//Τελειώνοντας θα ήθελα να πω, ότι η εθνική αξιοπρέπεια και η αντίσταση σε κάθε μορφή βίας δεν αποτελούν, ποτέ, άσχετη παρέμβαση ή περιττό χρέος των πολιτών, αλλά ιστορικό καθήκον\\
–
FRAGMENT ΙΙ
(ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΥΡΩΠΗ)
«Ἀγγίζεις τὸ νοῦ μου καὶ πονεῖ τὸ βρέφος τῆς Ἄνοιξης»
(Οδυσσέας Ελύτης)
«… mais ce que je souhaite de tout mon cœur, c’est que ma mort serve à quelque chose…»
(«…αλλά αυτό που εύχομαι με όλη μου την καρδιά είναι ο θάνατός μου να εξυπηρετήσει κάποιο σκοπό…»
(Guy Môquet)
Παρακολουθώντας τον μετασχηματισμό της Ευρώπης από οικονομική σε μιλιταριστική «ένωση» (θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω και ως πολιτικοκοινωνικοοικονομικό υβριδικό γκρουπούσκουλο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού χωρίς εισαγωγικά), δικαιώνοντας το πλατωνικό «διὰ γὰρ τὴν τῶν χρημάτων κτῆσιν πάντες οἱ πόλεμοι γίγνονται», με τα συμπλεγματικά κατάλοιπα του ναζισμού και της αποικιοκρατίας σε πρώτο πλάνο, αναλογίζομαι, αν η σημερινή Γαλλία με τον νεοβοναπαρτισμό της ηγεσίας της ξέχασε τον Guy Môquet.
Γνώρισα την υπόθεση – ιστορία του Guy Môquet πριν πολλά χρόνια, αφού ο σταθμός του παρισινού metro, αν θυμάμαι καλά της γραμμής 13 προς Saint-Denis, που έχει το όνομά του, αποτελούσε τη στάση επιβίβασης – αποβίβασης για το στούντιο – οικία των Yvonne Loriod – Olivier Messiaen της rue Marcadet που βρισκόταν πολύ κοντά.

Ο Guy Môquet, λοιπόν, ήταν το μικρότερο θύμα αντιστασιακού της ναζιστικής κατοχής που δολοφονήθηκε από τους Γερμανούς ναζιστές στις 22 Οκτωβρίου του 1941 σε ηλικία, μόλις, 17 ετών, ενώ από δυο χρόνια νωρίτερα απολάμβανε τη «φιλοξενία» των γαλλικών φυλακών ως ο μικρότερος φυλακισμένος Κομμουνιστής της χώρας του.
Στις 20 Οκτωβρίου του 1941 εκτελέστηκε από τρεις Γάλλους Κομμουνιστές ο Γερμανός διοικητής των δυνάμεων κατοχής του Loire-Atlantique, Karl Hotz, και ο υπουργός εσωτερικών Pierre Pucheu της κυβέρνησης του Philippe Pétain επέλεξε να παραδώσει ως ομήρους στους Γερμανούς της Γκεστάπο Κομμουνιστές κρατούμενους «προκειμένου να αποφευχθεί η εκτέλεση πενήντα καλών Γάλλων» («pour éviter de laisser fusiller cinquante bons Français») (Henry du Moulin de Labarthète, Le Temps des illusions, Éditions du Cheval ailé, 1946, σελ. 354-355).
Ανάμεσα στους Κομμουνιστές που παραδόθηκαν από την κυβέρνηση του Philippe Pétain ήταν και ο δεκαεπτάχρονος Guy Môquet ως κρατούμενος στη Châteaubriant ανάμεσα σε άλλους 26 στην ίδια φυλακή.
Αυτοί οι 27 της Châteaubriant, μεταξύ των οποίων και ο Guy Môquet, που εκτελέστηκαν από τους ναζιστές σε τρεις ομάδες, αρνήθηκαν να τους δέσουν τα μάτια και άφησαν την τελευταία τους πνοή φωνάζοντας «Vive la France» («Ζήτω η Γαλλία»).
