Κρίσεις και απόψεις για το βιβλίο του Δημήτρη Σιδηρόπουλου «Η αυτοβιογραφία μου» / γράφει ο Στέργιος Αποστόλου
Από τις εκδόσεις ΔΙΣΙΓΜΑ κυκλοφόρησε το 2025 το βιβλίο του Δημήτρη Σιδηρόπουλου με τίτλο «Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ».
Στέργιος Σπυρ. Αποστόλου
Ιστορικός ερευνητής – συγγραφέας
Νάουσα
Πρόκειται για μία καθ’ όλα εντυπωσιακή έκδοση η οποία, πέραν των αυτοβιογραφικών στοιχείων του συγγραφέα, περιλαμβάνει και ένα πλούσιο, έγχρωμο κυρίως, φωτογραφικό υλικό, προϊόν των φωτογραφικών γνώσεων του ίδιου του συγγραφέα. Κάλλιστα θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς αυτή την έκδοση σαν μια αυτοβιογραφική εξιστόριση κατάλληλα εμπλουτισμένη με ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας φωτογραφίες, τουτέστιν σαν «ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΛΕΥΚΩΜΑ».
Ο χρόνος μέσα στον οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα τα οποία σημάδεψαν καθοριστικά τη ζωή του συγγραφέα είναι η περίοδος της Λευκής Τρομοκρατίας και του Εμφυλίου πολέμου, καθώς και οι πρώτες μετεμφυλιακές χρονικές περίοδοι. Πριν από την κύρια ύλη του βιβλίου προηγείται η εισαγωγή της επιμελήτριάς του Χριστίνας Σιδηροπούλου και εκτεταμένος πρόλογος της Ιφιγένειας Βαμβακίδου, καθηγήτριας Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στην Παιδαγωγική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Οι γονείς του συγγραφέα που είχαν ενστερνισθεί όχι μόνο τα ιδανικά της αντίστασης κατά των κατακτητών για την απελευθέρωση της χώρας, αλλά και το όραμα μιας μεταπολεμικής κοινωνίας απαλλαγμένης από την εκμετάλλευση των λαϊκών μαζών από τους πλουτοκρατικούς κύκλους, ευθύς εξ αρχής τάχθηκαν με την ΕΑΜική εθνική αντίσταση, στην οποία τάχθηκε και η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Από ασυγχώρητα λάθη, καθοριστικά όμως για την περαιτέρω αρνητική εξέλιξη των αγώνων του ελληνικού λαού, η ΕΑΜική ηγεσία έπεσε στην καλοστημένη από τους Άγγλους παγίδα, ιδιαίτερα από τον Τσώρτσιλ και υπέγραψε τις κατάπτυστες Συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και ιδιαίτερα της Βάρκιζας, που υπήρξε το «κύκνειο άσμα» του λαϊκού κινήματος. Σημειώνω ότι κατά την ημέρα της υπογραφής της Συμφωνίας της Βάρκιζας την 12η Φεβρουαρίου 1945 το ΕΑΜικό αντιστασιακό – λαϊκό κίνημα διέθετε τις παρακάτω δυνάμεις σε όλο τον ελλαδικό χώρο, αρκετές για να επιβάλει την κυριαρχία του:
— 75.535 εμπειροπόλεμοι άνδρες του Μονίμου Ε.Λ.Α.Σ.
— 50.000 του Εφεδρικού Ε.Λ.Α.Σ (οι περισσότεροι εμπειροπόλεμοι).
— 6.000 άνδρες της Εθνικής Πολιτοφυλακής.
— 30.000 ΕΠΟΝίτες οπλίτες των Υποδειγματικών Διμοιριών του Ε.Λ.Α.Σ.
———–
— 161.535 Γενικό σύνολο ενόπλων ΕΑΜικών δυνάμεων.
———–
Επί πλέον σε όλη την Ελλάδα το Ε.Α.Μ είχε 1.600.000 μέλη, το Κ.Κ.Ε 400.00 μέλη, η Ε.Π.Ο.Ν 570.000 μέλη (600.000 με τα ένοπλα μέλη της) και πέραν αυτών πρέπει να συνυπολογιστούν και τα χιλιάδες μέλη της Εθνικής Αλληλεγγύης (Ε.Α) και του Εργατικού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (Ε.Ε.Α.Μ) που είχαν ενταχθεί στο Ε.Α.Μ.
