Αν η νέα σειρά της ΕΡΤ ήταν μόνο εικόνα, θα μιλούσαμε χωρίς επιφυλάξεις για ένα πραγματικό επίτευγμα. Αλλά δεν είναι μόνο εικόνα, και εδώ αρχίζει η αμηχανία. Το σενάριο, παρά τις καλές προθέσεις, μοιάζει να μην εμπιστεύεται αρκετά ούτε το ίδιο το υλικό από το οποίο άντλησε την πλοκή του, ούτε τον θεατή.
Υπάρχουν σειρές που προτού καν προβληθούν αποκτούν βάρος δυσανάλογο του χρόνου τους στην οθόνη. Η «Μεγάλη Χίμαιρα» ανήκει ξεκάθαρα σε αυτή την κατηγορία. Οχι επειδή το ζήτησε η ίδια, αλλά επειδή έτσι παρουσιάστηκε, έτσι συζητήθηκε και έτσι φορτώθηκε με προσδοκίες. Διαφημίστηκε ως μια σειρά-τομή για την ελληνική τηλεόραση, ως η απόδειξη ότι μπορούμε κι εμείς, ως η μεγάλη μεταφορά ενός κλασικού λογοτεχνικού κειμένου με όρους που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε αποκλειστικό προνόμιο ξένων παραγωγών.
Η αλήθεια είναι πως, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα, η ίδια η ύπαρξη της σειράς αποτελεί ένα μικρό άλμα. Πρόκειται για μια παραγωγή που ωρίμαζε για χρόνια, που πέρασε από στάδια ανάπτυξης, αναθεωρήσεων και αναμονής, που απαίτησε χρόνο, χρήμα και επιμονή. Το γεγονός ότι ένα τόσο απαιτητικό μυθιστόρημα, με έντονη εσωτερικότητα και ψυχολογικό βάθος, έφτασε τελικά στην κρατική τηλεόραση με όρους υψηλής παραγωγής δεν είναι καθόλου αυτονόητο για τα ελληνικά δεδομένα. Και μόνο αυτό αρκεί για να αντιμετωπίσει κανείς τη σειρά με μια στοιχειώδη καλή διάθεση.
Παρακολουθώντας τα δύο πρώτα επεισόδια δεν μπορείς να αρνηθείς ότι σε επίπεδο εικόνας η «Μεγάλη Χίμαιρα» είναι ίσως η πιο άρτια ελληνική σειρά εποχής που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια. Η σκηνογραφία είναι εντυπωσιακή χωρίς να γίνεται επιδεικτική. Οι χώροι αναπνέουν εποχή, τα κοστούμια δεν μοιάζουν «φορεμένα για γύρισμα», η αίσθηση του παρελθόντος δεν προκύπτει από καρτ-ποστάλ, αλλά από υφή. Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα πού πήγαν τα χρήματα και γιατί το μεγάλο μπάτζετ δεν μοιάζει να σπαταλήθηκε. Δεν υπάρχουν τσιγκουνιές, δεν υπάρχουν προχειρότητες, δεν υπάρχει αυτή η γνώριμη ελληνική αίσθηση του «ας το καλύψουμε όπως μπορούμε».

Σε αυτό το επίπεδο, η σειρά δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αρκετές ξένες παραγωγές, και κάποιες τις ξεπερνά κιόλας. Οχι επειδή είναι πιο φανταχτερή, αλλά επειδή είναι πιο προσεγμένη, πιο συγκροτημένη οπτικά και πιο σίγουρη για τον κόσμο που κτίζει. Αν η «Μεγάλη Χίμαιρα» ήταν μόνο εικόνα, θα μιλούσαμε χωρίς επιφυλάξεις για ένα πραγματικό επίτευγμα. Αλλά δεν είναι μόνο εικόνα, και εδώ αρχίζει η αμηχανία.
Το σενάριο, παρά τις καλές προθέσεις, μοιάζει να μην εμπιστεύεται αρκετά ούτε το ίδιο το υλικό από το οποίο άντλησε την πλοκή του, ούτε τον θεατή. Η αφήγηση της ηρωίδας διατρέχει τα επεισόδια με έναν τόνο επίπεδο, σχεδόν υπνωτικό, που αντί να λειτουργεί ως εσωτερική ένταση καταλήγει συχνά σε ατονία. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ότι η ιστορία απλώς προχωράει επειδή πρέπει, όχι επειδή έχει εσωτερική αναγκαιότητα.
Οι σεξουαλικές σκηνές, από ένα σημείο και μετά λειτουργούν περισσότερο ως επανάληψη παρά ως δραματικό εργαλείο. Δεν προσθέτουν, δεν βαθαίνουν και δεν αποκαλύπτουν κάτι νέο. Απλώς επανέρχονται, μέχρι που αναπόφευκτα σκέφτεσαι «φτάνει πια, το καταλάβαμε». Αντί να εντείνουν το πάθος, το εξαντλούν.
Υπάρχουν επίσης επιλογές που μπορεί να εξυπηρετούν πρακτικές ή παραγωγικές ανάγκες, αλλά απομακρύνουν τη σειρά από τη λογοτεχνική της ρίζα. Η χρήση ιταλικών αντί για γαλλικά, της γλώσσας δηλαδή που στο βιβλίο έχει σαφή δραματουργική και κοινωνική σημασία, δεν είναι μια αθώα αλλαγή. Είναι μια μετάφραση πολιτισμική, όχι απλώς γλωσσική, και αλλάζει ανεπαίσθητα τον τόνο και την αίσθηση του κόσμου της ηρωίδας. Στο βιβλίο του Μ. Καραγάτση η Μαρίνα είναι Γαλλίδα, μια ξένη που έρχεται στην Ελλάδα του ’30 και παντρεύεται έλληνα εφοπλιστή.

Ολα αυτά δεν καθιστούν τη «Μεγάλη Χίμαιρα» κακή σειρά. Αντιθέτως, είναι σαφώς καλύτερη από τη συντριπτική πλειονότητα όσων έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στη μικρή οθόνη. Το πρόβλημα είναι ότι βλέπεις πόσο κοντά φτάνει στο να είναι πραγματικά μεγάλη και πόσο τελικά μένει λίγο πιο πίσω. Και αυτή η απόσταση, όσο μικρή κι αν είναι, γίνεται ενοχλητική.
Ως θεατής που έχει παρακολουθήσει πια εξαιρετικές ξένες σειρές, που έχει δει πώς μπορεί η τηλεοπτική αφήγηση να απογειώσει τη λογοτεχνία, δεν μπορείς να αγνοήσεις τις αστοχίες. Δεν τις συγχωρείς εύκολα, όχι από κακία, αλλά επειδή ξέρεις ότι εδώ υπήρχαν τα μέσα, ο χρόνος και το ταλέντο για κάτι ακόμη καλύτερο. Και κάπως έτσι, με πόνο ψυχής, καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι η «Μεγάλη Χίμαιρα» δεν είναι ακριβώς αυτό που περίμενες. Οι προσδοκίες ήταν μεγαλύτερες. Στην τελική, καλύτερα να διαβάσεις το βιβλίο από το να δεις τη σειρά. Εκεί είναι βέβαιο ότι θα απολαύσεις την ιστορία.











