Βιβλίο Γράμματα & Τέχνες

Βιβλίο: Δημήτρης Χ. Σιδηρόπουλος “Η αυτοβιογραφία μου” / Ένα συγκινητικό προσωπικό πορτρέτο, καθρέφτης μιας γενιάς

Δεν συνηθίζεται οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι να γράφουν την αυτοβιογραφία τους, ή, αν το κάνουν, την αφήνουν χειρόγραφη στα παιδιά τους. Γιατί, λοιπόν, ο Δημήτρης Σιδηρόπουλος, ο Τάκης, όπως τον φωνάζουν οι δικοί του άνθρωποι, να το κάνει;

Το βιβλίο δεν είναι μια αυτοβιογραφία ενός ανθρώπου, είναι η αυτοβιογραφία μιας ολόκληρης γενιάς, που είδε τη ζωή της να αλέθεται στις μυλόπετρες της Ιστορίας της Ελλάδας από τον Α’ παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τη Μεταπολίτευση.

Ο συγγραφέας του βιβλίου, που γεννήθηκε το 1937, μπορεί να μην έζησε τα γεγονότα του Α’ Παγκοσμίου ούτε τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι γονείς του, όμως, που πρόσφυγες κατέφυγαν από το Καρς του Καυκάσου σε ένα μικρό χωριό του Κιλκίς, τη Μεταμόρφωση, πέρασαν τις οδυνηρές μνήμες τους στο μικρό παιδί, που ποτίστηκε βαθιά απ’ αυτές.

Και έρχεται ο Β΄Παγκόσμιος, η Κατοχή, η Αντίσταση, ο Εμφύλιος, οι διωγμοί, η Χούντα της 21ης Απριλίου και σμιλεύουν τον χαρακτήρα του και κάνουν τη φωνή του φωνή των πολλών.

Το βιβλίο, που γράφτηκε συμπυκνώνοντας σκέψεις και συναισθήματα μιας πολυτάραχης ζωής, έχει την ιδιαιτερότητα να το επιμελήθηκε η δεύτερη κόρη του, η Χριστίνα Σιδηροπούλου, η οποία γράφει χαρακτηριστικά στο εισαγωγικό σημείωμα:

“Μια τέτοια αυτοβιογραφία δεν θα μπορούσε  να είναι χαρούμενη και νοσταλγική, καθώς δεν αφηγείται την Belle Epoque, ούτε τα επιτεύγματα μιας ελίτ. Το τραύμα διαπερνάει τις σελίδες της από την αρχή ως το τέλος. Τραύμα κοινωνικό και προσωπικό και ίσως διαγενεακό… Τραύμα που σφυρηλάτησε συνειδήσεις και διαμόρφωσε μια ευαίσθητη ανθεκτικότητα.

Όχι, αυτή η αυτοβιογραφία δεν θα μπορούσε να είναι χαρούμενη. Είναι όμως πλούσια, τρυφερή, γεμάτη ανθρωπιά και ουμανισμό, σφύζει από ζωή κι από λαχτάρα για αγάπη, ειρήνη κοινωνική δικαιοσύνη και στα δικά μου μάτια είναι μοναδική.”

Αν, όμως, αφήσουμε την υποκειμενική ματιά της κόρης και καταφύγουμε στον επιστημονικό λόγο της Ιφιγένειας Βαμβακίδου, Καθηγήτριας Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας της Παιδαγωγικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, διαβάζουμε:

Μέσα από συγκεκριμένες μαρτυρίες και επεισόδια της διευρυμένης οικογενειακής και τοπικής ιστορίας με οξυδερκείς διαπιστώσεις, αλλά και συχνά αφοπλιστικά επιχειρήματα, εξυφαίνεται η ανθρώπινη μοίρα και η κατακερματισμένη συλλογική και ιστορική μνήμη, ο πολιτισμός και ο ψυχισμός μέρους του ελληνικού λαού, ένα “ομαδικό πορτρέτο” των χαμένων προσδοκιών, αλλά  και ένα επώδυνο “χρονικό των συναισθημάτων”.

Τσεχοσλοβακία 1964. Ο συγγραφέας, πρώτος δεξιά, με τους γονείς του και άλλους συγγενείς  

Και πρόκειται πραγματικά για ένα πορτρέτο όχι μόνο προσωπικό, αλλά και συλλογικό, ενός ανθρώπου που τον χαρακτηρίζει η καθαρή ματιά, ο ευθύς και εύστοχος λόγος, (ενώ πλησιάζει τα ενενήντα του), λόγος που μεταφέρει το παράπονο των αδικημένων αυτού του τόπου, που έτυχε να γεννηθούν  εκείνη την εποχή και να πάρουν θέση με τόλμη και αγώνες στην Ιστορία του.

Και μόνο η φράση του Ντοστογιέφσκι που χρησιμοποιεί ο ίδιος στον πρόλογό του

“Είναι καλύτερα να είσαι δυστυχισμένος και να γνωρίζεις τα χειρότερα παρά να είσαι ευτυχισμένος στον παράδεισο των ηλίθιων…”

κλείνει την όλη οπτική και φιλοσοφία του πάνω στα γεγονότα που έζησε. Επέλεξε να είναι με τους δυστυχισμένους, αυτούς με το όραμα ενός καλύτερου κόσμου κι ας ήταν η πηγή της δυστυχία τους.

