Άρθρα Ιστορία Πολιτική

Συμφωνία της Βάρκιζας: Μια χαμένη ευκαιρία εθνικής συμφιλίωσης ή ένα παιχνίδι γεωπολιτικών ισορροπιών; / γράφει ο Γιώργος Μακαρατζής

Για το ΕΑΜ, που είχε αναδειχθεί σε μαζικό κίνημα αντίστασης κατά την Κατοχή, η συμφωνία αποτέλεσε δύσκολο στρατηγικό δίλημμα. Η ηγεσία του αποδέχτηκε τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ με την προσδοκία ότι θα εξασφαλιζόταν πολιτική συμμετοχή και προστασία των αγωνιστών

Γιώργος Μακαρατζής*  

Η Συμφωνία της Βάρκιζας, που υπογράφτηκε σαν σήμερα στις 12 Φεβρουαρίου 1945, αποτελεί ένα από τα πιο καθοριστικά και αμφιλεγόμενα ορόσημα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Υπήρξε η απόπειρα θεσμικής εκτόνωσης της σύγκρουσης που κορυφώθηκε στα Δεκεμβριανά, αλλά ταυτόχρονα λειτούργησε ως προανάκρουσμα μιας νέας περιόδου πόλωσης. Η ιστορική της αποτίμηση παραμένει αντικείμενο έντονου διαλόγου, καθώς κάθε εμπλεκόμενη πλευρά -η ελληνική κυβέρνηση, το ΕΑΜ και οι Βρετανοί- προσέγγισε τη συμφωνία με διαφορετικές επιδιώξεις, φόβους και στρατηγικούς υπολογισμούς.

Από τη σκοπιά της ελληνικής κυβέρνησης, η Βάρκιζα παρουσιάστηκε ως αναγκαίο βήμα για την αποκατάσταση της κρατικής νομιμότητας και της δημόσιας τάξης σε μια χώρα εξαντλημένη από την Κατοχή. Η κυβέρνηση επεδίωκε την αποστράτευση των αντάρτικων δυνάμεων και την επανεγκαθίδρυση του κρατικού ελέγχου. Στο κυβερνητικό αφήγημα, η συμφωνία αποτελούσε συμβιβασμό που άνοιγε τον δρόμο για πολιτική ομαλότητα, εκλογές και δημοκρατική εξέλιξη. Ωστόσο, η κριτική που ασκήθηκε -τόσο τότε όσο και εκ των υστέρων- εστιάζει στην αδυναμία ή απροθυμία της κυβέρνησης να εγγυηθεί ισότιμη εφαρμογή των όρων. Η περίφημη αμνηστία «για πολιτικά εγκλήματα» συνοδεύτηκε από ασάφειες που επέτρεψαν διώξεις, ενώ η μεταπολεμική κρατική μηχανή κατηγορήθηκε ότι ανέχθηκε ή ενίσχυσε πρακτικές εκδικητικής βίας.

Για το ΕΑΜ, που είχε αναδειχθεί σε μαζικό κίνημα αντίστασης κατά την Κατοχή, η συμφωνία αποτέλεσε δύσκολο στρατηγικό δίλημμα. Η ηγεσία του αποδέχτηκε τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ με την προσδοκία ότι θα εξασφαλιζόταν πολιτική συμμετοχή και προστασία των αγωνιστών. Από αυτή τη σκοπιά, η Βάρκιζα εμφανίστηκε ως επιλογή πολιτικής μετάβασης από τον ένοπλο αγώνα στη θεσμική δράση. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της βάσης του κινήματος βίωσε τη συμφωνία ως αναγκαστική υποχώρηση που δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστικές εγγυήσεις. Η μεταγενέστερη εμπειρία διώξεων, κοινωνικού αποκλεισμού και βίας -η λεγόμενη «λευκή τρομοκρατία»- ερμηνεύτηκε από τους επικριτές ως απόδειξη ότι το ΕΑΜ αφοπλίστηκε χωρίς να διασφαλίσει ισότιμους όρους. Η εσωτερική αυτή αντίφαση συνέβαλε στην όξυνση της δυσπιστίας και στη ριζοσπαστικοποίηση μερίδας των οπαδών του.

