Άρθρα Κοινωνία Πολιτική

“Η δικτατορία των γνωριμιών: Η Ελλάδα των ημετέρων και η απαξίωση της αξιοκρατίας” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης

Υπάρχει μια ιδιότυπη μορφή κοινωνικής αδικίας που δεν εκδηλώνεται πάντοτε με θεαματικές πράξεις αυθαιρεσίας, ούτε επιβάλλεται αναγκαστικά με τη βία ή την απροκάλυπτη παραβίαση των νόμων. Πρόκειται για μια αδικία περισσότερο ύπουλη, καθημερινή και βαθιά ριζωμένη στις κοινωνικές σχέσεις: την αδικία που γεννά η προνομιακή πρόσβαση ορισμένων ανθρώπων σε ευκαιρίες, θέσεις, υπηρεσίες και μηχανισμούς εξουσίας, όχι χάρη στην αξία ή την προσπάθειά τους, αλλά εξαιτίας των προσωπικών τους γνωριμιών. Στην ελληνική κοινωνία το φαινόμενο αυτό έχει αποκτήσει τέτοια ιστορική διάρκεια και κοινωνική αναγνωρισιμότητα, ώστε να αντιμετωπίζεται συχνά όχι ως παθολογία, αλλά ως αυτονόητος κανόνας επιβίωσης. Το γνωστό «έχεις κανένα μέσο;» δεν αποτελεί απλώς μια συνηθισμένη ερώτηση. Συμπυκνώνει μια ολόκληρη αντίληψη για τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας, για τη σχέση του πολίτη με τους θεσμούς και, τελικά, για την ίδια την αξία του ανθρώπου.

Το τραγικότερο στοιχείο αυτής της πραγματικότητας δεν είναι μόνο ότι κάποιοι ευνοούνται αδικαιολόγητα. Είναι ότι οι υπόλοιποι μαθαίνουν να θεωρούν φυσιολογικό τον αποκλεισμό τους. Ο πολίτης που δεν διαθέτει τις κατάλληλες γνωριμίες δεν αισθάνεται απλώς μειονεκτικά απέναντι σε κάποιον ισχυρότερο. Αρχίζει σταδιακά να πιστεύει ότι η προσωπική του αξία, οι γνώσεις, οι ικανότητες, η εργατικότητα και η εντιμότητά του δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν όσα δικαιωματικά θα έπρεπε να του αναλογούν. Έτσι, η κοινωνική αδικία μετατρέπεται σε υπαρξιακή απογοήτευση και η θεσμική δυσλειτουργία σε προσωπικό αίσθημα ανεπάρκειας.

Μια κοινωνία στην οποία η γνωριμία υπερισχύει της αξιοσύνης δεν είναι απλώς μια κοινωνία με προβλήματα αξιοκρατίας. Είναι μια κοινωνία που αλλοιώνει το ίδιο το νόημα της προσπάθειας. Διότι η προσπάθεια προϋποθέτει την εύλογη πεποίθηση ότι ανάμεσα στον κόπο και στην ανταμοιβή υπάρχει κάποια σχέση δικαιοσύνης. Όταν αυτή η σχέση διαρρηγνύεται, όταν ο άξιος παραγκωνίζεται και ο ευνοούμενος προωθείται, η εργατικότητα παύει να βιώνεται ως δρόμος προόδου και μετατρέπεται σε μια αβέβαιη επένδυση χωρίς εγγυήσεις στοιχειώδους δικαιοσύνης.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν το σύστημα των γνωριμιών δεν περιορίζεται στον δημόσιο τομέα, αλλά διαχέεται σε ολόκληρη την κοινωνική ζωή. Στην αγορά εργασίας, στην επιχειρηματικότητα, στην πανεπιστημιακή κοινότητα, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στους πολιτιστικούς οργανισμούς, ακόμη και σε συλλογικότητες που διακηρύσσουν την προσήλωσή τους στην ισότητα, μπορούν να αναπτυχθούν άτυπα δίκτυα αλληλοεξυπηρέτησης. Οι άνθρωποι δεν αξιολογούνται πάντοτε με βάση όσα γνωρίζουν ή όσα μπορούν να προσφέρουν, αλλά με βάση το ποιος τους γνωρίζει, ποιον γνωρίζουν, ποιος τους υποστηρίζει και σε ποιον κύκλο επιρροής ανήκουν.

