρωσε για την έκδοση άλλων χιλίων βιβλίων. Τα δύο χιλιάδες βιβλία διατέθηκαν στις δέκα ελληνικές της κοινότητες της Βραζιλίας. Παρουσίαση και στο Σαο Πάολο, πόλη είκοσι εκατομμυρίων. Το βιβλίο πουλιόταν…

Το δεύτερο βιβλίο προέκυψε από μια ομιλία μου για την Ιστορία της Ελλάδας, που άρεσε τόσο πολύ που μου πρότειναν να πάρει τη μορφή βιβλίου, ώστε να δοθεί στα Ελληνόπουλα της Βραζιλίας. Κάθομαι και το δουλεύω. Καθώς όμως δεν υπήρχαν αντιστοιχίες όρων στα πορτογαλικά, όπως για τις λέξεις “Κλέφτες και Αρματολοί”, ή “Άλωση”, υπήρξαν δυσκολίες και εννοιολογικές. Το θέμα αντιμετωπίστηκε από Βραζιλιάνα Καθηγήτρια της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας εκεί, που πρότεινε να μπουν και αντίστοιχα λήμματα των λέξεων στο νέο λεξικό της βραζιλιάνικης γλώσσας που ετοιμαζόταν. Απίστευτη τύχη.
Τυπώνω το δεύτερο αυτό βιβλίο 80 σελίδων και το αγόραζαν κι αυτό Έλληνες, όχι μόνο γι’ αυτούς, αλλά και για να το χαρίσουν σε Βραζιλιάνους φίλους τους, προκειμένου να μάθουν την Ελληνική Ιστορία. Τόσο θαυμασμό έχουν οι Βραζιλιάνοι για εμάς τους Έλληνες!

Πριν από την απόσπαση στη Βραζιλία και κάποια άλλη ανάγκη γεννιέται ήδη από το 1982. Η ανάγκη για έρευνα, συλλογή και καταγραφή της ιστορίας και λαογραφίας των οικισμών της Ημαθίας. Πώς αυτή η δραστηριότητα μορφοποιείται στη συνέχεια με την επιστροφή στην Ελλάδα;
Το 1991 επιστρέφουμε στην Ελλάδα και τοποθετούμαι πια στη Βέροια. Η ανησυχία της έρευνας έχει, όμως , γεννηθεί τα πρώτα χρόνια της διδασκαλικής μου ζωής. Με ρώτησαν τότε γιατί ονομάστηκε το χωριό¨, όπου δίδασκα, “Κυψέλη, και άρχισα να ψάχνω Απευθύνθηκα σε ανθρώπους που ήξεραν κάτι, όπως ο πρόεδρος, αλλά και σε άλλους, όπως ένας βοσκός μιας καλύβας. Έτσι ξεκίνησε το… μικρόβιο.
Συγκέντρωνα τα στοιχεία και κάθε Σαββατοκύριακο πήγαινα σε άλλο χωριό για έρευνα. Ταυτόχρονα μελετούσα με βιβλία της Βιβλιοθήκης μας για τις τρεις πόλεις του Νομού, τη Βέροια, τη Νάουσα και την Αλεξάνδρεια.
Το ’91, εδώ στην Ελλάδα, ξαναρχίζω την έρευνα. Έχω υλικό πια για όλα τα χωριά και φυσικά μ’ ενδιαφέρει περισσότερο η Βέροια, γιατί ζω εδώ.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το απόσταγμα όλης αυτής της ερευνητικής πορείας, το βιβλίο σας “Η Βέροια χθες και σήμερα”, που κάλυψε ένα κενό στην ιστορία της πόλης, μετά το εμβληματικό έργο του Γιώργου Χιονίδη, το οποίο είναι σημαντικότατου βάρους, αλλά σταματά σε παλιότερη εποχή. Το βιβλίο σας αποτελεί σοβαρή δουλειά. Παράλληλα και η γλώσσα και το ύφος το κάνουν να απευθύνεται σε οποιονδήποτε, πολίτη ή όχι, που θέλει να γνωρίσει την ιστορία της Βέροιας, αλλά και το σημερινό της πρόσωπο. Γιατί αποφασίσατε να το γράψετε; Πόσο χρόνο χρειαστήκατε, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε στη γραφή του;
Και σαν δάσκαλος και σαν διευθυντής έβλεπα ότι υπάρχει ένα μεγάλο κενό σε ότι αφορά την βιβλιογραφία της Τοπικής Ιστορίας της Βέροιας. Κατά καιρούς λέγανε πόσο σημαντικό ήταν να διδαχτεί η Τοπική Ιστορία, αλλά τελικά δεν γινόταν τίποτα. Δηλαδή τα παιδιά αυτής της πόλης και δεν γνώριζαν αλλά και δεν διδάσκονταν για την πόλη τους. Και δεν την ήξεραν ούτε οι περισσότεροι γονείς, ούτε οι περισσότεροι δάσκαλοι. Ειδικά, αν ο δάσκαλος ήταν ξένος.
Υπήρχαν πληροφορίες για την πόλη αλλά διάσπαρτες σε έντυπα, έπρεπε να γίνει μια δουλειά συστηματική για τη συγκέντρωση και την αξιοποίησή τους. Έτσι γεννήθηκε η ανάγκη της γραφής του βιβλίου. Η συγγραφή του μου πήρε τρία ολόκληρα χρόνια. Το έγραφα μόνος με διαφορετικά χρώματα, τονίζοντας κάποια σημεία, με κύριο στόχο μου να είναι περιεκτικό αλλά και κατανοητό και σε μεγάλους και σε μικρούς. Πρόσεξα ιδιαίτερα και τη γλώσσα και το ύφος, αλλά και τις φωτογραφίες με τις οποίες το διάνθισα. Πήγαινα και έβγαζα φωτογραφίες πολλές φορές στο ίδιο αντικείμενο ή τοπίο, προσέχοντας τους διαφορετικούς φωτισμούς της ημέρας, ώστε να έχω το καλύτερο αποτέλεσμα.

