Έλληνας εθνικιστής και (νεο)ναζιστής: Το παράδοξο μιας αυτοαναιρούμενης ταυτότητας / γράφει ο Άρης Ορφανίδης
Η ιστορική, ιδεολογική και ηθική αντίφαση ανάμεσα στην ελληνική εθνική υπερηφάνεια, την εξύμνηση του Χίτλερ και τη ναζιστική θεωρία της φυλετικής ανωτερότητας
Πώς μπορεί κάποιος να δηλώνει υπερήφανος Έλληνας πατριώτης και συγχρόνως να εξυμνεί τον Αδόλφο Χίτλερ; Πώς μπορεί να τιμά τον παππού του που εκτελέστηκε από τους Ναζί κατά τη γερμανική Κατοχή και ταυτόχρονα να θαυμάζει τον πολιτικό ηγέτη του καθεστώτος που ευθύνεται για τον θάνατό του; Και πώς μπορεί να διακηρύσσει την ανωτερότητα της ελληνικής φυλής, ενώ ασπάζεται μια ιδεολογία που τοποθετούσε στο επίκεντρο της φυλετικής της ιεραρχίας το γερμανικό και βορειοευρωπαϊκό πρότυπο;
Τα ερωτήματα αυτά δεν αποτελούν απλώς ρητορικές προκλήσεις. Αγγίζουν τον πυρήνα μιας βαθιάς ιστορικής, πολιτικής και ηθικής ασυνέπειας: εκείνης του Έλληνα εθνικιστή που ταυτίζεται με τον νεοναζισμό, διεκδικώντας ταυτόχρονα την ιδιότητα του αυθεντικού πατριώτη. Πρόκειται για μια ιδεολογική ταυτότητα η οποία υπονομεύει τις ίδιες τις αξίες που επικαλείται.
Ασφαλώς, ο εθνικισμός δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τον νεοναζισμό, όπως και ο πατριωτισμός δεν προϋποθέτει την πίστη στη φυλετική ανωτερότητα. Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης. Το πρόβλημα που εξετάζεται εδώ αφορά συγκεκριμένα τον Έλληνα που συνδυάζει την εθνικιστική σωβινιστική αυτοαντίληψη με την αποδοχή της ναζιστικής ιδεολογίας και, ιδιαίτερα, με την εξύμνηση του Χίτλερ. Το φαινόμενο, μάλιστα, δεν περιορίστηκε σε περιθωριακές ιδεολογικές ομάδες, αλλά απέκτησε και θεσμική πολιτική υπόσταση στην Ελλάδα, μέσα από την κοινοβουλευτική παρουσία πολιτικού σχηματισμού που συνδέθηκε με τον νεοναζισμό. Η εξέταση των συγκεκριμένων αντιφάσεων δεν αποτελεί, επομένως, μια αφηρημένη φιλοσοφική άσκηση, αλλά αφορά και την πραγματική πολιτική ζωή της χώρας μας.
Η πρώτη και πλέον προφανής αντίφαση είναι ιστορική. Τον Απρίλιο του 1941, η ναζιστική Γερμανία εισέβαλε στην Ελλάδα, καταλύοντας την εθνική της κυριαρχία. Ακολούθησε μια περίοδος Κατοχής που συνοδεύτηκε από μαζικές εκτελέσεις, αντίποινα εναντίον αμάχων, οικονομική λεηλασία, λιμό, καταστροφή οικισμών και εκτοπισμό του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού εβραϊκού πληθυσμού στα στρατόπεδα εξόντωσης.
Τα Καλάβρυτα, το Δίστομο, η Βιάννος, το Κομμένο και πολλοί ακόμη μαρτυρικοί τόποι αποτελούν αδιάψευστες ιστορικές μαρτυρίες της ναζιστικής κατοχικής βίας. Οι νεκροί τους δεν είναι αφηρημένοι αριθμοί. Είναι άνθρωποι που στερήθηκαν τη ζωή τους, οικογένειες που καταστράφηκαν και κοινότητες που σημαδεύτηκαν για γενιές. Είναι οι παππούδες και προπαππούδες των σημερινών Ελλήνων. Η ιστορία αυτή δεν αποτελεί μια μακρινή αφήγηση, αλλά μέρος της συλλογικής μνήμης μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να αναμετριέται με τις συνέπειες της Κατοχής.
