Αναγνώστες Άρθρα Βιβλίο

Στη μνήμη του καθηγητού μας Γεωργίου Τσαλέρα (Μέρος 2ο) / γράφει ο Γιώργος Ουρσουζίδης

Γιώργος και Σωτηρία Τσαλέρα

Ο γραπτός λόγος ενός ανθρώπου – είτε πρόκειται για επιστημονικά άρθρα, είτε για λογοτεχνικά βιβλία – αντανακλά τον τρόπο σκέψης του και, αναμφίβολα, την προσωπικότητά του. Τα θέματα που επιλέγει να πραγματευθεί και ο τρόπος με τον οποίο τα προσεγγίζει φανερώνουν όσα θεωρεί ουσιαστικά, ενώ κάθε επιλογή του αποκαλύπτει πτυχές του εσωτερικού του κόσμου.

«Πορτρέτα δύο γυναικών»

Το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Τσαλέρα, «Πορτρέτα δύο γυναικών» (Νοέμβριος 2000), πραγματεύεται ένα βαθιά ανθρώπινο θέμα: την ανατροπή της ευτυχίας από τα απρόβλεπτα παιχνίδια της μοίρας, μια δοκιμασία που συχνά καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε στη ζωή μας. Η επιλογή του να εστιάσει στις παράλληλες διαδρομές δύο γυναικών μαρτυρεί μια ευαίσθητη και διεισδυτική ματιά, ικανή να προσεγγίζει την ανθρώπινη ψυχολογία και τις κοινωνικές προκλήσεις με λεπτότητα και αξιοθαύμαστη ευθυκρισία.

Η αντίθεση ανάμεσα στην ευτυχία και την αιφνίδια ανατροπή της, εξαιτίας ενός σοβαρού προβλήματος υγείας, δεν είναι κάτι άγνωστο. Αντιθέτως, είναι μια εμπειρία που οι περισσότεροι έχουμε βιώσει, άμεσα ή έμμεσα. Το βιβλίο παρακολουθεί την ψυχολογική πορεία των δύο ηρωίδων τη στιγμή που η μοίρα μεταβάλλει δραματικά τα δεδομένα της ζωής τους. Ο συγγραφέας αποτυπώνει το αρχικό σοκ που προκαλεί μια τόσο απόλυτη ανατροπή στον ίδιο και στην αγαπημένη του σύντροφο. Τις πρώτες στιγμές, ο νους αρνείται να αποδεχθεί τη νέα πραγματικότητα, επικρατούν η σύγχυση και η αδυναμία κατανόησης των συνεπειών που αυτή συνεπάγεται.

Η διαφορετική στάση των δύο γυναικών απέναντι στην ασθένεια αναδεικνύει δύο θεμελιώδεις, αλλά εξίσου ισχυρές πηγές ψυχικής ανθεκτικότητας: την εξωτερική πνευματική καθοδήγηση και την εσωτερική υπαρξιακή δύναμη. Κάθε μία αναπτύσσει το δικό της μηχανισμό άμυνας προκειμένου να διαχειριστεί τη δοκιμασία.

Η πρώτη γυναίκα – η σύντροφος του συγγραφέα – αντλεί δύναμη από την πίστη της στον Θεό. Παραδίδει τον έλεγχο σε μια ανώτερη δύναμη, γεγονός που της προσφέρει ανακούφιση από το υπαρξιακό άγχος, χωρίς όμως να παραμελεί τη θεραπευτική αγωγή της. Μέσα από τη δοκιμασία αναζητά νόημα, ελπίδα και ψυχική γαλήνη.

Η δεύτερη γυναίκα – μια άγνωστη συνοδοιπόρος – στηρίζεται αποκλειστικά στη δική της θέληση για ζωή. Αναλαμβάνει η ίδια το βάρος της μάχης, ενεργοποιώντας το ένστικτο της επιβίωσης και το πείσμα της. Επικεντρώνεται στην πιστή τήρηση των θεραπειών και στον έλεγχο των καθημερινών της επιλογών.

Θα περίμενε ίσως κανείς, η πρώτη γυναίκα να θεωρήσει τη δεύτερη σκληρή ή αλαζονική, και η δεύτερη να εκλάβει την πρώτη ως παθητική ή μοιρολατρική. Ωστόσο, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται σχέση αμοιβαίου σεβασμού και ειλικρινούς αποδοχής. Ο συγγραφέας εξομολογείται, ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύντροφός του θαύμαζαν τη φίλη τους, πλέον, Γιώτα, για το κουράγιο και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε την επάρατη νόσο. Σταδιακά συνειδητοποίησαν ότι η στάση της δεν πήγαζε από αλαζονεία, αλλά από μια βαθιά εσωτερική φλόγα – ένα «θείο δώρο» – που της είχε δοθεί για να αγωνιστεί. Παρότι η Γιώτα δεν συμμεριζόταν τη δική τους πίστη, εκείνοι προσεύχονταν να διατηρηθεί άσβεστη αυτή η φλόγα μέσα της. Και η ίδια, αισθανόμενη ότι γινόταν πραγματικά κατανοητή, επιζητούσε την παρέα τους, γνωρίζοντας πως ο σεβασμός και η εκτίμησή τους ήταν απολύτως ειλικρινής.