Ασφαλώς, δεν είναι κάθε προσωπική γνωριμία κατακριτέα. Οι ανθρώπινες σχέσεις αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της κοινωνικής ζωής. Η συνεργασία, η εμπιστοσύνη, η σύσταση ενός ικανού επαγγελματία και η δημιουργία δικτύων επικοινωνίας μπορούν να συμβάλλουν θετικά στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η γνωριμία μετατρέπεται από μέσο επικοινωνίας σε μηχανισμό αθέμιτης προνομιακής μεταχείρισης. Όταν, δηλαδή, η προσωπική σχέση δεν διευκολύνει απλώς την αναγνώριση μιας πραγματικής ικανότητας, αλλά υποκαθιστά τα αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ηθική διαστροφή του πελατειακού συστήματος: το πρόσωπο δεν αντιμετωπίζεται ως φορέας αυταξίας, αλλά ως φορέας διασυνδέσεων. Δεν ενδιαφέρει πρωτίστως τι είναι, τι γνωρίζει, τι μπορεί να δημιουργήσει ή ποια προσφορά δύναται να έχει. Ενδιαφέρει ποιον γνωρίζει και από ποιον μπορεί να προστατευθεί. Η ανθρώπινη αξία υποχωρεί μπροστά στην κοινωνική χρησιμότητα των γνωριμιών.

Από καντιανή σκοπιά, αυτή η πραγματικότητα συνιστά σοβαρή ηθική προβληματική. Η αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να αντιμετωπίζεται κάθε άνθρωπος πάντοτε και ως αυτοσκοπός, ποτέ απλώς ως μέσο για την εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών. Όταν ένας θεσμικός παράγοντας ευνοεί κάποιον λόγω προσωπικών δεσμών, παραβλέποντας την ισότιμη αξίωση των υπολοίπων, δεν παραβιάζει μόνο μια διαδικαστική αρχή. Υποβαθμίζει ηθικά όλους εκείνους που αντιμετωπίζονται ως λιγότερο σημαντικοί επειδή στερούνται πρόσβασης σε συγκεκριμένα δίκτυα εξουσίας. Επιπλέον, μια τέτοια πρακτική δεν μπορεί να αναχθεί σε καθολικό ηθικό νόμο χωρίς να υπονομεύει την ίδια τη δυνατότητα αμερόληπτων θεσμών.

Ωστόσο, η σημαντικότερη ίσως διάσταση του προβλήματος βρίσκεται πέρα από τη συμπεριφορά των ισχυρών. Βρίσκεται στη σταδιακή διαμόρφωση μιας κοινωνικής συνείδησης που αποδέχεται το μέσο ως αναπόφευκτη προϋπόθεση επιτυχίας. Ο πολίτης δεν αγανακτεί πάντοτε επειδή υπάρχουν πελατειακές σχέσεις. Συχνά αγανακτεί επειδή ο ίδιος δεν διαθέτει πρόσβαση σε αυτές. Δεν επιδιώκει αναγκαστικά την κατάργηση του προνομίου, αλλά την απόκτησή του. Δεν απαιτεί πάντοτε να ισχύουν οι ίδιοι κανόνες για όλους, αλλά να εξασφαλίσει και ο ίδιος μια εξαίρεση από τους κανόνες.

Αυτή η μετατόπιση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Διότι τότε η αδικία δεν συντηρείται αποκλειστικά από εκείνους που την επιβάλλουν, αλλά και από εκείνους που προσδοκούν κάποτε να ωφεληθούν από αυτήν. Η πελατειακή νοοτροπία αναπαράγεται μέσα από μια άτυπη κοινωνική συμφωνία αμοιβαίας ανοχής. Ο σημερινός αδικημένος ενδέχεται να μετατραπεί στον αυριανό ευνοούμενο και ο σημερινός επικριτής του συστήματος στον αυριανό υπερασπιστή του, εφόσον αποκτήσει πρόσβαση στα προνόμιά του.