Επομένως, ο Έλληνας νεοναζιστής που εξυμνεί τον Χίτλερ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ερώτημα ιστορικής συνέπειας: πώς συμβιβάζεται η τιμή προς τους Έλληνες νεκρούς της Κατοχής με τον θαυμασμό προς τον ηγέτη του καθεστώτος που ευθύνεται πολιτικά και ιστορικά για την κατοχική τραγωδία;
Δεν απαιτείται να αποδώσουμε στον Χίτλερ την προσωπική εκτέλεση κάθε εγκλήματος για να αναγνωρίσουμε την ευθύνη του. Ως επικεφαλής του ναζιστικού κράτους, έφερε θεμελιώδη πολιτική και ιστορική ευθύνη για την επεκτατική πολιτική, την εισβολή και το σύστημα εξουσίας μέσα στο οποίο διαπράχθηκαν τα εγκλήματα αυτά. Η διάκριση ανάμεσα στην άμεση τέλεση ενός εγκλήματος και στην ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας δεν αναιρεί τη δεύτερη.
Ο Έλληνας που εξυμνεί τον Χίτλερ, ενώ διακηρύσσει ότι τιμά την ελληνική Αντίσταση, δεν εκφράζει απλώς δύο διαφορετικές ιστορικές προτιμήσεις. Αποδίδει θετική αξία σε δύο αντίπαλες πλευρές μιας ιστορικής σύγκρουσης, χωρίς να εξηγεί πώς μπορεί να τις συμφιλιώσει. Από τη μία τιμά εκείνους που αγωνίστηκαν εναντίον του ναζισμού και από την άλλη εξυμνεί την ηγεσία του ίδιου του ναζιστικού καθεστώτος. Η αντίφαση δεν βρίσκεται στην αναγνώριση της ιστορικής πολυπλοκότητας, αλλά στην ταυτόχρονη εξιδανίκευση του θύματος και του θύτη.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη εντονότερη όταν εξετάσουμε την έννοια του πατριωτισμού. Η αγάπη προς την πατρίδα δεν εξαντλείται στη χρήση της σημαίας, στην επίκληση της ιστορίας ή στην αναπαραγωγή εθνικών συνθημάτων. Εάν ο πατριωτισμός αποτελεί ουσιαστική ηθική και πολιτική στάση, προϋποθέτει αναγνώριση της ιστορικής εμπειρίας του τόπου, σεβασμό προς τις θυσίες των προηγούμενων γενεών και υπεράσπιση της εθνικής ελευθερίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πατριώτης οφείλει να συμφωνεί με κάθε πράξη των προγόνων του ή να αποδέχεται άκριτα κάθε εθνικό αφήγημα. Αντιθέτως, η ιστορική συνείδηση προϋποθέτει κριτική σκέψη, ακόμη και απέναντι στις σκοτεινές πλευρές της ιστορίας του ίδιου του έθνους. Σημαίνει, όμως, ότι δεν μπορεί να επικαλείται την εθνική ανεξαρτησία ως ύψιστη αξία και συγχρόνως να εξιδανικεύει αβασάνιστα εκείνον που την κατέλυσε.