Οι δυσκολίες σχετικά με την επιλογή των φωτογραφιών δεν ήταν πρωταρχικής σημασίας. Καταρχήν θα έπρεπε να καλύψω όλη την Ιστορία της Βέροιας, όλες τις περιόδους. Πολύτιμη ήταν για μένα, βέβαια, η υπάρχουσα βιβλιογραφία, την οποία και παραθέτω στο τέλος του βιβλίου. Δεν είναι, όμως, καθόλου εύκολο το εύρος που έχεις να αντιμετωπίσεις.
Επίσης, δεν θέλησα να είμαι αναλυτικός στα κεφάλαια της Σύγχρονης Ιστορίας, γιατί ζούνε ακόμα άνθρωποι ή απόγονοί τους, που έχουν σχέση με τα γεγονότα.

Για παράδειγμα, όμως, δεν μπορούσα να μην αναφέρω τη σφαγή που έγινε εδώ στην πόλη αθώων πολιτών από τους Πουλικούς, τα ονόματα των οποίων πιστεύω πως θα έπρεπε να αναφερθούν σε κάποιο μνημείο, έστω να υπάρχει κάποια επιγραφή, κάποια αναφορά. Τα συνταρακτικά γεγονότα, που την αλήθεια τους την παραδέχονται πολίτες όλων των αποχρώσεων, δεν πρέπει να ξεχνιούνται.
Η δουλειά μου, λοιπόν, είχε τη δυσκολία να συμπεριληφθούν στο βιβλίο όλα εκείνα τα διαφορετικά στοιχεία από πολλές πηγές και η γλώσσα του παράλληλα να συμπορευτεί σε αρμονία της απλής δημοτικής με τη λόγια γλώσσα κειμένων.
Φυσικά το βιβλίο πήρε την τελική του μορφή, με την εξαιρετική αισθητική που του προσέδωσε η έκδοσή του από τον Γεράσιμο Καλλιγά και τις εκδόσεις Super Course.