Έτσι συγκροτείται ένας φαύλος κύκλος ηθικής συνενοχής. Η κοινωνία καταγγέλλει τις πελατειακές σχέσεις ως γενικό φαινόμενο, αλλά συχνά τις δικαιολογεί όταν εξυπηρετούν συγκεκριμένες προσωπικές ανάγκες. Το ρουσφέτι καταδικάζεται όταν ωφελεί τον άλλον και εξωραΐζεται όταν εξυπηρετεί τον εαυτό μας. Η αναξιοκρατία θεωρείται απαράδεκτη όταν μας αποκλείει, αλλά μπορεί να γίνεται ανεκτή όταν μας προωθεί. Με αυτόν τον τρόπο, η δικαιοσύνη παύει να αποτελεί καθολική ηθική απαίτηση και υποβιβάζεται σε εργαλείο προσωπικής διεκδίκησης.

Η αντίφαση αυτή φανερώνει ένα βαθύτερο έλλειμμα πολιτικής και ηθικής παιδείας. Διότι ο πραγματικά δημοκρατικός πολίτης δεν επιδιώκει απλώς να αποκτήσει πρόσβαση στα προνόμια των άλλων. Επιδιώκει την κατάργηση των αδικαιολόγητων προνομίων ως τέτοιων. Δεν αξιώνει να γίνει και ο ίδιος μέρος του κυκλώματος, αλλά να πάψει να υπάρχει κύκλωμα που καθορίζει τις τύχες των ανθρώπων.

Εξίσου σοβαρές είναι οι συνέπειες για τη συγκρότηση των κοινωνικών ελίτ. Σε ένα αξιοκρατικό περιβάλλον, η ανάδειξη προσώπων σε θέσεις ευθύνης οφείλει να συνδέεται με τις ικανότητες, το ήθος, την επιστημονική επάρκεια και την αποδεδειγμένη προσφορά τους. Αντίθετα, σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν οι προσωπικές εξαρτήσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να προωθούνται όχι οι ικανότεροι, αλλά οι περισσότερο εξαρτημένοι από τους μηχανισμούς που τους αναδεικνύουν. Η αφοσίωση στον προστάτη μπορεί να υποκαταστήσει την αφοσίωση στο καθήκον. Η συμμόρφωση μπορεί να ανταμείβεται περισσότερο από την πρωτοβουλία. Η σιωπή μπορεί να αποδεικνύεται επωφελέστερη από την κριτική σκέψη.

Με αυτόν τον τρόπο, το πελατειακό σύστημα δεν παράγει απλώς άνισες ευκαιρίες. Μπορεί να παράγει και μια ιδιότυπη επιλογή μετριότητας, στον βαθμό που η ανεξάρτητη προσωπικότητα, ο άνθρωπος που αρνείται να υποταχθεί σε άτυπες υποχρεώσεις και εξαρτήσεις, αντιμετωπίζεται ως απρόβλεπτος ή ανεπιθύμητος. Η αξιοσύνη χωρίς υποταγή καθίσταται λιγότερο χρήσιμη από τη μετριότητα με αφοσίωση.

Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά αντιστροφή της κοινωνικής ιεραρχίας των αξιών. Αντί η εξουσία να αναζητεί την ικανότητα, η ικανότητα αναγκάζεται να αναζητεί την εύνοια της εξουσίας. Αντί οι θεσμοί να υπηρετούν τον πολίτη, ο πολίτης καλείται να αναζητήσει κάποιον μεσολαβητή για να αποκτήσει πρόσβαση στους θεσμούς. Αντί το δικαίωμα να απορρέει από την ιδιότητα του πολίτη, εμφανίζεται ως αποτέλεσμα προσωπικής εξυπηρέτησης.