Η δεύτερη αντίφαση είναι ιδεολογική και αφορά τη φυλετική θεωρία του ναζισμού. Οι περισσότεροι Έλληνες νεοναζιστές διακηρύσσουν την φυλετική ανωτερότητα των Ελλήνων, ενώ συγχρόνως υιοθετούν τη ναζιστική αντίληψη περί «άριας φυλής». Εδώ ανακύπτει ένα ουσιώδες πρόβλημα: πώς μπορεί να θεωρεί κάποιος ότι οι Έλληνες αποτελούν την ανώτερη φυλή και ταυτόχρονα να αποδέχεται μια φυλετική ιεραρχία που εξιδανίκευε το γερμανικό και νορδικό πρότυπο;
Η ναζιστική φυλετική ιδεολογία δεν υπήρξε επιστημονική θεωρία, αλλά ένα σύστημα αντιεπιστημονικών ταξινομήσεων που χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει την ανισότητα, τις διώξεις, την κατάκτηση και τη γενοκτονία. Η έννοια της «άριας φυλής», όπως χρησιμοποιήθηκε από τους ναζί, δεν αντιστοιχεί σε επιστημονικά αναγνωρισμένη βιολογική κατηγορία. Η ανθρώπινη γενετική ποικιλότητα δεν θεμελιώνει μια φυσική ιεραρχία εθνών ή φυλών ως προς την ανθρώπινη αξία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση της ναζιστικής ιδεολογίας με την αρχαία Ελλάδα. Οι ναζί δεν απέρριπταν συλλήβδην τον ελληνικό πολιτισμό. Αντιθέτως, εξιδανίκευαν επιλεκτικά την ελληνική αρχαιότητα και επιχειρούσαν να την εντάξουν σε μια υποτιθέμενη κοινή «άρια» ή «νορδική» φυλετική καταγωγή. Με αυτόν τον τρόπο, τα επιτεύγματα και σύμβολα της αρχαίας Ελλάδας χρησιμοποιήθηκαν ως ιδεολογικά τεκμήρια μιας φυλετικής μυθολογίας που εξυπηρετούσε τη γερμανική εθνικοσοσιαλιστική κοσμοθεωρία. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός δεν αντιμετωπιζόταν απλώς ως αντικείμενο θαυμασμού, αλλά και ως πεδίο ιδεολογικής οικειοποίησης.
Η ιστορική αυτή πραγματικότητα έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Έλληνας νεοναζιστής που επικαλείται την αρχαία Ελλάδα ως απόδειξη της μοναδικής ανωτερότητας των Ελλήνων υιοθετεί συγχρόνως μια ιδεολογία η οποία επιχείρησε να οικειοποιηθεί την ελληνική πολιτισμική κληρονομιά και να την παρουσιάσει ως προϊόν μιας ευρύτερης φυλετικής καταγωγής, με προνομιακή θέση για το νορδικό ιδεώδες. Έτσι, η ίδια η αρχαιότητα, την οποία επικαλείται ως τεκμήριο της ελληνικής μοναδικότητας, μετατρέπεται μέσα στη ναζιστική αφήγηση σε επιχείρημα υπέρ μιας διαφορετικής φυλετικής μυθολογίας.
Δεν είναι ιστορικά ακριβές ότι η ναζιστική θεωρία απέκλειε αδιακρίτως όλους τους Έλληνες από την υποτιθέμενη «άρια» κατηγορία. Οι ναζιστικές αντιλήψεις για τους αρχαίους και τους σύγχρονους Έλληνες ήταν σύνθετες, συχνά αντιφατικές και επηρεασμένες από πολιτικές σκοπιμότητες. Ωστόσο, αυτό δεν καταργεί τη σύγκρουση ανάμεσα στην αξίωση της απόλυτης ελληνικής φυλετικής υπεροχής και στην αποδοχή μιας διαφορετικής, γερμανοκεντρικής φυλετικής ιεραρχίας.
Εάν κάποιος θεωρεί ότι οι Έλληνες είναι ανώτεροι όλων των άλλων λαών, δεν μπορεί συγχρόνως, με την ίδια έννοια και υπό τα ίδια κριτήρια, να αποδέχεται ότι κάποιος άλλος λαός κατέχει την ανώτερη θέση. Εάν, πάλι, υποστηρίζει ότι οι Έλληνες και οι Γερμανοί ανήκουν σε μια κοινή υποτιθέμενη «άρια» κατηγορία, οφείλει να εξηγήσει πώς αυτή η θέση συνδέεται με την ιδιαίτερη φυλετική υπεροχή που αποδίδει στους Έλληνες. Η απλή επίκληση μιας κοινής φυλετικής ταυτότητας δεν επιλύει την αντίφαση ανάμεσα σε διαφορετικές αξιώσεις απόλυτης υπεροχής.