Όλη αυτή η τεράστια πολεμική και πολιτική μηχανή του Ε.Α.Μ που δημιουργήθηκε με αίμα και θυσίες του ελληνικού λαού, ξαφνικά οδηγήθηκε στον τάφο και σκεπάστηκε με βαριά ταφόπλακα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες και κάτω από καθεστώς αφόρητων διώξεων, ο πατέρας του συγγραφέα Χριστόφορος Σιδηρόπουλος, κάτοικος του χωριού Μεταμόρφωση Κιλκίς, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας κατέφυγε στο βουνό. Τον ακολούθησε και η γυναίκα του, μητέρα του συγγραφέα, Σοφία Σιδηροπούλου. Τον γιο τους Δημήτριο, συγγραφέα του βιβλίου, τον πήραν υπό την προστασία τους ο παππούς του Ιγνάτιος και η γιαγιά του Δόμνα. Ο συγγραφέας, εν είδει παραπόνου, σημειώνει ότι:
«Πριν όμως χαρούμε την απολαυστική παρουσία της μάνας μας ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος… Και τότε έκανε το μεγάλο λάθος η μάνα μας, δεν λειτούργησε σωστά το μητρικό της ένστικτο και ακολούθησε τον πατέρα μας στα βουνά, εγκαταλείποντάς μας εθελοντικά πλέον, στα χέρια των γονιών της. Επιλογή πέρα για πέρα λανθασμένη την οποία πλήρωσε πολύ ακριβά και η ίδια, αλλά κι εμείς τα παιδιά της που δεν φταίγαμε σε τίποτα». Και επί πλέον ότι:
«Μεγάλωσε χωρίς γονείς, με την αγάπη και τη φροντίδα της γιαγιάς και του παππού, που σε τίποτα δεν συγκρίνονται με την τρυφερή αγκαλιά της μάνας και αυτό μόνο, όσοι το στερήθηκαν σε τέτοια ηλικία μπορούν να το καταλάβουν».

Στο σημείο αυτό γεννάται ένα καίριο ερώτημα: Γιατί το μητρικό ένστικτο καλύφτηκε από το ιδεολογικό όραμα για μια μελλοντική αταξική κοινωνία; Τα γεγονότα και τα συμβάντα κατά τον Εμφύλιο πόλεμο θα πρέπει να τα κρίνουμε από τις τότε κρατούσες συνθήκες στις οποίες πρέπει να αναχθούμε και όχι από τη σημερινή σκοπιά. Στην περίπτωση αυτή είναι άξιο ιδιαίτερης μελέτης το φαινόμενο που στην πάλη μεταξύ μητρικού ενστίκτου (που είναι εγγενές) και ενός ιδεολογικού οράματος, υπερίσχυσε το τελευταίο. Γνωρίζω προσωπικά παρόμοια περίπτωση συγγενικού μου ζεύγους στη Νάουσα που άφησε το μικρό παιδί του στην φροντίδα των γονέων της μάνας και έφυγε στο βουνό.
Ο Δημήτρης Σιδηρόπουλος, ο συγγραφέας του βιβλίου, μεγαλώνοντας θα αναδειχθεί σε έναν με ιδιαίτερες δεξιότητες επιμελή μαθητή και ερασιτέχνη ακορντεονίστα, ιδιότητες που θα συντελέσουν στην άνοδο του πνευματικού και πολιτιστικού του επιπέδου. Όταν θα κληθεί να υπηρετήσει στον στρατό, αυτές του οι ιδιότητες θα εκτιμηθούν δεόντως από ανώτατα στρατιωτικά στελέχη, με αποτέλεσμα όταν απολυθεί το 1960 η στρατιωτική του θητεία να του αφήσει καλές αναμνήσεις.