Αυτή είναι και η ουσιαστικότερη προσβολή της δημοκρατικής αρχής. Η δημοκρατία δεν εξαντλείται στη διεξαγωγή εκλογών ούτε στην τυπική κατοχύρωση δικαιωμάτων. Προϋποθέτει ότι η θεσμική θέση του πολίτη δεν εξαρτάται από την κοινωνική του ισχύ ή από την εγγύτητά του προς τους φορείς της εξουσίας. Όταν όμως δύο άνθρωποι με τα ίδια τυπικά δικαιώματα αντιμετωπίζονται ουσιωδώς διαφορετικά επειδή ο ένας διαθέτει γνωριμίες και ο άλλος όχι, τότε η ισοπολιτεία αποδυναμώνεται στην πράξη.

Η δημοκρατία μετατρέπεται έτσι σε ένα σύστημα τυπικής ισότητας και ουσιαστικά άνισης πρόσβασης. Όλοι εμφανίζονται ίσοι απέναντι στον νόμο, αλλά δεν έχουν πάντοτε την ίδια δυνατότητα να κινητοποιήσουν τους μηχανισμούς που εφαρμόζουν τον νόμο. Όλοι μπορούν θεωρητικά να διεκδικήσουν μια θέση, αλλά ορισμένοι ενδέχεται να γνωρίζουν εκ των προτέρων εκείνους που θα αποφασίσουν. Όλοι διαθέτουν δικαιώματα, αλλά κάποιοι αισθάνονται ότι χρειάζονται προσωπική παρέμβαση για να τα ασκήσουν αποτελεσματικά.

Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και η έννοια της ελευθερίας αποκτά προβληματικό περιεχόμενο. Διότι ελεύθερος δεν είναι απλώς εκείνος που δεν υφίσταται άμεσο εξαναγκασμό. Ελεύθερος είναι και εκείνος που μπορεί να διαμορφώνει τη ζωή του χωρίς να εξαρτά την προσωπική του εξέλιξη από την εύνοια τρίτων. Ο άνθρωπος που αναγκάζεται διαρκώς να ζητά χάρες για όσα δικαιούται δεν είναι ανεξάρτητος. Η δυνατότητα προόδου του βρίσκεται υπό τη διακριτική ευχέρεια άλλων ανθρώπων, οι οποίοι μπορούν να του ανοίξουν ή να του κλείσουν πόρτες.

Η εξάρτηση αυτή γεννά και μια ιδιαίτερη μορφή κοινωνικής ταπείνωσης. Ο πολίτης μαθαίνει να παρακαλεί αντί να διεκδικεί, να ευγνωμονεί αντί να απαιτεί λογοδοσία, να αισθάνεται υπόχρεος αντί να αναγνωρίζει την ισοτιμία του. Η εξυπηρέτηση παρουσιάζεται ως προσωπική καλοσύνη εκείνου που διαθέτει ισχύ, ακόμη και όταν αφορά κάτι που ο θεσμός όφειλε να παρέχει αμερόληπτα.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε τέτοιες συνθήκες ευδοκιμεί και η προσωπολατρία. Ο πολιτικός, ο διοικητικός παράγοντας, ο εργοδότης ή ο ισχυρός τοπικός παράγοντας εμφανίζεται ως ευεργέτης επειδή μεσολάβησε για να πραγματοποιηθεί κάτι που θα έπρεπε να εξασφαλίζεται μέσα από διαφανείς διαδικασίες. Η αυτονόητη θεσμική υποχρέωση μετατρέπεται σε προσωπική χάρη και η προσωπική χάρη σε μέσο συγκρότησης κοινωνικής επιρροής.

