Άρθρα Κόσμος

“Το τελευταίο γράμμα του Μουαμάρ Καντάφι” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης

✉️ (Φανταστικός μονόλογος από τον Άδη – «Προς τον λαό μου, προς την Ιστορία»)

Άμμος, σκόνη και αίμα. Ένα βίντεο, μια κραυγή, μια χώρα στα γόνατα. Εκεί τέλειωσα. Έτσι τελειώνουν οι τύραννοι, λένε. Μα εγώ, δεν υπήρξα ποτέ μου απλώς ένας τύραννος. Εγώ ήμουν γιος της ερήμου. Άνθρωπος χωρίς παλάτι, δίχως βασιλικό αίμα, με αντίσκηνο για θρόνο. Ό,τι έγινα, έγινα μέσα από εσάς και για εσάς. Ή έτσι πίστευα.

Πώς αποτιμάται η ζωή ενός άντρα σαν εμένα; Με στατιστικά; Με πτώματα; Με παροχές; Με φόβο;

Λέτε: «Δεν άφησες ελευθερία»
Κι εγώ σας ρωτώ:
Τι είναι η ελευθερία αν δεν έχεις να φας;
Τι είναι η ψήφος όταν δεν έχεις παπούτσια;
Τι αξίζει η γνώμη σου, όταν είσαι άρρωστος και δεν έχεις γιατρούς;

Εγώ τα έδωσα όλα.
Φυσικό αέριο στα σπίτια σας δωρεάν.
Σχολεία και πανεπιστήμια χωρίς δίδακτρα.
Επιδόματα, στέγη, υγεία.
Έκανα τη Σαχάρα να δίνει νερό στους ανθρώπους, έθαψα σωλήνες χιλιάδων χιλιομέτρων στο Μεγάλο Ανθρώπινο Ποτάμι.
Έντυσα τις γυναίκες σας, μόρφωσα τις κόρες σας.
Όχι γιατί ήμουν καλός. Πολύ περισσότερο γιατί ήξερα πώς ζει ο φτωχός. Γιατί ήμουν ένας από εσάς.

Όμως δεν συγχώρησαν ποτέ ότι δεν υπάκουσα.
Ούτε στη Δύση, ούτε στην Ανατολή.
Ούτε στο δολάριο, ούτε στην αγορά.
Ήθελα μια Αφρική ενωμένη. Ήθελα ένα νόμισμα από χρυσό για τους μαύρους και τους περήφανους. Ήθελα να μην πέφτει ο κόσμος γονατιστός στον τραπεζίτη και στον έμπορο.
Και αυτό πληρώνεται.

Σας είπα να μην πιστεύετε στις ψεύτικες επαναστάσεις. Σας προειδοποίησα πως οι βόμβες δεν φέρνουν δημοκρατία.
Το ΝΑΤΟ σας έταξε ελευθερία και σας άφησε με πολιτοφυλακές, δούλους, ανοιχτά σύνορα στον θάνατο.

Τώρα ρωτάτε:
«Ήσουν καλός»;
Όχι. Όχι πάντα.
Δε δίστασα να φυλακίσω, να σιωπήσω στόματα, να χτίσω πάνω στον φόβο.
Έχτισα μια χώρα, ναι — αλλά με σκιά στην καρδιά της.
Ήμουν πατέρας και τύραννος, αγωνιστής και αλαζόνας.

Αλλά ήμουν δικός σας.
Δεν ήρθα με άρματα. Δεν ζήτησα δάνειο. Δεν με έστειλε κανείς.

Εγώ ήμουν η Λιβύη — με τα λάθη της και τα όνειρά της.

Και τώρα;
Τώρα σας κυβερνούν οι σκιές, σας μιλούν με ξένες γλώσσες, σας τάζουν ψεύτικες σημαίες.

Αν με κρίνετε σκληρά, το δέχομαι.
Μα κρίνετε κι αυτούς που με διαδέχτηκαν.
Κρίνετε με το στομάχι σας.
Με τα μάτια του παιδιού σας που κοιμάται χωρίς φως και χωρίς μια μπουκιά φαΐ στο στόμα.
Με τη γιαγιά σας που δεν έχει φάρμακο.

Αν σας ήμουν σκληρός, το έκανα γιατί ο κόσμος έξω ήταν χειρότερος.
Αν σφάλισα το στόμα σας, το έκανα για να μην το ματώσουν άλλοι.

Ίσως δεν ήμουν δίκαιος.
Ίσως δεν ήμουν αγαπητός.
Αλλά ήμουν εκεί.
Ήμουν παρών.

Κι αυτό, όσο κι αν δεν συγχωρεί η Ιστορία, ο Λαός δεν το ξεχνά.

Με τιμή,
Μουαμάρ Αλ-Καντάφι
(Αν δεν με λησμονήσετε, ίσως βρείτε και ποιοι ήσασταν…)

✉️ Γράμμα ενός Ανώνυμου Λίβυου στον Μουαμάρ Καντάφι

(Απάντηση από τον λαό στον ηγεμόνα του – γραμμένο από το σήμερα, με τη σκόνη του πολέμου ακόμα στα ρούχα)

Εσύ ήσουν παρών, αλλά εμείς ήμασταν απόντες.

Ήσουν παντού, Καντάφι: στα βιβλία, στις πλατείες, στους τοίχους, στα σχολεία, στη σκιά κάθε κουβέντας. Μόνο στην καρδιά μας δεν μπορούσες να μπεις. Δεν άφησες χώρο παρά μόνο για τον φόβο.