Είστε συνταξιούχος δάσκαλος εδώ και χρόνια, αλλά πέρα από τη γραφή του βιβλίου έχετε στήλη στον τοπικό τύπο με τον τίτλο “Βεροιώτικα – Λαογραφικά και Ιστορικά”, αλλά και γνωρίζετε την πόλη σε μαθητές συνοδεύοντάς τους εθελοντικά, σε συνεργασία με τις διευθύνσεις εκπαίδευσης. Γιατί πιστεύετε πως αυτό ειδικά, το να γνωρίσει ένα παιδί την πόλη του, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αναφοράς για το ίδιο;
Πιστεύω ότι για να αγαπήσεις και να μάθεις την Ελληνική Ιστορία, πρέπει να ξέρεις την Τοπική Ιστορία. Το τι έγινε στην Αγία Λαύρα φυσικά με ενδιαφέρει, αλλά πρέπει να ξέρω και τι έγινε στη Δοβρά. Ή τι συνέβη με τον Μακεδονικό Αγώνα, πέρα από τον πρωταγωνιστή της, τον Παύλο Μελά, στον οποίο γίνονται πολλές αναφορές. Και έχουμε στον τόπο μας πάνω από 300 Μακεδονομάχους, γιατί για μένα και ο ξυλουργός που κάρφωνε τις πλάβες στη λίμνη είναι Μακεδονομάχος, όπως και ο γιατρός που πήγαινε να αντιμετωπίσει την ελονοσία των αγωνιστών.

Επιπλέον η Βέροια ήταν κομβικό σημείο στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέρασαν από εδώ χιλιάδες ξένοι στρατιώτες και δεν τα ξέρουμε αυτά τα πράγματα. Αυτά τα πράγματα πρέπει να γραφούν και να τα ξέρουν τα παιδιά. Αν εμείς που έχουμε ακούσματα δεν ασχοληθούμε μ’ αυτά, ύστερα από λίγα χρόνια θα χαθούν.
Έτσι, το να συνοδεύω παιδιά και να τους μιλώ για την πόλη είναι ικανοποίηση αλλά περισσότερο, πιστεύω, χρέος.

Και δεν σταματάτε εκεί. Μετά τη συμμετοχή στην Φιλαρμονική Μπάντα του Δήμου στα νεανικά σας χρόνια, στον Προσκοπισμό ή στον Τουριστικό Όμιλο Βέροιας, δραστηριοποιείστε τώρα και στους “Ενεργούς Πολίτες” της Βέροιας, έναν σημαντικό πυρήνα δράσης, που νοιάζεται ουσιαστικά για την πόλη. Τι χαρακτηρίζει τους “Ενεργούς Πολίτες” και ποια είναι η επόμενη κίνηση τους μετά τη μάχη που έδωσαν για την Παλαιά Μητρόπολη;
Ας μη μιλάμε για μάχη, ας μιλάμε για πόλεμο. Αγωνιζόμαστε ακόμα για την Παλαιά Μητρόπολη. Αλλά πρόβλημα υπάρχει και με την κατασκευή του υπόγειου parking που θέλησε να το προσφέρει με τη μορφή δωρεάς στην πόλη ο Πρόεδρος των “Ενεργών Πολιτών”, ο Γεράσιμος Καλλιγάς, αναγνωρίζοντας την μεγάλη ανάγκη που έχουν οι πολίτες για εύρεση χώρου στάθμευσης.
Ποιοι είμαστε οι “Ενεργοί”; Είμαστε μια ομάδα ανήσυχων πολιτών, που προσπαθούμε να βρούμε λύσεις, ώστε να προσφέρουμε ό,τι καλύτερο στην πόλη μας.
Στην τελευταία μας συνεδρίαση μάς απασχόλησε ο προαστιακός, που θα θέλαμε για τη Βέροια, αλλα και το πρόβλημα της κυκλοφορίας μέσα στην πόλη είναι σημαντικότατο. Σαν ενεργοί πολίτες θα θέλαμε να λυθεί αυτό ειδικά το θέμα που βασανίζει τους πολίτες άμεσα. Συναντηθήκαμε και με την Τροχαία και με τον Δήμο, ζητώντας λύση, είναι πρόβλημα που το αντιμετωπίζουμε όλοι.