Η μακροχρόνια επίδραση αυτής της πραγματικότητας στην ψυχολογία των ανθρώπων είναι καταλυτική. Όταν κάποιος διαπιστώνει επανειλημμένα ότι η προσπάθειά του δεν αξιολογείται με δίκαιους όρους, ενδέχεται να οδηγηθεί στην απογοήτευση, στην παραίτηση ή στην αποξένωση από τη συλλογική ζωή. Άλλος επιλέγει να εγκαταλείψει τη χώρα αναζητώντας ένα περιβάλλον μεγαλύτερης θεσμικής αξιοπιστίας. Άλλος συμβιβάζεται και επιχειρεί να αποκτήσει τις γνωριμίες που προηγουμένως κατήγγελλε. Άλλος αποσύρεται από τη δημόσια συμμετοχή, θεωρώντας ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει.

Και στις τρεις περιπτώσεις η κοινωνία ζημιώνεται. Χάνει ανθρώπινο δυναμικό, χάνει εμπιστοσύνη και, κυρίως, χάνει την πίστη των μελών της στη δυνατότητα συλλογικής βελτίωσης.

Ωστόσο, θα ήταν υπεραπλουστευτικό να θεωρήσουμε ότι στην Ελλάδα κάθε επιτυχία οφείλεται σε γνωριμίες ή ότι κάθε άνθρωπος που προοδεύει αποτελεί προϊόν πελατειακής εύνοιας. Μια τέτοια γενίκευση θα αδικούσε όσους εργάζονται, δημιουργούν και διακρίνονται με πραγματική αξία. Επιπλέον, θα ενίσχυε έναν μηδενισμό εξίσου επικίνδυνο με το ίδιο το πελατειακό σύστημα. Η ουσιαστική κριτική δεν απαιτεί να αρνηθούμε την ύπαρξη της αξιοκρατίας όπου αυτή πράγματι λειτουργεί. Απαιτεί να αναγνωρίσουμε ότι ακόμη και η περιορισμένη παρουσία αθέμιτων προνομίων σε κρίσιμους θεσμούς μπορεί να διαβρώσει δυσανάλογα την κοινωνική εμπιστοσύνη.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να καλλιεργηθεί η πεποίθηση ότι όλοι είναι διεφθαρμένοι και όλα είναι προκαθορισμένα. Μια τέτοια αντίληψη θα αποτελούσε την τελική νίκη του ίδιου του συστήματος που υποτίθεται ότι καταγγέλλουμε. Διότι όταν οι πολίτες πεισθούν ότι η αξιοκρατία είναι αδύνατη, παύουν να τη διεκδικούν. Και όταν πάψουν να τη διεκδικούν, η αναξιοκρατία αποκτά τη μεγαλύτερη δυνατή προστασία: την κοινωνική παραίτηση.

Η υπέρβαση του προβλήματος προϋποθέτει ασφαλώς θεσμικές παρεμβάσεις: διαφανείς διαδικασίες επιλογής, αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης, αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου, πραγματική λογοδοσία και περιορισμό της αυθαίρετης διακριτικής ευχέρειας. Καμία όμως θεσμική μεταρρύθμιση δεν θα αποδώσει πλήρως εάν δεν συνοδευτεί από μια βαθύτερη αλλαγή κοινωνικής νοοτροπίας.

Η αλλαγή αυτή απαιτεί κάτι δυσκολότερο από την καταγγελία των ισχυρών. Απαιτεί την προσωπική άρνηση συμμετοχής σε πρακτικές αθέμιτης εύνοιας, ακόμη και όταν αυτές θα μπορούσαν να αποφέρουν ατομικό όφελος. Απαιτεί ο πολίτης να απορρίπτει όχι μόνο το ρουσφέτι που ευνοεί τον ανταγωνιστή του, αλλά και εκείνο που θα μπορούσε να ευνοήσει τον ίδιο. Απαιτεί να θεωρεί την ισότητα των ευκαιριών όχι περιστασιακό αίτημα προσωπικής δικαίωσης, αλλά αδιαπραγμάτευτη καθολική αρχή κοινωνικής συμβίωσης.