Λίγες μέρες μετά, πέθανε τραυματισμένος ψυχικά και σωματικά από τις περιπέτειες της οικογένειάς του και ο δωδεκάχρονος μικρός αδελφός του Guy Môquet, ο Serge Môquet.

Roger Sémat, Jean-Pierre Timbaud, Rino Scolari
και Guy Môquet στο «Le camp de Choisel»
(Στρατόπεδο της Choisel) στη Chateaubriant,
όπου εκτελέστηκαν
Ο Louis Aragon για τη δολοφονία του Guy Môquet με άλλους τρεις αντιστασιακούς, τους Gabriel Péri, Honoré d’Estienne d’Orves και Gilbert Dru (δύο Κομμουνιστές και δύο Χριστιανούς), έγραψε το ποίημα «La Rose et le Réséda» με τους εμβληματικούς στίχους ως Leitmotiv – επωδό, που αποτέλεσαν σύμβολο ενότητας των ιδεολογικών αντιθέσεων του αντιστασιακού αγώνα, «Celui qui croyait au ciel / Celui qui n’y croyait pas» (Αυτός που πίστευε στον παράδεισο / Αυτός που δεν πίστευε). Το ποίημα αυτό μελοποίησε, αργότερα, ως μέρος του κύκλου τραγουδιών του «Quatre chants de la France malheureuse» («Τέσσερα τραγούδια της δυστυχισμένης Γαλλίας») ο Georges Auric.
Σας παραθέτω παρακάτω
- Έναν σύνδεσμο με το τραγούδι του Georges Auric ΕΔΩ
και
- Το ποίημα «La Rose et le Réséda» του Louis Aragon και την τελευταία επιστολή του Guy Môquet στους οικείους του, που έγραψε λίγο πριν την εκτέλεσή του, με πρόχειρες αποδόσεις μου στην ελληνική γλώσσα, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις από την ποιητική αδεξιότητά μου.
Έχει διασωθεί ακόμα μια επιστολή του προς τον πρόεδρο του κοινοβουλίου για τη σύλληψη του βουλευτή πατέρα του το 1939 και κάποιοι λιγοστοί στίχοι του που βρέθηκαν επάνω του την ώρα της σύλληψής του.

Louis Aragon
La Rose et le Réséda
Celui qui croyait au ciel
Celui qui n’y croyait pas
Tous deux adoraient la belle
Prisonnière des soldats
Lequel montait à l’échelle
Et lequel guettait en bas
Celui qui croyait au ciel
Celui qui n’y croyait pas
Qu’importe comment s’appelle
Cette clarté sur leur pas
Que l’un fut de la chapelle
Et l’autre s’y dérobât
Celui qui croyait au ciel
Celui qui n’y croyait pas
Tous les deux étaient fidèles
Des lèvres du cœur des bras
Et tous les deux disaient qu’elle
Vive et qui vivra verra
Celui qui croyait au ciel
Celui qui n’y croyait pas
Quand les blés sont sous la grêle
Fou qui fait le délicat
Fou qui songe à ses querelles
Au cœur du commun combat
Celui qui croyait au ciel
Celui qui n’y croyait pas
Du haut de la citadelle
La sentinelle tira
Par deux fois et l’un chancelle
L’autre tombe qui mourra
Celui qui croyait au ciel
Celui qui n’y croyait pas
Ils sont en prison Lequel
À le plus triste grabat
Lequel plus que l’autre gèle
Lequel préfère les rats
Celui qui croyait au ciel
Celui qui n’y croyait pas