Όλα εκτυλίσσονται κατά τη διάρκεια της πενθήμερης παραμονής του ζευγαριού στο Λονδίνο, όπου ανέμεναν με αγωνία την οριστική διάγνωση της νόσου. Τελικά η ασθένεια αποδείχθηκε ότι  δεν ήταν καρκίνος, αλλά ένα αυτοάνοσο νόσημα. Χαρακτηριστικά, ο Άγγλος γιατρός τους είπε:

«Στη δική σου περίπτωση, τα αντισώματα που είχαν ταχθεί να προστατεύουν το συκώτι σου επαναστάτησαν και στράφηκαν εναντίον του. Από φύλακες έγιναν εχθροί του. Βάλθηκαν να το φθείρουν και τελικά να το καταστρέψουν. Μαζί του να καταστρέψουν και σένα… Αυτή η ανωμαλία, το πραξικόπημα δηλαδή των αντισωμάτων κατά του συκωτιού, είναι η αυτοάνοση ηπατίτιδα. Αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, οδηγεί στην κίρρωση, στον καρκίνο, στον θάνατο…»

Εντυπωσιακές λέξεις χρησιμοποίησε ο Άγγλος γιατρός: «ανωμαλία – πραξικόπημα». Άραγε τις διατύπωσε έτσι ακριβώς ο έμπειρος γιατρός ή μήπως ο συγγραφέας θέλησε να περάσει κάποιο μήνυμα; Οι δύο λέξεις φέρουν έντονο πολιτικό και κοινωνικό φορτίο. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος!

Δυστυχώς, η φίλη τους Γιώτα επιστρέφει στην Αθήνα και λίγο καιρό αργότερα – προτού προλάβουν να ξανασυναντηθούν, όπως είχαν συμφωνήσει – φεύγει από τη ζωή.

Βαθιά ανθρώπινη και συγκινητική είναι η αφιέρωση του βιβλίου: «Σ’ όλους όσους αντιστέκονται με πείσμα στην επιδρομή της Αρρώστιας και στην απειλή του Θανάτου…»

«Ανατροπές»

Θα περάσουμε τώρα στο τρίτο και τελευταίο βιβλίο του Γιώργου Τσαλέρα, στο μυθιστόρημα «Ανατροπές» που δημοσιεύτηκε το  2012, που επίσης είχα τη χαρά να μου χαρίσει.

Εισαγωγικά: «Μ΄ αυτό το βιβλίο επιχειρείται η καταγραφή της ιστορίας μιας πολύπαθης Ελληνικής γενιάς… Αλλεπάλληλες ήταν οι ανατροπές στην πορεία της… Ξεκίνησε από τον Πόντο κυνηγημένη από τους Τούρκους, κατέφυγε στον αχανή Ρωσικό κάμπο… Μετά τη μεγάλη Οκτωβριανή ανατροπή, βρίσκει τελικά προστασία, στην Ελληνική Μακεδονική γη… Ένα από τα στερνοπαίδια της μονάζει σήμερα σε ερημική σκήτη στο Άγιο Όρος… Προγονική ευλαβική παράδοση και εκούσιο προσωπικό αφιέρωμα του στον Χριστό και στην Παναγία…»

Ο συγγραφέας ξεκινά το μυθιστόρημά του απ την Αγία Πετρούπολη, περιγράφοντας με παραστατικό τρόπο την κατάσταση που επικρατεί στην τσαρική Ρωσία, την τελευταία νύχτα, πριν ξεσπάσει η επανάσταση των μπολσεβίκων που θα άλλαζε τον ρου της ιστορίας (Οκτώβρης του 1917): «Μήνες τώρα, σωρεύονταν πάνω απ την όμορφη νύφη του Ρωσικού Βορρά, απειλητικά τα νέφη της λαϊκής οργής, κι όλα προμήνυαν, από καιρό, το ξέσπασμα της καταιγίδας[…] Αποφασισμένοι οι πρωτοπόροι της βίαιας κατάλυσης της εξουσίας[…] Μιας μακρόχρονης και «στέρεα» θρονιασμένης αυτοκρατορίας, μιας απόλυτης εξουσίας, που πίσω από τις φανταχτερές βιτρίνες της έκρυβε περίτεχνα τη διαφθορά, τη βία, την αδικία, τη φτώχια[…] Φωτισμένοι Ρώσοι συγγραφείς, σοφοί, μυαλά καθαρά, είχαν προβλέψει από καιρό, το νομοτελειακό τέλος της… Και το περίμεναν όλοι…»

