Βιβλίο: Διονύσης Διαμαντόπουλος “Οι λέξεις που δεν χόρτασα” / Όταν το προσωπικό τραύμα ανατέμνει σε βάθος το συλλογικό
“…Μα κάποιος έγραψε / μ’ ένα καρφί στον τοίχο: / “Η αλήθεια γράφεται με αίμα / και δε σβήνει με σβηστήρι”
Γιάννης Ρίτσος
Συνταρακτικό βιβλίο, το βιβλίο του Διονύση Διαμαντόπουλου “Οι λέξεις που δεν χόρτασα”, εκδόσεις ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ, που κυκλοφόρησε πριν από τις γιορτές, σμίγοντας τη μυθιστορηματική γραφή με την έρευνα της Τοπικής Ιστορίας σ’ ένα πάντρεμα που συγκινεί, προβληματίζει και συνάμα φωτίζει με τον δικό του τρόπο μια ολόκληρη εποχή. Κατοχή και Εμφύλιος σ’ ένα τότε κεφαλοχώρι της Ημαθίας, τη Μελίκη, τόσο κοντά μας!
Το βιβλίο του συγγραφέα έχει τα χαρακτηριστικά της μυθιστορηματικής αφήγησης στο έπακρο, με τον σεβασμό στα πρόσωπα και τα γεγονότα που απαιτεί η Ιστορία και ειδικά η Τοπική Ιστορία, καθώς απόγονοι των προσώπων που βίωσαν τα γεγονότα ζουν ακόμα.
Ο συγγραφέας κουβαλά το προσωπικό τραύμα των παππούδων του, που τους έχασε στον Εμφύλιο, χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί για πολλά χρόνια τι είχαν απογίνει, με τη μάνα του να σφραγίζεται σ’ όλη της τη ζωή από τη στέρησή τους ανεξίτηλα. Κι αυτό περνάει πάντα σ’ ένα παιδί.
Το βιβλίο του χωρίζεται σε τρία μέρη με πρόλογο και επίλογο, που δεν συνηθίζονται στα μυθιστορήματα, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι απαραίτητα, καθώς ο εγγονός, τελειόφοιτος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, ψάχνει στη Σόφια τον Μάη του 1981 την αλήθεια.

Δεν του αρκεί το ταξίδι αυτό για να πλάσει τον μύθο αλλά και την αλήθεια του βιβλίου του. Και ενώ σ’ όλη τη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής του βασανίζεται για το πώς πρέπει να καταθέσει τη δική του φωνή στο δράμα εκείνης της εποχής, με πρωταγωνιστές τους δικούς του ανθρώπους, το 2017 με μια επίσκεψή του στη Βεργίνα, σ’ έναν παλιό αγωνιστή, ενενηντάχρονο τότε, κλείνει τον κύκλο μιας πολύχρονης και οδυνηρής έρευνας.
Και η έρευνα με επισκέψεις σε τόπους των Πιερίων, όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, με μελέτη εγγράφων και αφηγήσεις προσώπων καρποφόρησε, δίνοντας ένα βιβλίο που αφιερώνεται στη μητέρα του, που δε χόρτασε δυο πολύτιμες λέξεις τις λέξεις “πατέρας” και “μητέρα” και που δυστυχώς δεν έζησε για να διαβάσει το βιβλίο του.
Μια από τις ιδιαιτερότητες του βιβλίου είναι η παράθεση, πριν από κάθε κεφάλαιο, αποσπασμάτων ποιητικού λόγου, που μέσα στην πυκνότητά τους απηχούν και προοικονομούν την ουσία των γεγονότων που περιγράφονται στη συνέχεια. Παλαμάς, Βάρναλης, Αναγνωστάκης, Ρίτσος… μιλούν μέσα από την ποίηση για τα ανθρώπινα, και μετά έρχεται ο λόγος της πεζογραφίας και της Ιστορίας, για να επαληθεύσει τον σημαδιακό τους λόγο.
Γραφή απλή, που απευθύνεται στον καθένα, αφήγηση τριτοπρόσωπη. Έχεις την εντύπωση πως ο λόγος ρέει διαυγής, χωρίς προθέσεις εντυπωσιασμού του αναγνώστη, με έντονη τη διάθεση της αγάπης για τον πάσχοντα γενικά άνθρωπο.
Εκείνο, όμως, που πραγματικά εντυπωσιάζει είναι η δύναμη της περιγραφής των γεγονότων ή του ψυχισμού των προσώπων. Και ειδικά το πρώτο αποδίδεται με τέτοια δύναμη και ενάργεια, που θα μπορούσε να αποδοθεί και κινηματογραφικά, δίνοντας στο βιβλίο μια άλλη διάσταση.
Μπορεί να γράψει κανείς για τον Εμφύλιο αντικειμενικά; Μπορεί να κάνει το συλλογικό του τραύμα λιγότερο βαθύ; Είναι ένα ερώτημα αναπάντητο, καθώς έχει σφραγίσει όχι μόνο τις γενιές που το έζησαν αλλά και τις επόμενες. Όμως, όταν προσεγγίζει κανείς το ιστορικό γεγονός με τον σεβασμό για την αλήθεια και την αγάπη για τον άνθρωπο, που διακρίνουν τον συγγραφέα του βιβλίου, τότε ίσως υπάρχει κάποια ελπίδα…
Αν και ο συγγραφέας, ξέροντας πόσο δύσκολο είναι κάτι τέτοιο κλείνει το βιβλίο του με ένα σημείωμα γράφοντας:
“…Τα πιθανά λάθη, οι ακούσιες παραλείψεις και οι υποκειμενικές προσεγγίσεις ορισμένων γεγονότων σε ένα βιβλίο με ιστορικές και πολιτικές αναφορές είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον να αποφευχθούν. Στις περιπτώσεις αυτές η ευθύνη βαρύνει αποκλειστικά και μόνο τον συγγραφέα…”
………………














