Και εδώ βρίσκεται η βαθύτερη ηθική πρόκληση της ελληνικής κοινωνίας: να μεταβεί από την κουλτούρα της προσωπικής εξυπηρέτησης στην κουλτούρα της απρόσωπης δικαιοσύνης. Να κατανοήσει ότι δίκαιος θεσμός δεν είναι εκείνος που εξυπηρετεί τους γνωστούς μας, αλλά εκείνος που λειτουργεί εξίσου για τον γνωστό και τον άγνωστο. Ότι ο έντιμος δημόσιος λειτουργός δεν είναι εκείνος που μας κάνει μια χάρη, αλλά εκείνος που αρνείται να μας ευνοήσει εις βάρος κάποιου άλλου. Ότι ο πραγματικά αξιοκρατικός προϊστάμενος δεν επιλέγει εκείνον που του είναι περισσότερο οικείος, αλλά εκείνον που ανταποκρίνεται καλύτερα στις απαιτήσεις της θέσης.

Μια κοινωνία δεν αποδεικνύει την ηθική της ποιότητα από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τους ισχυρούς και τους διασυνδεδεμένους. Την αποδεικνύει πρωτίστως από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον άνθρωπο που δεν γνωρίζει κανέναν. Εκείνον που δεν διαθέτει πολιτικό προστάτη, οικονομική επιφάνεια, οικογενειακό κύρος ή πρόσβαση σε κέντρα επιρροής. Εκείνον που εμφανίζεται ενώπιον ενός θεσμού έχοντας ως μοναδικά εφόδια το δίκιο του, την προσωπική του αξία και την ιδιότητά του ως ισότιμου πολίτη.

Εάν αυτός ο άνθρωπος χρειάζεται να παρακαλέσει για να ακουστεί, να υποταχθεί για να προχωρήσει ή να αποκτήσει προστάτες για να διεκδικήσει όσα δικαιούται, τότε η κοινωνία δεν έχει αποτύχει απλώς να εφαρμόσει την αξιοκρατία. Έχει αποτύχει να προστατεύσει την αξιοπρέπειά του.

Το ουσιαστικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι απλώς αν στην Ελλάδα μπορεί κάποιος να επιτύχει χωρίς γνωριμίες, αλλά πόσο δυσκολότερη καθίσταται η επιτυχία του εξαιτίας της απουσίας τους. Και ακόμη περισσότερο: πόσοι άξιοι άνθρωποι δεν κατόρθωσαν ποτέ να αναδειχθούν, όχι επειδή στερούνταν ικανοτήτων, γνώσεων ή εργατικότητας, αλλά επειδή στερούνταν πρόσβασης στους κατάλληλους ανθρώπους; Πόσα ταλέντα έμειναν αναξιοποίητα, πόσες προσωπικότητες περιθωριοποιήθηκαν και πόσες δυνατότητες χάθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η γνωριμία μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη από την αξία; Η ύπαρξη ορισμένων ανθρώπων που επιτυγχάνουν χωρίς διασυνδέσεις δεν αναιρεί την αναξιοκρατία. Αντιθέτως, αναδεικνύει το μέγεθος της προσπάθειας που ενδέχεται να απαιτείται για να υπερβεί κανείς εμπόδια τα οποία άλλοι δεν χρειάζεται καν να αντιμετωπίσουν. Διότι μια κοινωνία δεν είναι αξιοκρατική επειδή επιτρέπει σε ορισμένους άξιους να επιτύχουν παρά τις αντιξοότητες, αλλά επειδή δεν επιβάλλει στους άξιους να υπερβαίνουν αδικαιολόγητες αντιξοότητες για να αναγνωριστεί η αξία τους.

Μια ώριμη δημοκρατία δεν υπόσχεται σε όλους την ίδια επιτυχία. Οφείλει όμως να εγγυάται ότι κανείς δεν θα αποκλείεται αδικαιολόγητα από τη δυνατότητα να την επιδιώξει.

Διότι η δικαιοσύνη μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από το πόσες πόρτες ανοίγουν οι γνωριμίες, αλλά από το πόσες πόρτες παραμένουν ανοιχτές για εκείνους που δεν έχουν καμία.

–

banner-article banner-advertisement

Ροη ειδήσεων