Άρθρα Κοινωνία

Όταν το «καλό του παιδιού» γίνεται άλλοθι ενηλίκων: Τι μας διδάσκει η υπόθεση Κεφαλογιάννη – Μάτσα / γράφει η Ζωή Στραβοπόδη

Η δημόσια συζήτηση που άνοιξε με αφορμή τη δικαστική διαμάχη της Όλγας Κεφαλογιάννη με τον πρώην σύζυγό της για την επιμέλεια των παιδιών τους, ξεπέρασε γρήγορα τα όρια μιας οικογενειακής υπόθεσης

Ζωή Στραβοπόδη

Φορτίστηκε νομικά, πολιτικά και θεσμικά. Άλλοι μίλησαν για φωτογραφικές διατάξεις, άλλοι για κατάχρηση θεσμικής ισχύος, άλλοι για έναν νόμο που ξαναγράφτηκε με συγκεκριμένο αποδέκτη. Όλα αυτά συνιστούν σοβαρά ζητήματα και αξίζουν τη δική τους, ξεχωριστή συζήτηση.

Το ερώτημα όμως παραμένει: μέσα σε αυτή την πολυεπίπεδη σύγκρουση – οικογενειακή, πολιτική, νομική – υπάρχει πραγματικά χώρος να σκεφτούμε το παιδί έξω από τις ανάγκες, τις αγωνίες και τις διεκδικήσεις των ενηλίκων;

Γιατί όσο περισσότερα διακυβεύονται για τους μεγάλους – κύρος, εξουσία, πολιτική επιβίωση, ηθική δικαίωση – τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος το παιδί να πάψει να είναι πρόσωπο και να μετατραπεί σε άλλοθι.

Τα τελευταία χρόνια, ο νόμος γύρω από την επιμέλεια αλλάζει με σαφή κατεύθυνση: προς την ενίσχυση της θέσης του πατέρα, προς τη γονική ισοτιμία, προς τη διόρθωση μιας ιστορικής αδικίας, όπου πολλοί πατέρες βρέθηκαν αποκλεισμένοι ή περιορισμένοι σε δευτερεύοντα ρόλο. Πρόκειται για μια μετατόπιση όχι μόνο κατανοητή, αλλά σε πολλές περιπτώσεις απολύτως αναγκαία.

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν υπήρξε αδικία εις βάρος των πατέρων. Είναι πώς επιχειρείται η αποκατάστασή της – και με ποιο κόστος.

Στον δημόσιο λόγο, το παιδί παρουσιάζεται συχνά ως ο μεγάλος ωφελημένος αυτής της νέας πραγματικότητας: ως εκείνος που «χρειάζεται και τους δύο γονείς εξίσου», που ωφελείται από τη συμμετρική κατανομή χρόνου και τη μαθηματική ισότητα παρουσίας, που ευημερεί επειδή η ισότητα των ενηλίκων υποτίθεται ότι μεταφράζεται αυτόματα σε ψυχική του ισορροπία. Οι αποφάσεις για εναλλασσόμενη κατοικία συχνά παρουσιάζονται ως φυσική κατάληξη αυτής της πεποίθησης.

Η δική μου υποψία είναι διαφορετική. Η εναλλασσόμενη κατοικία δεν προέκυψε από μια ξαφνική κατανόηση της παιδικής ψυχής, αλλά από την κοινωνική ανάγκη απόδειξης ισότητας. Στη σύγχρονη κοινωνία συγκρούεται η παλιά μητρική παντοδυναμία με τις νέες τάσεις ισοτιμίας, διεκδίκησης και επαναπροσδιορισμού των ρόλων – τόσο από τους άντρες όσο και από τις γυναίκες.

Δεν είναι τυχαίο ότι τέτοιες ρυθμίσεις εμφανίζονται κυρίως σε συγκρουσιακά διαζύγια και όχι σε συναινετικά. Εκεί όπου οι γονείς μπορούν να συνεργαστούν, οι λύσεις βρίσκονται συνήθως πιο ευέλικτα. Εκεί όπου η σύγκρουση κυριαρχεί, το παιδί συχνά χρησιμοποιείται ως εργαλείο: άλλοτε ως προσωπικό τρόπαιο δικαίωσης και άλλοτε ως κοινωνικό σύμβολο προόδου.

 

Η κλινική μου εμπειρία δείχνει ότι στη σύγχρονη συζήτηση για την επιμέλεια, ο πραγματικός άξονας δεν είναι η ψυχοσύνθεση του παιδιού, αλλά ένας υπόγειος και συχνά άρρητος πόλεμος των φύλων. Το παιδί καλείται να αντέξει, να προσαρμοστεί, να μοιραστεί – όχι επειδή αυτό του κάνει καλό, αλλά επειδή έτσι «κλείνει» μια σύγκρουση που οι ενήλικες δεν κατάφεραν να επεξεργαστούν.

Τι σημαίνει αυτό για τα παιδιά στην πράξη; Σε περιπτώσεις διαρκούς εναλλαγής στέγης και απόλυτου ισομερισμού του χρόνου, βλέπουμε συχνά παιδιά υπερ-προσαρμοστικά. Παιδιά που μαθαίνουν να μη διαλέγουν για να μη πληγώσουν. Παιδιά που ωριμάζουν πρόωρα, αναλαμβάνοντας σιωπηρά την ευθύνη να κρατήσουν τις ισορροπίες, για να μη διαλυθεί ο κόσμος των μεγάλων.

Ο νόμος, φυσικά, χρειάζεται καθαρούς κανόνες. Δεν μπορεί να χωρέσει όλες τις αποχρώσεις της ψυχικής πραγματικότητας. Το πρόβλημα ξεκινά όταν ξεχνάμε αυτόν τον περιορισμό και μετατρέπουμε το νομικό πλαίσιο σε ηθική βεβαιότητα. Όταν πιστεύουμε ότι η θεσμική ισότητα των γονέων συνεπάγεται αυτομάτως και το ψυχικό όφελος του παιδιού. Δεν συνεπάγεται. Όχι πάντα. Όχι σε κάθε οικογένεια. Όχι σε κάθε ηλικία.

Αυτό δεν είναι επιχείρημα υπέρ της μητρικής παντοδυναμίας. Ούτε επιχείρημα κατά των πατέρων. Σε πολλές οικογένειες σήμερα, οι πατέρες είναι οι πιο σταθεροί και επαρκείς φροντιστές. Το ζητούμενο δεν είναι το φύλο του γονέα, αλλά η σταθερότητα, η ρουτίνα και η συναισθηματική διαθεσιμότητα που μπορεί να προσφέρει.

Ναι στη συνεπιμέλεια. Ναι στον ενεργό ρόλο και των δύο γονιών. Αλλά τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη να μοιράζονται στα δύο. Έχουν ανάγκη από λύσεις που λαμβάνουν υπόψη τις δικές τους αντοχές, όχι τις ακαμψίες των ενηλίκων.

Ίσως, τελικά, το πιο έντιμο ερώτημα είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να δεχτούμε ότι το παιδί δεν είναι σύμβολο ισότητας ούτε τρόπαιο δικαίωσης. Είναι ένα ψυχικό υποκείμενο που χρειάζεται λιγότερες βεβαιότητες και περισσότερη σκέψη. Και ότι όσο περισσότερα διακυβεύονται για τους μεγάλους, τόσο μεγαλύτερη ευθύνη έχουμε να μην μετατρέψουμε τα παιδιά σε αφορμή για να λύσουμε όσα δεν αντέχουμε να αντιμετωπίσουμε ως κοινωνία.

protothema 

…………………

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