Un rebelle est un rebelle
Deux sanglots font un seul glas
Et quand vient l’aube cruelle
Passent de vie à trépas
Celui qui croyait au ciel
Celui qui n’y croyait pas
Répétant le nom de celle
Qu’aucun des deux ne trompa
Et leur sang rouge ruisselle
Même couleur même éclat
Celui qui croyait au ciel
Celui qui n’y croyait pas
Il coule il coule il se mêle
À la terre qu’il aima
Pour qu’à la saison nouvelle
Mûrisse un raisin muscat
Celui qui croyait au ciel
Celui qui n’y croyait pas
L’un court et l’autre a des ailes
De Bretagne ou du Jura
Et framboise ou mirabelle
Le grillon rechantera
Dites flûte ou violoncelle
Le double amour qui brûla
L’alouette et l’hirondelle
La rose et le réséda
Απόδοση την ελληνική γλώσσα
Το Ρόδο και η Ρεζέντα
Αυτός που πίστευε στον παράδεισο
Αυτός που δεν πίστευε
Κι’ οι δυο λάτρευαν την ομoρφιά
Αιχμάλωτη των στρατιωτών
Ποιος ανέβηκε τη σκάλα
Και ποιος παρακολουθούσε από κάτω
Αυτός που πίστευε στον παράδεισο
Αυτός που δεν πίστευε
Τί σημασία έχει πώς λέγεται
Αυτό το φως στο μονοπάτι τους
Αυτός ήταν από το παρεκκλήσι
Κι’ ο άλλος το περιφρονούσε
Αυτός που πίστευε στον παράδεισο
Αυτός που δεν πίστευε
Κι’ οι δυο ήταν πιστοί
Με χείλη, με καρδιές, με χέρια
Κι’ οι δυο έλεγαν ότι αυτή
Ζει και αυτός που ζει θα δει
Αυτός που πίστευε στον παράδεισο
Αυτός που δεν πίστευε
Όταν το σιτάρι είναι κάτω από το χαλάζι
Τρελός που παίζει τον ευαίσθητο
Τρελός που σκέφτεται τις διαμάχες του
Στην καρδιά του κοινού αγώνα
Αυτός που πίστευε στον παράδεισο
Αυτός που δεν πίστευε
Από την κορυφή του φυλάκιου
Ο φρουρός πυροβόλησε
Δυο φορές, και ο ένας τρεκλίζει
Ο άλλος πέφτει, αυτός που θα πεθάνει
Αυτός που πίστευε στον παράδεισο
Αυτός που δεν πίστευε
Είναι στη φυλακή. Ποιός
Έχει το πιο αξιοθρήνητο κρεβάτι
Ποιός παγώνει περισσότερο από τον άλλον
Ποιός προτιμά τους αρουραίους
Αυτός που πίστευε στον παράδεισο
Αυτός που δεν πίστευε
Ένας επαναστάτης είναι επαναστάτης
Δυο λυγμοί κάνουν μια μόνο καμπάνα που χτυπάει
Κι’ όταν έρχεται η σκληρή αυγή
Περνούν από τη ζωή στον θάνατο
Αυτός που πίστευε στον παράδεισο
Αυτός που δεν πίστευε
Επαναλαμβάνοντας το όνομα αυτού
που κανένας από τους δυο δεν τον ξεγέλασε
Και το κόκκινο αίμα τους ρέει
Ίδιο χρώμα, ίδια λάμψη
Αυτός που πίστευε στον παράδεισο
Αυτός που δεν πίστευε
Ρέει, ρέει, ανακατεύεται
Με τη γη που αγαπούσε
Έτσι ώστε στη νέα εποχή
Ένα μοσχάτο σταφύλι να ωριμάσει
Αυτός που πίστευε στον Παράδεισο
Αυτός που δεν πίστευε
Ο ένας τρέχει και ο άλλος έχει φτερά
Από τη Βρετάνη ή τη Ζυρά
Και σμέουρο ή κορόμηλο
Το τριζόνι θα τραγουδήσει ξανά
Πες φλάουτο ή τσέλο
Η διπλή αγάπη που έκαψε
Ο κορυδαλλός και το χελιδόνι
Το τριαντάφυλλο και η ρεζέντα.