Πολίτης ων, υπέβαλε δύο φορές αίτηση για την έκδοση διαβατηρίου για να φύγει μετανάστης στη Γερμανία. Οι αιτήσεις απορρίφτηκαν λόγω των κοινωνικών φρονημάτων του. Κατόπιν τούτου αποφάσισε να φύγει στους γονείς του στην Τσεχοσλοβακία. Με τη βοήθεια του βουλευτή Δημοσθένη Παπαδόπουλου κατάφερε να βγάλει τελικά διαβατήριο. Στην Πράγα τον υποδέχτηκε ο αδελφός του Γιώργος με τον οποίο πήγαν στους γονείς τους που κατοικούσαν 100 χιλιόμετρα βόρεια της Πράγας. Ιδού πώς περιγράφει ο συγγραφέας τη συνάντησή του με τους γονείς του:
«Ήταν πολύ συγκινητική η συνάντηση με τους γονείς μου, που μας περίμεναν στον σταθμό των λεωφορείων της πόλης και ακόμα πιο συγκινητικές και δύσκολες οι πρώτες μέρες, όταν δεν μπορούσαν να βγουν από το στόμα μου οι λέξεις «μαμά» και «μπαμπά» γιατί μεγάλωσα χωρίς αυτές τις λέξεις και δεν μπορούσα να τις πω παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειές μου και τα κλάματα της μάνας μου. Κλεινόμουν στον εαυτό μου και στο δωμάτιό μου μετανοιωμένος για την απόφασή μου εκείνη να πάω στους γονείς μου, ώσπου μια μέρα βλέποντάς με να υποφέρω μου είπε η μαμά μου με κλάματα και πόνο ψυχής «δεν φταις, εσύ παιδί μου, οι πόλεμοι φταίνε που μας χώρισαν και δεν έχεις δεσμούς μαζί μας και αν είναι να υποφέρεις και να βασανίζεσαι τόσο πολύ, θα σφίξω την καρδιά μου και θα σού προτείνω να επιστρέψεις στην Ελλάδα, αλλά κι εκεί πώς και τι θα κάνεις για να ζήσεις χωρίς ηθική και οικονομική υποστήριξη και συμπαράσταση από πουθενά κι από κανέναν;»

Εντωμεταξύ, κάποιος πρώτος εξάδελφος του πατέρα του που διέμενε στην Τσεχοσλοβακία, του πρότεινε να μην επιστρέψει στην Ελλάδα και να προετοιμαστεί για ανώτερες σπουδές στην Πράγα. Ο συγγραφέας δέχτηκε και ύστερα από κάποια εντατικά μαθήματα στη γλώσσα αυτής της χώρας, αναχώρησε για την Πράγα. Μετά από εξετάσεις πέρασε στη Φιλοσοφική Σχολή του πανεπιστημίου αυτής της πόλης. Δέχτηκε πρόταση και έγινε μέλος του Συλλόγου των Ελληνοκύπριων φοιτητών της Πράγας. Έκανε πολλές ομιλίες επάνω σε διάφορα θέματα και ανέπτυξε και άλλες πολιτιστικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα να παρακολουθεί συστηματικά τη δράση του η Ελληνική Πρεσβεία στην Πράγα.
Αποφάσισε να επανέλθει στην Ελλάδα για να παντρευτεί την κοπέλα με την οποία είχε δεσμό. Επιστρέφοντας σιδηροδρομικώς, μόλις έφτασε στην Ειδομένη κατασχέθηκε το διαβατήριό του. Η Ασφάλεια Κιλκίς του είπε ότι αρμόδιο για την επιστροφή του διαβατηρίου ήταν το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως. Πήγε στην Αθήνα και ζήτησε ακρόαση από τον υπουργό αλλά δεν έγινε δεκτός. Ο υφιστάμενός του του είπε ότι δεν συμφέρει νέοι από την Ελλάδα να σπουδάζουν σε κομμουνιστικές χώρες. Τον Οκτώβριο του 1966 παντρεύτηκε ευρισκόμενος σε άθλια οικονομική κατάσταση, ενώ παράλληλα περίμενε να του επιστραφεί το διαβατήριο. Το 1967 τον πρόλαβε η Χούντα της 21ης Απριλίου. Κατόπιν του-του, πείστηκε απόλυτα ότι δεν επρόκειτο να του επιτρέψουν να συνεχίσει τις σπουδές του στην Πράγα. Τα πρώτα χρόνια του γάμου του ήταν πολύ δύσκολα, με άθλιες οικονομικές δυνατότητες, που δεν θα μπορούσε να τις ξεπεράσει αν δεν είχε στο πλάι του τη γυναίκα του Ελένη, η οποία, όπως σημειώνει ο ίδιος, τον συμπαραστάθηκε «με απέραντη αγάπη, υπομονή, κατανόηση και καρτερικότητα».