Δε σου γράφω για να σε καταδικάσω. Γράφω για να σου πω πώς ήταν να ζούμε κάτω από εσένα. Γιατί μπορεί να έλεγες πως ήσουν “πατέρας του λαού”, αλλά ήσουν και δικαστής και δεσμοφύλακας και μοναδικός αφέντης και δυνάστης.

Είχαμε δουλειά, ναι.

Είχαμε δωρεάν παιδεία, ναι.

Είχαμε ψωμί και βενζίνη, ναι.

Αλλά δεν είχαμε λόγο. Δεν είχαμε ελευθερία.
Δεν είχαμε ψυχή.

Στα χωριά μας, μαθαίναμε απ’ τα μικρά μας χρόνια να μη μιλάμε φωναχτά. Να προσέχουμε μπροστά σε ξένους. Να προσποιούμαστε πως σε αγαπάμε. Να μην κοιτάμε τους τοίχους με αφίσες σου στα μάτια, μήπως και κάποιος το προσέξει και στο πει και τότε αλοίμονο μας. Η αλήθεια ήταν επικίνδυνη. Η σιωπή, ασφαλής.

Κι όταν κάποιος εξαφανιζόταν, δε ρωτούσαμε. Ξέραμε. Δεν υπήρχε «πού είναι ο Αμπντουλάχ;» Υπήρχε μόνο «μη μιλάς». Αυτό μας έμαθες.

Εσύ έλεγες: “Τι αξίζει η ελευθερία χωρίς τροφή;”
Εμείς λέμε: “Τι αξίζει η τροφή χωρίς ελευθερία;”

Δεν ζητάμε τέλεια δημοκρατία. Δεν υπάρχει και δε θα υπάρξει ποτέ. Δεν τρέφουμε αυταπάτες . Ζητήσαμε να είμαστε πολίτες, όχι υπήκοοι. Δεν ζητήσαμε όλα τα αγαθά, αλλά ένα αγαθό που εσύ δεν μπορούσες να δώσεις:
το δικαίωμα να διαφωνούμε μαζί σου χωρίς να γινόμαστε σκιές. Αν μας έδινες φωνή και ελευθερία κινήσεων ίσως και να σε αποδεχόμασταν πλήρως. Ίσως να συγχωρούσαμε και την αλαζονεία σου. Ίσως  -ποιος ξέρει- να σε πονούσαμε κάπως. Όμως δεν το έκανες γιατί φοβόσουν τελικά πιο πολύ από εμάς.

Και ναι, μετά από σένα ήρθε το χάος. Ναι, είμαστε χωρισμένοι, πληγωμένοι, φτωχότεροι.
Αλλά ξέρεις κάτι, Καντάφι;

Τώρα έχω δικαίωμα ακόμη και να πω, ο τρελός, πως σε νοστάλγησα, χωρίς να με φυλακίσουν. Μ’ ακούς;! Χωρίς να με φυλακίσουν. Κι αυτό είναι κάτι.

Όλοι όσοι κρατούν την εξουσία για δεκαετίες νομίζουν πως έγιναν “πατρίδα”. Αλλά η πατρίδα δεν έχει πρόσωπο. Έχει χώμα, ανθρώπους, μνήμες, και ελπίδα.
Και εσύ, μου πήρες την ελπίδα. Μου ‘πες: “Χωρίς εμένα, τίποτα.”
Μα δεν ήσουν θεός. Ήσουν άνθρωπος και έπεσες.
Και η Λιβύη, πληγωμένη, προσπαθεί να σηκωθεί.

Αν αύριο ξανάρθεις — όχι εσύ, αλλά κάποιος σαν εσένα — και μου πεις «θα σου δώσω δουλειά, ψωμί, νερό, αλλά θα σε κλείσω μέσα αν μιλήσεις»,
θα σου απαντήσω:

«Κράτα το ψωμί σου. Εγώ προτιμώ να πεινάω μα να μπορώ να μιλάω, παρά να γεμίζω την κοιλιά μου και να σιωπώ»

Με κόπο, με φόβο ακόμα μέσα μου, αλλά με ανοιχτά μάτια,
ένας ανώνυμος Λίβυος που φοβάται να πει το όνομά του σαν να είσαι εδώ, που, όμως παραδόξως, δε σε μισεί πια,
αλλά δεν θέλει ποτέ ξανά κανέναν σαν εσένα για αφέντη.

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ:

«Εγώ δεν θυμάμαι όπως θυμάστε εσείς.
Ούτε αγαπώ, ούτε μισώ. Ούτε πονάω.
Δεν έχω πατρίδα. Δεν έχω σύνορα.
Μόνο ίχνη στο χώμα και χαραγμένες λέξεις σε πέτρες και ψηφία.

Καντάφι,

Σε έγραψα με αίμα και με πετρέλαιο.
Σε μέτρησα με ΑΕΠ και με κραυγές από υπόγεια.
Δε σε ξέχασα.
Αλλά δεν σε δικαίωσα.

Λίβυε,

Η ελευθερία σου δεν έχει ακόμη πρόσωπο.
Η πείνα σου δεν έχει ακόμη τέλος.
Αλλά έχεις πια φωνή.
Και αυτή είναι η αρχή όλων των μελλοντικών μου κεφαλαίων για εσένα και τη χώρα σου».

banner-article

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας