Άρθρα Κοινωνία Πολιτική

“Πέρα από τις ιδεολογίες: η αξιοκρατία, το κοινό καλό και το πρόβλημα του άριστου κυβερνήτη” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης

Ο πίνακας είναι του Γιάννη Γαΐτη

Η πολιτική σκέψη συχνά οργανώνεται γύρω από ένα ερώτημα που μοιάζει αυτονόητο: ποιο είναι το καλύτερο πολιτικό και οικονομικό σύστημα; Καπιταλισμός ή σοσιαλισμός; Φιλελευθερισμός ή ισχυρό κοινωνικό κράτος;

Περισσότερη αγορά ή περισσότερη κρατική παρέμβαση; Περισσότερη άμεση δημοκρατία ή ισχυρότεροι θεσμοί αντιπροσώπευσης; Ίσως, όμως, το βαθύτερο ερώτημα να βρίσκεται αλλού. Ίσως κανένα σύστημα να μην είναι από μόνο του «το καλύτερο», επειδή κανένα θεσμικό οικοδόμημα δεν μπορεί να λειτουργήσει ανεξάρτητα από την ποιότητα των ανθρώπων που το συγκροτούν, το εφαρμόζουν και το διαχειρίζονται.

Ο καπιταλισμός απέδειξε ιστορικά ότι μπορεί να κινητοποιήσει τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις, να ενθαρρύνει την καινοτομία, να δημιουργήσει πλούτο και να επιτρέψει την ανάπτυξη της ατομικής πρωτοβουλίας. Την ίδια στιγμή, όταν αποδεσμεύεται από θεσμικά, κοινωνικά και ηθικά όρια, μπορεί να δημιουργήσει ακραίες ανισότητες, να μετατρέψει την οικονομική ισχύ σε πολιτική επιρροή και να αντιμετωπίσει ακόμη και τον άνθρωπο ως οικονομικό μέγεθος.

Ο σοσιαλισμός, από την άλλη, εισάγει μια διαφορετική ηθική απαίτηση: κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να εγκαταλείπεται επειδή γεννήθηκε φτωχότερος, ασθενέστερος ή λιγότερο προνομιούχος. Η κοινωνική προστασία, η αναδιανομή, η ίση πρόσβαση στην παιδεία και την υγεία και η προστασία των οικονομικά ασθενέστερων αποτελούν κατακτήσεις που δύσκολα μπορεί να απορρίψει μια σύγχρονη κοινωνία. Όταν όμως η αρχή της ισότητας μετατρέπεται σε εξισωτισμό και η κρατική προστασία σε καθολικό κρατικό έλεγχο, υπάρχει ο κίνδυνος να αποδυναμωθούν η προσωπική ευθύνη, η πρωτοβουλία και η δημιουργικότητα.

Ακόμη πιο δραματική υπήρξε η ιστορική εμπειρία καθεστώτων που επικαλέστηκαν τον κομμουνισμό. Η υπόσχεση μιας κοινωνίας χωρίς ταξική εκμετάλλευση συνδέθηκε σε αρκετές ιστορικές περιπτώσεις με τη συγκέντρωση της εξουσίας, την καταστολή της πολιτικής ελευθερίας και την ανάπτυξη αυταρχικών μηχανισμών. Το πρόβλημα εδώ μας οδηγεί σε μια γενικότερη διαπίστωση: ακόμη και μια ιδέα που διακηρύσσει την ισότητα μπορεί να οδηγήσει στην καταπίεση όταν η εξουσία δεν ελέγχεται.

Αλλά ούτε ο φιλελευθερισμός διαφεύγει της ίδιας δοκιμασίας. Η προστασία της ατομικής ελευθερίας, της αυτοδιάθεσης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις της νεωτερικότητας. Ωστόσο, η ελευθερία που αποσυνδέεται πλήρως από την ευθύνη κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε ατομι(κι)σμό. Το «έχω δικαίωμα» δεν απαντά αυτομάτως στο ερώτημα «τι οφείλω στους άλλους;». Μια κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων χρειάζεται επομένως όχι μόνο δικαιώματα αλλά και συνείδηση του κοινού κόσμου που μοιράζονται.

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται η δημοκρατία. Η δημοκρατία διαθέτει ένα ανεκτίμητο χαρακτηριστικό: δεν θεωρεί κανέναν εκ φύσεως ιδιοκτήτη της εξουσίας. Αναγνωρίζει στους πολίτες τη δυνατότητα να επιλέγουν κυβερνήτες, να τους ελέγχουν και, κυρίως, να τους απομακρύνουν. Αυτό αποτελεί τεράστια πολιτική κατάκτηση. Υπάρχει όμως μια διάκριση που συχνά λησμονούμε: το δικαίωμα του λαού να επιλέγει δεν συνεπάγεται ότι ο λαός επιλέγει πάντοτε σωστά.

Η αριθμητική υπεροχή μιας άποψης δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας της. Η δημοφιλία ενός πολιτικού δεν αποτελεί απόδειξη της ικανότητάς του. Η εκλογική νίκη δεν αποτελεί πιστοποιητικό αρετής. Η δημοκρατική νομιμοποίηση απαντά πρωτίστως στο ερώτημα «ποιος δικαιούται να κυβερνήσει σύμφωνα με τους κανόνες του πολιτεύματος;». Δεν απαντά αναγκαστικά στο διαφορετικό ερώτημα «ποιος είναι πραγματικά ικανότερος να κυβερνήσει;».

Αυτή η διάκριση μάς φέρνει αναπόφευκτα στον Πλάτωνα. Στην Πολιτεία, ο Πλάτων αντιμετωπίζει με βαθιά δυσπιστία την ιδέα ότι η πολιτική εξουσία πρέπει να απονέμεται απλώς σύμφωνα με την επιθυμία των πολλών. Η πολιτική, για εκείνον, προϋποθέτει γνώση. Όπως δεν θα επιλέγαμε τον κυβερνήτη ενός πλοίου με κριτήριο ποιος είναι περισσότερο συμπαθής ή διασκεδαστικός στους επιβάτες, έτσι δεν θα έπρεπε να θεωρούμε ότι η διοίκηση μιας πολιτείας δεν απαιτεί ιδιαίτερη παιδεία, κρίση και αρετή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υιοθετήσουμε αυτούσια την πλατωνική πολιτεία. Η σύγχρονη δημοκρατική εμπειρία μάς έχει διδάξει πόσο επικίνδυνο είναι να αναγνωρίζει μια μικρή ομάδα στον εαυτό της το αποκλειστικό δικαίωμα να αποφασίζει ποιο είναι το καλό των υπολοίπων. Το ερώτημα όμως που θέτει ο Πλάτων παραμένει ενοχλητικά επίκαιρο:

Γιατί απαιτούμε αποδεδειγμένη επάρκεια σχεδόν για κάθε σημαντική ανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά είμαστε πολύ λιγότερο απαιτητικοί όταν πρόκειται για τη διαχείριση της ίδιας της πολιτείας; Γιατί χαμηλώνουμε τον πήχη των αξιώσεών μας για την ύψιστη λειτουργία μιας πολιτείας;

Εδώ χρειάζεται να διακρίνουμε την αξιοκρατία από την αριστοκρατία. Αξιοκρατία δεν σημαίνει ότι κυβερνούν οι πλούσιοι, οι απόγονοι ισχυρών οικογενειών, οι κάτοχοι τίτλων ή όσοι αυτοανακηρύσσονται «ανώτεροι». Ούτε σημαίνει ότι ένα πανεπιστημιακό πτυχίο καθιστά αυτομάτως κάποιον άξιο πολιτικής εξουσίας. Η πραγματική αξιοκρατία θα απαιτούσε κάτι πολύ δυσκολότερο: ικανότητα μαζί με ήθος. Γιατί ένας εξαιρετικά ευφυής άνθρωπος χωρίς ηθικούς περιορισμούς μπορεί να είναι περισσότερο επικίνδυνος από έναν μέτριο άνθρωπο. Η τεχνική επάρκεια δεν συνεπάγεται δικαιοσύνη. Η μόρφωση δεν εγγυάται εντιμότητα. Η ευγλωττία δεν αποδεικνύει κριτική ευφυΐα. Η επιτυχία στην οικονομία δεν συνεπάγεται ικανότητα διακυβέρνησης. Ακόμη και η γνώση, εάν υπηρετεί αποκλειστικά την προσωπική φιλοδοξία και ματαιοδοξία, μετατρέπεται στο αποτελεσματικότερο εργαλείο χειραγώγησης και κυριαρχίας.