Τον Σεπτέμβριο του 1967 γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί, η Σοφία. Οι οικονομικές δυσκολίες επηρέαζαν τη διατροφή και το μεγάλωμα της Σοφίας, γιατί κάθε φορά που έβρισκε κάποια δουλειά επενέβαινε η Ασφάλεια στον εργοδότη του για να τον διώξει και να προσλάβει κάποιον δικό τους «εθνικόφρονα». Προσπάθησε να κάνει διάφορες άλλες δουλειές για την αντιμετώπιση των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του αλλά κάθε φορά αντιμετώπιζε τη φασιστική πρακτική του καθεστώτος που διέκρινε τους Έλληνες σε «εθνικόφρονες» και σε «ΕΑΜοβούλγαρους και μιάσματα». Με υπόδειξη ενός λογιστή αριστερών φρονημάτων πήγε στην Εφορία και υπέβαλε αίτηση άσκησης επιτηδεύματος ως ανεξάρτητος μεταπράτης πουλώντας χονδρικά και λιανικά εμπορεύματα άλλων.
Κατόπιν τούτου, όπως σημειώνει ο ίδιος:
«Οι πωλήσεις πήγαιναν καλά και αυξάνονταν μέρα τη μέρα, από συγγενείς, γνωστούς και φίλους και προπαντός από τακτοποιημένους οικονομικά αριστερούς γιατρούς και δικηγόρους, που από συντροφική αλληλεγγύη ο ένας με έστελνε στον άλλο και μου έδιναν θάρρος λέγοντάς μου:
«Μη φοβάσαι, εδώ είμαστε, δεν θα σε αφήσουμε να πεινάσεις». Και πράγματι, δεν με άφησαν και τους χρωστώ όλους ευγνωμοσύνη».
Τον Οκτώβριο του 1969 γεννήθηκε και το δεύτερο παιδί τους, η Χριστίνα, σε περίοδο που μπορούσαν να αντιμετωπίζουν με σχετική άνεση όλα τα οικογενειακά οικονομικά προβλήματα. Τον Φεβρουάριο του 1976 γεννήθηκε και το τρίτο παιδί τους, η Ελένη. Σημειωτέον ότι μετά τη δικτατορία της 21ης Απριλίου έφερε τον πατέρα του και τη μάνα του από την Τσεχοσλοβακία με άδεια λίγων μηνών και με μόνιμο επαναπατρισμό τον αδελφό του Γιώργο. Το 1972 πήρε γράμμα από τον πατέρα του από την Τσεχοσλοβακία ο οποίος του γνώριζε ότι ήταν σοβαρά άρρωστος και ότι ήθελε να τους δει μαζί με τα εγγόνια του πριν πεθάνει. Επειδή για λόγους φρονημάτων δεν επέτρεψαν στον ίδιο να πάει, με κάποιο έντεχνο τρόπο πήγε μόνο η γυναίκα του και τα παιδιά τους. Μετά από ένα μήνα παραμονής τους εκεί επέστρεψαν πάλι στην Ελλάδα.
Μετά την πτώση το 1974 της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, ο συγγραφέας άρχισε να δραστηριοποιείται πιο εντατικά στο εμπόριο με συνεχή βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης. Οικονομικά πλέον τακτοποιημένος αγόρασε το 1980 ένα χωράφι στον Άγιο Γεώργιο Βέροιας που το φύτεψε με ροδακινιές καθώς και ένα οικόπεδο τριών στρεμμάτων στο οποίο έχτισε ένα όμορφο σπίτι. Τον Μάιο του 2001 ο συγγραφέας ταξίδεψε αεροπορικώς στην Τσεχία γιατί η μάνα του ήταν σοβαρά άρρωστη. Έμεινε 18 μέρες μαζί της. Όπως γράφει, η μάνα του παραδέχτηκε και ομολόγησε για πρώτη φορά τα λάθη της λέγοντας επί λέξει:
«Στη ζωή μου φάνηκα πολύ καλή και αφοσιωμένη σύζυγος, αλλά καθόλου καλή μάνα». Κλαίγοντας μου ζήτησε συγνώμη που με αδίκησε και τα φόρτωσε όλα στον πατέρα μου που την παρέσυρε με την υπερβολική αφοσίωσή του στα πολιτικά του «πιστεύω».