Οι Βρετανοί, τέλος, προσέγγισαν τη Συμφωνία της Βάρκιζας μέσα από το πρίσμα της μεταπολεμικής γεωπολιτικής. Η Ελλάδα θεωρούνταν κρίσιμος κρίκος στη βρετανική σφαίρα επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο. Η βρετανική πολιτική στόχευε στη σταθεροποίηση μιας φιλοδυτικής κυβέρνησης και στον περιορισμό της επιρροής ενός κινήματος που το αντιλαμβανόταν ως φιλικό προς τον κομμουνισμό. Από αυτή την οπτική, η συμφωνία χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο αποτροπής μιας επαναστατικής εξέλιξης, για να περιορίσει την αυτονομία των ελληνικών πολιτικών εξελίξεων και να ενισχύσει την αίσθηση εξωτερικής επιβολής. Για πολλούς, η παρουσία των Βρετανών δεν υπήρξε ουδέτερη διαμεσολάβηση, αλλά ενεργός παράγοντας ισορροπίας υπέρ της μιας πλευράς, της κυβερνητικής.

Η αποτυχία της συμφωνίας να εδραιώσει αμοιβαία εμπιστοσύνη είχε βαθιές συνέπειες. Κοινωνικά, η πόλωση εντάθηκε: κοινότητες διχάστηκαν, ενώ η βία και ο φόβος καλλιέργησαν κλίμα ανασφάλειας που επηρέασε τις καθημερινές σχέσεις. Οικονομικά, η αστάθεια επιβράδυνε την ανασυγκρότηση μιας ήδη κατεστραμμένης χώρας, αποθαρρύνοντας επενδύσεις και διοχετεύοντας πόρους σε μη παραγωγικές και πολύπλευρα επιζήμιες συγκρούσεις. Πολιτικά, η δυσπιστία προς τους θεσμούς βάθυνε, οδηγώντας σε κλιμάκωση που θα κορυφωνόταν στον Εμφύλιο. Η Συμφωνία της Βάρκιζας, αντί να λειτουργήσει ως γέφυρα συμφιλίωσης, ανέδειξε τα όρια μιας ειρηνευτικής συμφωνίας χωρίς ισχυρούς μηχανισμούς εφαρμογής και κοινή πολιτική βούληση.

Η πολυπρισματική θεώρηση της Συμφωνίας της Βάρκιζας αναδεικνύει ότι δεν ήταν ούτε απλή πράξη εθνικής συμφιλίωσης ούτε μονοσήμαντη αθέτηση όρων. Αντίθετα, αποτέλεσε προϊόν συγκρουόμενων στρατηγικών σε ένα περιβάλλον βαθιάς καχυποψίας. Η αποτυχία οικοδόμησης αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αποτελεσματικών εγγυήσεων υπονόμευσε την εφαρμογή της. Σε τελική ανάλυση, η Βάρκιζα συμβολίζει το δύσκολο πέρασμα από την ένοπλη αντίσταση στη μεταπολεμική πολιτική τάξη – ένα πέρασμα που δεν ολοκληρώθηκε, αλλά άφησε ανοιχτές πληγές που θα επηρέαζαν δραματικά την πορεία της χώρας προς τον Εμφύλιο. Ως ιστορικό γεγονός, μας υπενθυμίζει ότι οι συμφωνίες ειρήνευσης απαιτούν όχι μόνο υπογραφές, αλλά και θεσμική βούληση, κοινωνική εμπιστοσύνη και ουσιαστικές εγγυήσεις εφαρμογής∙ ότι η μετάβαση από τη σύγκρουση στη δημοκρατική ομαλότητα απαιτεί όχι μόνο νομικές ρυθμίσεις αλλά και κοινωνική νομιμοποίηση. Αυτές οι απαιτήσεις, δυστυχώς, το 1945 αποδείχθηκαν ανεπαρκείς,.

*Γιώργος Μακαρατζής Δρ Διδακτικής της Ιστορίας

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