Αλλά εκφραζόμαστε και στον τομέα του Πολιτισμού. Θέλουμε να κάνουμε μια έκθεση για τα οθωμανικά μνημεία της πόλης. Επίσης, απαραίτητο είναι να γίνει μια πινακοθήκη Βεροιέων καλλιτεχνών, για να τους γνωρίσει ο κόσμος. Λέμε το όνομα του Θωμά Βαφείδη, αλλά πόσοι έχουν δει έργα του; Θα μπορούσε να γίνει μια έκθεση μόνιμη στα Οθωμανικά Λουτρά, ή στο Παλιό Δικαστήριο. Ειδικά για το παλιό Δικαστήριο είμαστε σε επικοινωνία με τον Δήμο. Θα θέλαμε το κτήριο αυτό να δώσει με τον κόσμο που θα το επισκέπτεται και κίνηση στην Πλατεία.
Θα την θέλαμε διαφορετική την Πλατεία. Το ηρώον δεν έχει πετύχει. Μπορεί να είναι έργο σημαντικού καλλιτέχνη, αλλά δεν εμπνέει. Και, βέβαια, εκείνο το περίφημο ρολόι, που υπόσχονται όλοι προεκλογικά να το κάνουν στην ομώνυμη Πλατεία, πού είναι; Πότε θα γίνει; Όλα αυτά μας απασχολούν.
Βέβαια, αναγνωρίζουμε ότι πανελληνίως τα οικονομικά των δήμων δεν πάνε καλά, θα μπορούσαν, όμως, να εκμεταλλευθούν τον ιδιωτικό παράγοντα.

Μπορεί να ξεκινήσαμε πριν 10 χρόνια με μπροστάρη τον γιατρό Πολυχρονιάδη τον αγώνα για την Παλαιά Μητρόπολη, που ακόμα μάς απασχολεί, αλλά μας απασχολούν και πολλά άλλα, που πρέπει να γίνουν.
Φυσικά υπάρχουν και άλλοι που δραστηριοποιούνται για την πόλη μας, όπως ο “Σύλλογος για τον ποταμό Τριπόταμο” ή η ” Κυριώτισσας Ουτοπία”. Και πρέπει να αναφέρονται αυτοί οι φορείς, αυτοί οι άνθρωποι που αγωνίζονται για την πόλη τους.
Εμείς που ξεκινήσαμε τους “Ενεργούς” θέλουμε να μπουν και νέοι άνθρωποι στον φορέα μας, φρέσκο αίμα, νέες ιδέες. Το αποζητάμε.

Τιμηθήκατε από την Αρχιεπισκοπή της Λατινικής Αμερικής, τον Δήμο Βέροιας και πολλούς πολιτιστικούς φορείς για την προσφορά σας. Πώς αντανακλούν αυτές οι τιμές στην ψυχολογία σας;
Ανεβάζουν τον πήχη πιο ψηλά. Νιώθω ότι, αφού με τιμούν για τις δραστηριότητές μου, πρέπει να συνεχίσω. Γιατί έχω κουράγιο να συνεχίσω; Το παίρνω από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι αλλά και από τις ξεναγήσεις μου με τα νέα παιδιά.
Πιστεύω πως εφόσον νιώθεις ακόμα χρήσιμος, παραμένεις νέος και δημιουργικός.

Ζήσατε την παλιά Βέροια στα παιδικά σας χρόνια, ζείτε τη σημερινή Βέροια τώρα. Τι χάθηκε στην πορεία του χρόνου και τι κερδήθηκε; Πώς την ονειρεύεστε για τη συνέχειά της; Κι ας μείνουμε έστω στο όνειρο ή στην ευχή… Ο χρόνος θα δείξει.
Σήμερα το σημαντικότερο που χάθηκε είναι οι σχέσεις των ανθρώπων. Παλιότερα έβγαινα στον δρόμο και χαιρετούσα εκατό ανθρώπους. Τώρα οι άνθρωποι κλείστηκαν στον εαυτό τους. Είναι εσωστρεφείς. Κλείστηκαν στα διαμερίσματά τους.
Κερδήθηκε μόνο η λειτουργικότητα των σπιτιών και χάθηκε μαζί με την ομορφιά της παλιάς Βέροιας, με τα διώροφα και τους κήπους τους και η ανθρώπινη επικοινωνία. Όσο για τους δρόμους, μπορεί να μη λασπώνουμε πια τα παπούτσια μας, μας ταλαιπωρεί, όμως, το κυκλοφοριακό! Η Τεχνολογία, με όλα τα καλά της, αφαίρεσε την ανθρώπινη επαφή.
Συμπέρασμα: Ποια πόλη ονειρευόμαστε; Αυτήν που οι “Ενεργοί Πολίτες” θα θέλανε να την κάνουν καλύτερη!

Φωτογραφίες: faretra.info – Αρχείο Μάκη Δημητράκη
………………..














































