"Κο, θέλου να μάθου τένις. Τι δεν καταλαβένς;" γράφει... η γκουστιρίτσα

----

«Κο, θέλου να μάθου τένις. Τι δεν καταλαβένς;»

Θα πάνου να μάθου τένις
τόρα που τν πιρνάου ζάχαρ'
θα γένου προυταθλίτρια
σι έφαγα, κο, Σάκαρ'!

Καλιέ μ', ι Σάκαρ'
καλίτιρ' απ’ τι μένα ίνι;
Άιντι, γιατί του τένις
άρχισ' να μη τ' δίνι.

Κο, Σάκαρι, σι ζίλιψα
καλιέ, τι τιχιρό ίνι αφτό;
Εεε, κι πια δε θέλ' να τάχ'
μι του Μιτσιουτάκ' τουν ιό;

Γιατί να τα χ' αφτί
μι του γιο του Μιτσιουτάκ';
Κ ιγό θα μάθου τένις
θα βάλου κι σουρτσάκ'.

Ιξάλου ιτούτου του πιχνίδ'
μι φένιτι ταξικό!
Θα φκιάσου κι τν αστικιά
να βρω κι γω γαμπρό!

Ιξουπλίσκα πλίρους
μι όλα τα τινιστικά
βρίκα κι προυπουνιτί
θα σι πιράσου Τσιτσιπά!

Μι τιρό απου δω, μι τιρό απού κει
μι βρίσκου ουριουπαθίς
Σάκαρ, γένι άφαντ'
βρες τρίπα να κριφτίς.

Ααχ! Μι του σουρτσάκι μ'
θα τρέχου στου λιουπίρ'
θα έβρου νιο κι πλούσιου
κι νόου κακουμίρ'!

Του έβαλα κι στόχου
να πάνου στου Λουράν Γκαρός
φαντάσ' να ιρουτιφτί ιμένα
τ’ Μιτσιουτάκ' ι γιος!

Ε, ρε χαρές κι γλέντια
π’ θα κάμ ι μπαμπά μ'
ίνι γλιεπς κι διξιός
αναντάμ κι παπαντάμ!

Σίμιρις θα αρχινίξου
του πρότου μου του μάθιμα
του νιόθου προκαταβουλικός
στου τένις έχου χάρισμα.

Κουβάλτσα τς ρακιτούλις μ'
πίρα κι τα μπαλάκια μ'
ίμι καθόλα έτιμ'
τριχάτι ποδαράκια μ'.

Κι αρχινό του ζέσταμα
τάχατις ίμ προυπουνιμέν'
κι όλου πιρδουκλιούμαν
τι νά 'κανα ι κατακαϊμέν';

Ικεί που προυπουνιούμαν
ικεί που τα ίχα φτίσ'
ου Μιτσιουτάκς ξαμουλιέτι
κο, άρτι αφιχθίς.

Κι απουμνίσκου ινιός
μ’ έφιγιν του τσαούλ
σα γλιέπου για προπόνισ'
αφτουπρουσόπους τουν κιρ – Κούλ.

Καλιέ, στου ίδιγου στάδιου
ίρθα δια να προυπουνιθό
κι εξ απιναντίας έχου
κουτζιάμ προυθυπουργό!

Ααχ! Καλιέ, τι ουρέα!
Ίρθιν ου πιθιρός μ'
κι μπαστακόθκιν ουδικί
ι τούτους ι σινιρμός μ'.

Ιφθίς ουρμό στ’ ρακέτα
σαν τ’ Σάκαρι, καλιέ
κι τνάζου μία του μπαλάκ'
χαντακόθκιν του φιλιέ!

Ξιτνάζου χέρια κι πουδάρια
δίθιν γνουρίζου τ’ άθλιμα
μα τίπουτις δε σκάμπαζα
κο, ίμαν για τ’ ανάθιμα...

Πιριπιτούσα κι τ' ρακέτα
ουσάν αϊρικό
γίρβα να ντιπουσιάσου
τουν εν δυνάμι πιθιρό.

Έφκιαξα κι κατακόριφου
κι ας ίμι κι βαρβάτ'
τουν έφκιανα τσαλίμια
για να του μπο στου μάτ'.

Ααα! Ρε, λιέου, πατέρα
πού 'σι κι δε μι γλιέπς
μια ζουί του παλίβις
μι διξιό να μι παντρέψς.

Ρίχνου κι ένα σπαγκάτου
για χάρι του Κιρ- Κούλ
μα προυσγιόθκα άτσαλα
μι πρίσκι του καπούλ...

Βρε, τι σπαγκάτου έκαμα
βρε, τι κατακορίφους
ικίνους δεν ιμάζουσι
του ιπιρουπτικό τ' του ίφους.

Λιέου, θα πάνου ίσια μπρουστά τ'
να φκιάσου προυϊκτάσις
μπας κι σιγκινιθί
απ’ τ’ σόματους τις στάσις.

Κι ντε κι ντε στριφουγιρνούσα
κι απδούσα σα του γμαρ'
μα ίτο αδιάφουρους
δεν έπιρνι χαμπάρ.

Μια όρα ,κο, ι καψιρί
μπρουστά τ' κατρακιλιούμαν
όσπου στου τέλους ένιουσα
μουνάχι μ' πως μ’ αλπιούμαν.

Βρε, τι τσαλίμια έκαμα
βρε, τι γιμναστικιές
σο λιέο ξιμισκιάσκα
κο, ίμι να μη κλιες.

Βρε, καλιέ μ, βρε χρισέ μ
για τίρα κατά δω
κο, έχου βάλ' στόχου
τουν θέλου πιθιρό!

Όμους, δεν τουν παραξιγό
μι φέντι σα χαμένους
μάλλουν τν Ιλλάδα σκέφτιτι
νουμίζου ι καϊμένους.

Ασχέτους αν ξιμισιάσκα
ιγώ απού τουν πόνου
μην ίταν αδιάφουρους
πιδίς δεν ίχα γόνου;

Μα, ιγώ, δεν ίμ «απόγουνους»
δεν ίμι απού τζακ'
πως να τουν σιγκινίσου
του δόλιου Μιτσιουτάκ';

Μι φένιτι ι γιος τ'
μι τ’ Σάκαρ τιριάζ'
γιατί όμιους στουν όμιου
σαν πιο πουλί πιλάζ'.

Κι έπνιξα τουν πόνου μ'
που δω πάνι κι άλλ'
κι μια χαρά τι βρίσκου\
καλιέ μ, κι μι του τάβλ'.

......................

 

Μ’ αγάπ' κι ικτίμισ'
ις όλα τα πιδιά
που μι κόπιασμα πουλί
ανιβένουνι αψλά!

Ι γκουστιρίτσα

Συντάκτης

Ειδήσεις με Διάρκεια