Η κηδεία της μητέρας του, που πέθανε μετά από την επιστροφή του συγγραφέα στην Ελλάδα, έγινε την στις 29 Ιουνίου 2001. Με πρωτοβουλία του αδελφού του Γιώργου οι τέφρες των γονέων τους μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και τράφηκαν μαζί. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζει και το κείμενο της παρακαταθήκης που αφήνει στις κόρες του ο συγγραφέας στο οποίο, μεταξύ των άλλων, γράφει:
«Μου αρκεί από εδώ και πέρα, στο υπόλοιπο της ζωής μου, η σταθερή ψήφος μου στη μαρξιστική θεωρία γιατί πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω πως μόνο σε μια κοινωνία χωρίς ταξικές διαφορές και διακρίσεις εξασφαλίζεται η κοινωνική ευρυθμία μέσα στην οποία αναπτύσσεται η κοινωνική ισότητα και ένας πλούσιος ουμανισμός που εξυμνεί τον άνθρωπο και τον καθιστά αντάξιο του ονόματός του και της αποστολής του. Και ακριβώς η έλλειψη μιας τέτοιας κοινωνίας μας οδήγησε στο σημερινό τέλμα της ανάλγητης και αλλοπρόσαλλης εποχής μας. Αυτή είναι η τελευταία πολιτική μου τοποθέτηση και η πολιτική μου διαθήκη στα παιδιά μου, το πολυτιμότερο απόκτημα της ζωής μου … Επιθυμώ και προτείνω να είστε πάντα στον πραγματικό αριστερό μαρξιστικό χώρο, αλλά ποτέ σε βάρος της προσωπικής, οικογενειακής και επιστημονικής σας σταδιοδρομίας…. »
Συμμερίζομαι απόλυτα τη γνώμη αλλά και την αγανάκτηση του συγγραφέα για τον Μιχαήλ Γκορμπατζόφ, πρόεδρο και γενικό γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (Κ.Κ.Σ.Ε), για τις κατάπτυστες δηλώ-σεις στις οποίες προέβη κατά τη διάρκεια σεμιναρίου του αμερικανικού πανεπιστημίου της Τουρκίας, σύμφωνα με τις οποίες φέρεται να έχει πει:
«Στόχος ολόκληρης της ζωής μου ήταν η εξολόθρευση του κομμουνισμού, αυτής της ανυπόφορης δικτατορίας κατά των ανθρώπων», καθώς και ότι:
«Υπάρχει στον κόσμο ακόμα μια δύναμη που θα μας εμποδίσει να προχωρήσουμε προς την ειρήνη και εννοώ τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας».
Όντως, αυτός ο κολοσσός που ονομαζόταν Σοβιετική Ένωση, με τα τεράστια επιτεύγματα σε όλους τους τομείς κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό και επιστημονικό, κατέπεσε σαν χάρτινος πύργος εκ των έσω, χωρίς ούτε μια σφαίρα να πέσει στο έδαφός της, αρχής γενομένης από την περίοδο της διακυβέρνησής της από τον Κρούστσεφ και εντεύθεν με κάποια φωτεινή εξαίρεση τον Μπρέζνιεφ. Μερικά φαινόμενα διαφθοράς ανώτερων και ανώτατων στελεχών του Κ.Κ.Σ.Ε δεν μπορούν να αποτελέσουν τον κανόνα αλλά την εξαίρεση, ούτε το εφαλτήριο για μια συστηματική εκστρατεία κατά του μαρξιστικού καθεστώτος της Ε.Σ.Σ.Δ., με εντυπωσιακά επιτεύγματα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα από την ανάρρησή του στην εξουσία, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των καταστροφών τις οποίες επέφερε σ’ αυτήν ο Δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος.
Στην περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης οι εμφανισθείσες αρρυθμίες και αρνητικές κοινωνικές καταστάσεις στους κόλπους της, κατά την άποψή μου, οφείλονται σε κακώς εφαρμοσθέντα μαρξιστικά μοντέλα και όχι στο ανέφικτο της εφαρμογής της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας στον κοινωνικό στίβο. Επομένως, όλοι οι λαοί της γης είτε βρίσκονται σε καθεστώς αποικιακής εξάρτησης και αγωνίζονται για την ελευθερία τους είτε είναι ελεύθερα κράτη που προσπαθούν να φιλελευθεροποιήσουν το καθεστώς τους, βρίσκονται σε συνεχή αναζήτηση ενός κοινωνικού πολιτικού μοντέλου πάντα μέσα στα πλαίσια της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, η μόνη που είναι ικανή να εξαλείψει τις κοινωνικές ανισότητες.
Κλείνοντας θεωρώ ότι το βιβλίο του Δημήτρη Σιδηρόπουλου με τίτλο η «αυτοβιογραφία μου» είναι άξιο να κοσμήσει κάθε σοβαρή βιβλιοθήκη και από αυτή την άποψη το προτείνω ανεπιφύλακτα σε κάθε φιλίστορα αναγνώστη.
Νάουσα 30/12/2025
—-