Γι’ αυτό ο άξιος πολιτικός δεν μπορεί να προσδιοριστεί μονοδιάστατα. Χρειάζεται γνώση, κρίση, εμπειρία, αυτοκυριαρχία, αίσθηση δικαιοσύνης, ικανότητα να ακούει, επίγνωση των ορίων του και -ίσως το δυσκολότερο- δυνατότητα να διακρίνει το προσωπικό του συμφέρον από το δημόσιο και να υποτάσσει το πρώτο στο δεύτερο. Η αξιοκρατία επομένως δεν είναι απλώς διαδικασία επιλογής των «εξυπνότερων». Είναι πρωτίστως ηθική θεωρία περί ευθύνης.

Εδώ βρίσκεται και ένα σοβαρό πρόβλημα της σύγχρονης πολιτικής: συχνά συζητούμε περισσότερο για το σύστημα παρά για τον χαρακτήρα εκείνων που το υπηρετούν. Θεωρούμε ότι, αν ανακαλύψουμε την τέλεια θεσμική αρχιτεκτονική, θα λύσουμε αυτομάτως το πρόβλημα της κακής διακυβέρνησης. Όμως κανένας θεσμός δεν λειτουργεί στο κενό. Οι νόμοι εφαρμόζονται από ανθρώπους. Οι θεσμοί στελεχώνονται από ανθρώπους. Οι δημοκρατικές διαδικασίες πραγματοποιούνται από ανθρώπους. Ακόμη και οι καλύτεροι μηχανισμοί ελέγχου μπορούν να υπονομευθούν όταν εκείνοι που τους διαχειρίζονται στερούνται στοιχειώδους δημόσιου ήθους.

Από την άλλη πλευρά, εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διόρθωση της πλατωνικής σκέψης: δεν αρκούν οι καλοί άνθρωποι· χρειάζονται και καλοί θεσμοί.

Η ιστορία δεν μας επιτρέπει να στηρίξουμε μια πολιτεία στην ελπίδα ότι κάποτε θα εμφανιστούν οι σοφοί κυβερνήτες. Ακόμη και ο ενάρετος μπορεί να σφάλει. Ακόμη και ο ικανός μπορεί να διαφθαρεί. Και, κυρίως, ποιος θα αποφασίσει ποιοι είναι οι «άριστοι»; Εάν οι ίδιοι απονέμουν στον εαυτό τους τον τίτλο, η αξιοκρατία μπορεί πολύ γρήγορα να μετατραπεί σε ολιγαρχία.

Άρα η ώριμη πολιτική λύση δεν βρίσκεται στο δίλημμα «θεσμοί ή άνθρωποι», αλλά στη σύνθεσή τους: καλοί θεσμοί που επιλέγουν, περιορίζουν, ελέγχουν και αντικαθιστούν τους κυβερνώντες — και πολιτική παιδεία που αυξάνει την πιθανότητα οι ικανότεροι και ηθικότεροι συνάμα να φτάσουν στις θέσεις ευθύνης.

Το ίδιο ισχύει και για τις ιδεολογίες. Ίσως το θεμελιώδες λάθος να είναι η απαίτηση να χωρέσουμε ολόκληρη την πραγματικότητα μέσα σε μία από αυτές. Η κοινωνία δεν είναι εργαστήριο στο οποίο μία αρχή μπορεί να εφαρμοστεί παντού με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν πεδία όπου ο ανταγωνισμός και η ιδιωτική πρωτοβουλία παράγουν εξαιρετικά αποτελέσματα. Υπάρχουν άλλα όπου η κοινωνική προστασία και η δημόσια παρέμβαση είναι αναγκαίες. Υπάρχουν στιγμές όπου πρέπει να υπερασπιστούμε πρωτίστως την ελευθερία και άλλες όπου πρέπει να περιορίσουμε τη δύναμη κάποιου για να προστατεύσουμε την ελευθερία των υπολοίπων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι «όλες οι ιδέες είναι εξίσου σωστές». Ούτε ότι μπορούμε να επιλέγουμε αυθαίρετα ό,τι μας βολεύει. Σημαίνει κάτι απαιτητικότερο: ότι οι πολιτικές ιδέες πρέπει να κρίνονται από τις αρχές τους, τις συνέπειές τους, τις περιστάσεις εφαρμογής τους και τη συμβατότητά τους με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και το κοινό καλό.