Το πρόβλημα, βεβαίως, δεν είναι να αποφασίσουμε ποιος λαός θα τοποθετηθεί στην κορυφή μιας φαντασιακής φυλετικής πυραμίδας. Είναι ότι η ίδια η πυραμίδα στερείται επιστημονικής και ηθικής νομιμοποίησης. Ακόμη και πριν εξετάσουμε ποιος θεωρείται ανώτερος, οφείλουμε να αναρωτηθούμε με ποιο δικαίωμα η καταγωγή μετατρέπεται σε κριτήριο ανθρώπινης αξίας. Η πολιτισμική δημιουργία ενός λαού μπορεί να αποτελεί αντικείμενο ιστορικής μελέτης και εύλογης υπερηφάνειας, δεν συνιστά όμως απόδειξη βιολογικής ανωτερότητας αυτού του λαού.
Από φιλοσοφική άποψη, το ζήτημα συνδέεται με την αρχή της ηθικής συνέπειας. Εάν ένας άνθρωπος θεωρεί άδικη την υποταγή της Ελλάδας σε μια ξένη δύναμη, με ποια καθολικά εφαρμόσιμη αρχή μπορεί να δικαιολογεί την υποταγή άλλων λαών από το καθεστώς που θαυμάζει; Εάν η εθνική ανεξαρτησία αποτελεί αξία για τους Έλληνες, γιατί να μην αποτελεί αξία και για τους υπόλοιπους λαούς; Και εάν η θυσία ενός Έλληνα για την ελευθερία της πατρίδας του είναι άξια τιμής, με ποιο κριτήριο η αντίστοιχη θυσία ενός άλλου ανθρώπου καθίσταται λιγότερο αξιόλογη;
Η καντιανή ηθική προσφέρει εδώ ένα ιδιαίτερα χρήσιμο κριτήριο. Η απαίτηση της καθολικευσιμότητας των ηθικών αρχών δεν επιτρέπει να θεωρούμε μια πράξη άδικη αποκλειστικά επειδή στρέφεται εναντίον μας, αλλά δικαιολογημένη όταν την πραγματοποιούν εκείνοι με τους οποίους ταυτιζόμαστε ιδεολογικά. Η ηθική κρίση οφείλει να στηρίζεται σε αρχές που μπορούν να ισχύουν με συνέπεια και όχι σε αυθαίρετες εξαιρέσεις υπέρ της δικής μας ομάδας. Διαφορετικά, δεν έχουμε μια συνεκτική ηθική αρχή, αλλά μια μεταβαλλόμενη αξιολόγηση που εξαρτάται από την ταυτότητα του δράστη και του θύματος.
Επιπλέον, η καντιανή αντίληψη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αντιτίθεται στη μετατροπή του ανθρώπου σε απλό μέσο για την εξυπηρέτηση κρατικών, εθνικών ή φυλετικών επιδιώξεων. Η ανθρώπινη αξία δεν απορρέει από τη φυλετική καταγωγή ούτε εξαρτάται από τη θέση που αποδίδει σε κάποιον μια ιδεολογική ιεραρχία. Η αναγνώριση του ανθρώπου ως αυτοσκοπού βρίσκεται σε θεμελιώδη σύγκρουση με τη ναζιστική αντίληψη που υποτάσσει το πρόσωπο στις επιδιώξεις μιας υποτιθέμενης ανώτερης φυλετικής κοινότητας.
Θα μπορούσε, ασφαλώς, κάποιος να αντιτείνει ότι ο σύγχρονος Έλληνας νεοναζιστής δεν αποδέχεται αναγκαστικά κάθε ιστορική θέση του Χίτλερ ή κάθε στοιχείο της ναζιστικής θεωρίας. Η ένσταση αυτή είναι εν μέρει βάσιμη. Οι νεοναζιστικές εκδοχές δεν είναι απολύτως ομοιόμορφες και συχνά προσαρμόζουν επιλεκτικά στοιχεία του ιστορικού ναζισμού στις εθνικές συνθήκες κάθε χώρας. Η ιδεολογική αυτοπεριγραφή ενός ανθρώπου δεν αρκεί, επομένως, για να γνωρίζουμε όλες τις συγκεκριμένες πεποιθήσεις του.