Η τελευταία επιστολή του Guy Môquet, λίγες στιγμές πριν την εκτέλεσή του
Guy Môquet
Châteaubriant, camp de Choisel (Loire-Inférieure)
22 octobre 1941
Châteaubriant, le 22 octobre 1941
Ma petite maman chérie, Mon tout petit frère adoré, Mon petit papa aimé, Je vais mourir ! Ce que je vous demande, à toi en particulier petite maman, c’est d’être très courageuse. Je le suis et je veux l’être autant que ceux qui sont passés avant moi. Certes, j’aurais voulu vivre, mais ce que je souhaite de tout mon coeur, c’est que ma mort serve à quelque chose. Je n’ai pas eu le temps d’embrasser Jean. J’ai embrassé mes deux frères Roger et René (1). Quant à mon véritable (2), je ne peux le faire, hélas ! J’espère que toutes mes affaires te seront renvoyées, elles pourront servir à Serge qui, je l’escompte, sera fier de les porter un jour.
À toi, petit papa, si je t’ai fait ainsi qu’à ma petite maman bien des peines, je te salue pour la dernière fois. Sache que j’ai fait de mon mieux pour suivre la voie que tu m’as tracée.
Un dernier adieu à tous mes amis, à mon frère que j’aime beaucoup, qu’il étudie, qu’il étudie bien pour être plus tard un homme.
17 ans et demie, ma vie a été courte, je n’ai aucun regret, si ce n’est de vous quitter tous. Je vais mourir avec Tintin, Michels (3). Maman, ce que je te demande, ce que je veux que tu me promettes, c’est d’être courageuse et de surmonter ta peine.
Je ne peux pas en mettre davantage, je vous quitte tous, toutes, toi maman, Séserge, papa, en vous embrassant de tout mon cœur d’enfant. Courage !
Votre Guy qui vous aime.
Guy

Απόδοση στην ελληνική γλώσσα
Σατωμπριάν, 22 Οκτωβρίου 1941
Αγαπημένη μου μητερούλα, λατρεμένε μου αδερφούλη, αγαπητέ μου πατερούλη, θα πεθάνω! Αυτό που σας ζητώ, ειδικά από εσένα, μητερούλα, είναι να είστε πολύ γενναίοι. Είμαι, και θέλω να είμαι τόσο γενναίος όσο και όσοι πέρασαν πριν από μένα. Βέβαια, θα ήθελα να ζήσω, αλλά αυτό που εύχομαι με όλη μου την καρδιά είναι ο θάνατός μου να εξυπηρετήσει κάποιο σκοπό. Δεν είχα χρόνο να αγκαλιάσω τον Jean. Αγκάλιασα τους δύο αδερφούς μου, τον Roger και τον René (1). Όσο για τον πραγματικό μου αδερφό (2), δεν μπορώ, δυστυχώς! Ελπίζω ότι όλα τα υπάρχοντά μου θα σας επιστραφούν. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον Serge, ο οποίος, ελπίζω, θα είναι περήφανος που θα τα φορέσει μια μέρα.
Σε σένα, πατερούλη, αν σου προκάλεσα πολλή θλίψη όπως και στην μητερούλα, σε αποχαιρετώ για τελευταία φορά. Να ξέρεις ότι έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα για να ακολουθήσω τον δρόμο που μου χάραξες.
Ένα τελευταίο αντίο σε όλους τους φίλους μου, στον αδερφό μου που αγαπώ πολύ, ας σπουδάσει, ας σπουδάσει καλά για να γίνει άντρας.
Δεκαεπτάμισι χρονών, η ζωή μου ήταν σύντομη, δεν έχω καμία λύπη, εκτός από το ό,τι σας αφήνω όλους. Θα πεθάνω με τους Tintin, Michels (3). Μητέρα, αυτό που σου ζητώ, αυτό που θέλω να μου υποσχεθείς, είναι να είσαι γενναία και να ξεπεράσεις τη θλίψη σου.