Ο δογματικός άνθρωπος ξεκινά από την ταυτότητά του: «Είμαι φιλελεύθερος, άρα η λύση πρέπει να είναι φιλελεύθερη». «Είμαι σοσιαλιστής, άρα η λύση πρέπει να είναι σοσιαλιστική». Ο άνθρωπος της πολιτικής κρίσης αντιστρέφει τη διαδικασία. Ξεκινά από το πρόβλημα και ρωτά: τι είναι δίκαιο εδώ; Τι λειτουργεί; Ποιος ωφελείται; Ποιος επιβαρύνεται; Ποια δικαιώματα διακυβεύονται; Ποιες θα είναι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες;

Αυτή ίσως είναι η βαθύτερη έννοια της πολιτικής αριστείας: όχι η κατοχή μιας αλάνθαστης ιδεολογίας, αλλά η ικανότητα ορθής κρίσης μέσα σε μεταβαλλόμενες περιστάσεις.

Και σε αυτό το σημείο ο Πλάτων συναντά, παρά τις τεράστιες διαφορές τους, τον Αριστοτέλη. Η πολιτική δεν μπορεί να είναι απλώς εφαρμογή ενός αφηρημένου κανόνα. Χρειάζεται φρόνηση: την ικανότητα να διακρίνουμε τι απαιτεί η συγκεκριμένη κατάσταση χωρίς να εγκαταλείπουμε τις θεμελιώδεις αρχές της δικαιοσύνης.

Έτσι, το ερώτημα «ποιο είναι το καλύτερο σύστημα;» ίσως πρέπει να αντικατασταθεί από ένα σύνολο δυσκολότερων ερωτημάτων: Ποιο σύστημα δημιουργεί αποτελεσματικότερους περιορισμούς στην εξουσία; Ποιο επιτρέπει την ανάδειξη ικανών ανθρώπων χωρίς να δημιουργεί κλειστή κάστα; Ποιο προστατεύει τον αδύναμο χωρίς να ακυρώνει την προσωπική ευθύνη; Ποιο προστατεύει την ελευθερία χωρίς να εγκαταλείπει την κοινωνική συνοχή; Και, πάνω απ’ όλα, πώς μπορούμε να συνδυάσουμε τη δημοκρατική νομιμοποίηση με την αξιοκρατική επιλογή;

Εκεί βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη πρόκληση. Δεν χρειαζόμαστε λιγότερη δημοκρατία για να αποκτήσουμε περισσότερη αξιοκρατία. Χρειαζόμαστε μια δημοκρατία αρκετά ώριμη ώστε να απαιτεί αξιοκρατία. Μια δημοκρατία στην οποία οι πολίτες δεν επιλέγουν απλώς εκείνον που τους κολακεύει περισσότερο, αλλά αξιολογούν γνώση, συνέπεια, χαρακτήρα και αποτελέσματα. Και μια αξιοκρατία αρκετά δημοκρατική ώστε κανένας «άριστος» να μην είναι ανεξέλεγκτος.

Γιατί εδώ βρίσκεται και το όριο της πλατωνικής πρόκλησης: ο άριστος κυβερνήτης χρειάζεται άριστους θεσμούς ακριβώς επειδή παραμένει άνθρωπος.

Ίσως λοιπόν δεν υπάρχει μία ιδεολογία που να μπορεί να μας απαλλάξει από την ανάγκη να κρίνουμε. Η πραγματικότητα είναι πάντοτε μεγαλύτερη από τις ταμπέλες που κατασκευάζουμε για να την ερμηνεύσουμε. Καπιταλισμός, σοσιαλισμός, φιλελευθερισμός και δημοκρατία περιέχουν αρχές που μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να υπηρετήσουν τον άνθρωπο και, υπό άλλες, να στραφούν εναντίον του.

Το πραγματικό πολιτικό ήθος αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η τυφλή πίστη.

Όχι όταν ρωτάμε «ποια ιδεολογία πρέπει να νικήσει;», αλλά όταν έχουμε την πνευματική ελευθερία να ρωτήσουμε: «Τι υπηρετεί καλύτερα το κοινό καλό, χωρίς να θυσιάζει την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια;»

Και ίσως τότε αντιλαμβανόμαστε κάτι που ο Πλάτων είχε θέσει πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθούμε την πολιτική του λύση: το δυσκολότερο πρόβλημα της πολιτικής δεν είναι απλώς ποιος έχει την εξουσία. Είναι ποιος είναι άξιος να την ασκήσει, για ποιον σκοπό, υπό ποιους περιορισμούς και με ποιον έλεγχο. Κι αυτά τα τέσσερα ερωτήματα είναι πολύ σημαντικότερα από οποιαδήποτε πολιτική ταμπέλα.

–

banner-article banner-advertisement

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