Ωστόσο, η επιλεκτική υιοθέτηση μιας ιδεολογίας δεν απαλλάσσει τον φορέα της από την υποχρέωση να εξηγήσει τις αντιφάσεις του. Εάν απορρίπτει την εισβολή στην Ελλάδα, τα κατοχικά εγκλήματα και τη γερμανοκεντρική φυλετική ιεραρχία, τότε απορρίπτει σημαντικά στοιχεία της ιστορικής ναζιστικής πραγματικότητας και τότε μάλλον δεν είναι συνεπής ναζιστής. Εάν, αντιθέτως, τα δικαιολογεί, οφείλει να εξηγήσει πώς συμβιβάζει αυτή τη στάση με την επίκληση του ελληνικού πατριωτισμού, διότι τότε μάλλον δεν είναι συνεπής πατριώτης. Και εάν απλώς αποσιωπά τις συγκεκριμένες ιστορικές πραγματικότητες, τότε η ιδεολογική του αυτοαντίληψη στηρίζεται σε μια επιλεκτική χρήση της ιστορίας.
Εδώ αναδεικνύεται και μια ευρύτερη κοινωνική διάσταση: η δυνατότητα να μετατρέπεται η εθνική ταυτότητα από πεδίο ιστορικής αυτογνωσίας σε μηχανισμό ιδεολογικής αυτοεπιβεβαίωσης. Όταν ο πατριωτισμός περιορίζεται σε συνθήματα, σύμβολα και διακηρύξεις ανωτερότητας, μπορεί να αποσυνδεθεί από τη γνώση της ιστορίας και την απαίτηση της ηθικής συνέπειας. Τότε η επίκληση της πατρίδας λειτουργεί περισσότερο ως επιβεβαίωση μιας προϋπάρχουσας ιδεολογίας παρά ως υπεύθυνη σχέση με την ιστορική και πολιτική κοινότητα. Η ιστορία παύει να αποτελεί πεδίο γνώσης και αυτοκριτικής και μετατρέπεται σε αποθήκη επιλεκτικά χρησιμοποιούμενων συμβόλων.
Η ιστορική μνήμη, όμως, δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο αυθαίρετης επιλογής. Δεν μπορούμε να τιμούμε τις θυσίες των Ελλήνων κατά τη γερμανική Κατοχή και ταυτόχρονα να εξωραΐζουμε την πολιτική ηγεσία του καθεστώτος που ευθύνεται για την τραγωδία τους, χωρίς να δημιουργείται μια βαθιά ηθική ασυνέπεια. Ούτε μπορούμε να επικαλούμαστε την ελληνική πολιτισμική κληρονομιά ως απόδειξη αποκλειστικής εθνικής υπεροχής και συγχρόνως να αποδεχόμαστε άκριτα μια ιδεολογία που επιχείρησε να την εντάξει στη δική της φυλετική μυθολογία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ψυχολογικά αδύνατον να συνυπάρχουν τέτοιες πεποιθήσεις στο ίδιο πρόσωπο. Οι άνθρωποι μπορούν να διατηρούν αντιφατικές αντιλήψεις, να εξιδανικεύουν ιστορικές προσωπικότητες και να παραμερίζουν γεγονότα που δυσκολεύουν την αυτοεικόνα τους. Η συνύπαρξη, όμως, δύο πεποιθήσεων δεν συνεπάγεται και τη λογική ή ηθική συμφιλίωσή τους. Η δυνατότητα ενός ανθρώπου να πιστεύει δύο ασύμβατα πράγματα δεν αποτελεί απόδειξη ότι τα πράγματα αυτά είναι πράγματι συμβατά.