Το βιβλίο, πέρα από την πρωτοπρόσωπη εξομολογητική γραφή, συνοδεύεται από πλήθος φωτογραφιών, (ο ίδιος ασχολήθηκε και με την φωτογραφία), και από πλήθος εγγράφων ή άρθρων, που κατά καιρούς έγραψε στον τύπο του Κιλκίς, την πρώτη πατρίδα του, (γιατί εδώ και πάρα πολλά χρόνια ζει στον Άγιο Γεώργιο Ημαθίας), και εκεί, σε φωτογραφίες που συμπεριλαμβάνουν πρόσωπα σε μεγάλη ακτίνα, πέρα από το στενό του περιβάλλον, φωτίζεται περισσότερο το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε. Όσο για τα άρθρα του αποδεικνύουν και την αγωνιστική του διάθεση αλλά και την ευστοχία της γραφής του.

1966. Με την αγαπημένη του Ελένη

Ποιος είναι όμως ο Δημήτρης Σιδηρόπουλος; Είναι ένα παιδί που έζησε την Κατοχή και την Αντίσταση πολύ μικρό, αλλά αφέθηκε στην πιο ευαίσθητη ηλικία του στη γιαγιά του,  που της οφείλει τα πάντα, καθώς οι γονείς του, μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού, αναγκάζονται καταδιωκόμενοι να περάσουν τα σύνορα.

Αυτό το τραύμα ο συγγραφέας δεν το ξεπέρασε ποτέ. Είναι μια επωδός αυτός ο λυγμός της στέρησης της μητρικής αγκαλιάς, που επανέρχεται ξανά και ξανά στην αφήγησή του, για να θυμίσει πως τέτοιες πληγές δεν γιατρεύονται ποτέ.

Παιδί πολιτικών προσφύγων ο ίδιος με έναν μικρότερο αδελφό που έχει υπό την προστασία του δεν μπορεί να επιβιώσει πουθενά, αφού για να δουλέψει οπουδήποτε χρειάζεται πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.

Ο διοικητής στον οποίο καταφεύγει, για να διαμαρτυρηθεί, του προτείνει να πουλά λαχεία στους δρόμους ή να παίζει ακορντεόν, (ήξερε από παιδί να παίζει), στις γωνιές των δρόμων! Εκεί δεν χρειαζόταν το… πολύτιμο πιστοποιητικό!

Φυσικά δεν μπορεί να ταξιδέψει και στην Τσεχοσλοβακία να δει τους γονείς του. Κι όταν μπορέσει επιτέλους να το κάνει, οι γονείς του, ο πατέρας και η μάνα είναι γι’ αυτόν δυο ξένοι. Δεν μπορεί να αρθρώσει καν τη λέξη “μάνα”. Πώς νιώθει αυτός; Πώς νιώθει εκείνη; Πόνος…

Το Πανεπιστήμιο της Πράγας τον δέχεται να σπουδάσει Νεότερη Ελληνική Φιλολογία. Ενεργός φοιτητής θαυμάζει τον τρόπο που οι χώρες αυτές αγκάλιασαν τους Έλληνες πρόσφυγες. Ένας άλλος, κυριολεκτικά, κόσμος…

Γυρίζοντας στην Ελλάδα για να παντρευτεί τη γυναίκα της ζωής του, η Χούντα που έρχεται του κλείνει το δρόμο για πίσω, για τις σπουδές του. Δεν μπορεί να επιστρέψει. Γεννιέται το πρώτο παιδί, ανέχεια, διώξεις. Οι ίδιοι που πήγαν κάποτε με τους Γερμανούς έχουν και πάλι το πρώτο χέρι.

Η μεταπολίτευση γεννά κάποιες ελπίδες όχι μόνο πολιτικές, αλλά και προσωπικές.

Με τις τρεις κόρες του στα 85α γενέθλιά του

Η ειλικρίνεια, η εντιμότητα και η ευστροφία που διαθέτει του δίνουν την ευκαιρία να ασχοληθεί με το εμπόριο και να πετύχει. Έρχονται καλύτερες μέρες. Όμως οι πληγές δεν κλείνουν και τα “γιατί”, τα αναπάντητα που τον σημάδεψαν δεν τελειώνουν, ούτε όταν επιστρέφει η τέφρα των γονιών του  στην Ελλάδα.

Με λόγο που ισορροπεί ανάμεσα στον ορθολογισμό και το συναίσθημα, με πλούτο εκφραστικό που σωρεύτηκε από τα αλλεπάλληλα διαβάσματά του, με σκέψη αναλυτική, ο συγγραφέας  του  βιβλίου κερδίζει τον αναγνώστη του από την αρχή.

Ιστορία, σίγουρα, όχι μόνο προσωπική. Πόσοι άλλοι, χιλιάδες ίσως, έζησαν τα ίδια ή ανάλογα γεγονότα; Το θέμα είναι ότι ο Δημήτρης Σιδηρόπουλος  ξέρει πώς να αφηγηθεί τα ίδια γεγονότα και να κάνει τη φωνή αυτής της γενιάς φωνή του.

………………..

* Στην πρώτη φωτογραφία τρίχρονο αγόρι με τη μητέρα του,  το 1940

…………………………………..

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