Δεν μπορώ να πω περισσότερα, σας αφήνω όλους, Μητέρα, Serge, Πατέρα, σας αγκαλιάζω με όλη μου την παιδική καρδιά. Κουράγιο!
Ο Guy σας που σας αγαπά.
Guy
Επεξηγηματικές παραπομπές σε σχέση με τα ονόματα που αναφέρονται στην επιστολή
(1) Jean Mercier, Roger Sémat, Rino Scolari.
(2) Serge.
(3) Jean-Pierre Timbaud, φίλος του Guy Môquet, Charles Michels, τριάντα οκτώ ετών, Κομμουνιστής βουλευτής στο Παρίσι.
Επίμετρο
Διαβάζοντας για την πρόσφατη περιπέτεια του πρώην Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας, Nicolas Sarkozy, με τη φυλάκισή του στις φυλακές «La Santé» του Παρισιού, αναλογίστηκα κάποιες σημαντικές συγκυρίες:
Από τις ίδιες φυλακές πέρασε, για ένα διάστημα, ως πολιτικός κρατούμενος ο Guy Môquet.
Ο Nicolas Sarkozy ήταν ο πολιτικός που τίμησε περισσότερο, ίσως, από κάθε άλλον τον Guy Môquet:
– Επικαλούμενος, συχνά, στην προεκλογική εκστρατεία του του 2007 τη γενναιότητα και την αυτοθυσία του νεαρού αντιστασιακού αγωνιστή, διαβάζοντας, μάλιστα, ένας μαθητής λυκείου την τελευταία επιστολή του Guy Môquet στην τελετή της ορκομωσίας του Nicolas Sarkozy ως Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας.
– Ζητώντας από τον προπονητή της Εθνικής Ομάδας Ράγκμπι της Γαλλίας στον εναρκτήριο αγώνα ράγκμπι μεταξύ Γαλλίας και Αργεντινής του Παγκόσμιου Κυπέλου Ράγκμπι στις 7 Σεπτεμβρίου του 2007 να διαβαστεί η τελευταία επιστολή του Guy Môquet και, όταν οι αθλητικοί παράγοντες το αρνήθηκαν ως άσχετη παρέμβαση σε ένα αθλητικό γεγονός, η τελευταία επιστολή διαβάστηκε, τελικά, από τον νεαρό αμυντικό Clément Poitrenaud.
– Καθιερώνοντας στα λύκεια της Γαλλίας στη μνήμη του Guy Môquet επετειακές δραστηριότητες ιστορικής μνήμης της Εθνικής Αντίστασης με ανάγνωση της τελευταίας επιστολής.
κλπ, κλπ.
Τελειώνοντας θα ήθελα να πω, ότι η εθνική αξιοπρέπεια και η αντίσταση σε κάθε μορφή βίας δεν αποτελούν, ποτέ, άσχετη παρέμβαση ή περιττό χρέος των πολιτών, αλλά ιστορικό καθήκον, ιδιαίτερα στις μέρες μας που ο ανιστόρητος ιδεολογικός νεοπλουτισμός του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, μέσα από παρά φύση συλλογικές υπερεθνικές οντότητες μορφωμάτων εθνικής, κοινωνικής και οικονομικής καταστολής των λαών θέλει να αμβλύνει και να παραγράψει την εθνική συνείδηση θεωρώντας, ουσιαστικά, άσκοπες τις ιστορικές θυσίες, όπως αυτή του Guy Môquet, για να δώσει άφεση των αμαρτιών σε ιστορικά εγκλήματα του παρελθόντος ανοίγοντας έτσι, όμως, τον δρόμο για την επανάληψή τους στο μέλλον.
Δεκέμβριος 2025
–















