Η έννοια της αυτοαναιρούμενης ταυτότητας αποκτά εδώ το πραγματικό της περιεχόμενο. Μια πολιτική ταυτότητα γίνεται αυτοαναιρούμενη όταν οι αξίες που επικαλείται υπονομεύονται από άλλες, εξίσου κεντρικές, δεσμεύσεις της. Ο Έλληνας νεοναζιστής που εξυμνεί τον Χίτλερ ενώ τιμά την ελληνική αντίσταση, που διακηρύσσει την ελληνική φυλετική υπεροχή ενώ αποδέχεται μια διαφορετική φυλετική ιεραρχία και που υπερασπίζεται την ελληνική εθνική ανεξαρτησία ενώ δικαιολογεί τη ναζιστική επεκτατική πολιτική, βρίσκεται αντιμέτωπος με ακριβώς αυτό το πρόβλημα.
Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι να αμφισβητήσουμε το δικαίωμα ενός ανθρώπου να αγαπά την πατρίδα του ή να αυτοπροσδιορίζεται εθνικά. Είναι να εξετάσουμε κατά πόσον οι ιδεολογικές του επιλογές είναι συνεπείς προς τις αξίες που επικαλείται. Η εθνική υπερηφάνεια δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη πατριωτικής συνέπειας, όπως και η επίκληση της ιστορίας δεν αποτελεί εγγύηση ιστορικής γνώσης. Η πολιτική ταυτότητα δεν αποκτά ηθική νομιμοποίηση απλώς και μόνο επειδή αυτοχαρακτηρίζεται πατριωτική.
Τελικά, η αντίφαση του Έλληνα εθνικιστή που ασπάζεται τον νεοναζισμό δεν εξαντλείται στο ότι θαυμάζει έναν ιστορικό εχθρό της Ελλάδας. Εκτείνεται στη σύγκρουση ανάμεσα στην εθνική αυτοδιάθεση και στον επεκτατισμό, ανάμεσα στην ελληνική εθνική υπερηφάνεια και στη ναζιστική φυλετική ιεραρχία, ανάμεσα στην τιμή προς τα θύματα και στην εξύμνηση της ηγεσίας του καθεστώτος που τα θυματοποίησε. Πρόκειται για μια πολλαπλή ασυνέπεια που αγγίζει όχι μόνο την ιστορική γνώση, αλλά και τη δυνατότητα συγκρότησης μιας συνεκτικής πολιτικής και ηθικής ταυτότητας.
Και έτσι επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα, το οποίο παραμένει αναπόδραστο:
Πώς μπορείς να τιμάς τον παππού σου που δολοφονήθηκε από τους ναζί και ταυτόχρονα να εξυμνείς τον Χίτλερ; Πώς μπορείς να διακηρύσσεις την ανωτερότητα της ελληνικής φυλής και συγχρόνως να ασπάζεσαι μια ιδεολογία που απέδιδε την ανώτερη θέση σε ένα διαφορετικό φυλετικό πρότυπο; Πώς μπορείς να επικαλείσαι την εθνική ανεξαρτησία και να θαυμάζεις τον ηγέτη που την κατέλυσε;
Οι αντιφάσεις αυτές δεν αίρονται με συνθήματα και εθνικιστικές κορώνες ούτε εξαφανίζονται πίσω από εθνικά σύμβολα. Απαιτούν ιστορική γνώση, λογική επεξεργασία και ηθική αυτοκριτική.
Διότι ο πατριωτισμός δεν αποδεικνύεται μόνο από την αγάπη που διακηρύσσουμε για την πατρίδα μας, αλλά και από τη συνέπεια με την οποία αντιμετωπίζουμε την ιστορία της. Και μια ταυτότητα που εξυμνεί εκείνον που κατέλυσε την ελευθερία της πατρίδας την οποία επικαλείται οφείλει πρώτα να αναμετρηθεί με την ίδια της την αντίφαση.
………………














































































