Λίγα χρόνια πριν, στον Πόντο, ο Σάββας Ιωαννίδης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρογονική του εστία και να διαφύγει με την οικογένειά του στη Ρωσία κυνηγημένος απ τους Τούρκους, όπως έκαναν χιλιάδες Πόντιοι πρόσφυγες μη αντέχοντας την καταπίεση και τους διωγμούς. Παρουσιάστηκε – μετά από μεγάλα βάσανα και κακουχίες – στον Πέτρο Ζντάνωφ, έναν πλούσιο γαιοκτήμονα που είχε τη φήμη του δίκαιου ανθρώπου, και του μίλησε καθαρά: «Του διηγήθηκε τις πιέσεις και τα βασανιστήρια του Τούρκου μπέη να αλλαξοπιστήσει και να πάρει στο χαρέμι του την όμορφη κόρη του, την Παρθενόπη. Σε ένα καβγά που είχαν οι δυο τους ένα βράδυ, για να γλυτώσει από το μαχαίρι του δυνάστη, το άρπαξε από τα χέρια του και τον χτύπησε στην καρδιά αφήνοντας τον νεκρό… Νύχτα μάζεψε τότε την οικογένεια, τη γυναίκα του, την κόρη του και τον μικρό του γιο, περπάτησαν νύχτες και μέρες, έφθασαν στα σύνορα της Ρωσίας…». Ο Ρώσος γαιοκτήμονας τον δέχθηκε, του πρόσφερε στέγη και δουλειά, έτσι ο Έλληνας από τον Πόντο βρήκε επιτέλους φιλόξενο τόπο να δουλέψει, να θρέψει την οικογένειά του και να μορφώσει τα όμορφα παιδιά του, την Παρθενόπη και τον Λάζαρο.

Η ρωσική επανάσταση του 1917 και ο εμφύλιος που ακολούθησε ανέτρεψαν ξανά τις ζωές τους, αναγκάζοντάς τους να εγκαταλείψουν τη Σοβιετική πλέον Ένωση. Ξεκίνησαν για το ταξίδι της επιστροφής στην Ελλάδα, αφού πρώτα ο Λάζαρος παντρεύτηκε την όμορφη κόρη του Πέτρου Ζντάνωφ, Ιρένα. Ο έξυπνος γαιοκτήμονας φρόντισε έτσι να προστατέψει την κόρη του από όσα ακολούθησαν. Οι δύο του γιοί, οι μεγαλύτεροι, σκοτώθηκαν στον Ρώσικο εμφύλιο, όπως και ο ίδιος σε κάποια μάχη στην Κριμαία, η σύζυγος δεν άντεξε τις κακουχίες, έσβησε κάπου στη Σιβηρία. Γλύτωσε μόνο ο μικρότερος γιος του, ο Ιωακείμ, που μόναζε σε κάποιο μοναστήρι ψηλά στα Ουράλια, μάλιστα ο ηγούμενός του, χρήστηκε πρώτος Πατριάρχης της μετά – Τσαρικής Ρωσίας. Αργότερα όμως και αυτός είχε την ίδια τύχη με τα αδέρφια του, θύμα της επανάστασης των μπολσεβίκων.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                    Στη συνέχεια ο συγγραφέας αφηγείται το ταξίδι της επιστροφής, από το λιμάνι της Οδησσού – με Ιταλικό εμπορικό – στον Πειραιά και από εκεί στη νέα  πατρίδα των προσφύγων, στην ελεύθερη Μακεδονία. Ξεκινώντας πάλι από το «μηδέν», με την εργατικότητα και τον πολιτισμό τους, συνέβαλαν στην αναγέννηση του τόπου. Γεγονότα, που λίγο – πολύ, όλοι οι πρόσφυγες έχουμε ακούσει από τους παππούδες και της γιαγιάδες μας, αποτελούν το κοινό βίωμα χιλιάδων προσφύγων.

Τα πλοία που μετέφεραν τους πρόσφυγες από την Οδησσό ακολουθούσαν μια εξαιρετικά επικίνδυνη θαλάσσια διαδρομή. Περνούσαν ανοιχτά από τις ακτές της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας προς το Νότο,(ο Σάββας Ιωαννίδης και οι δικοί του, ίσως είχαν την ευκαιρία να αντικρίσουν, μακριά στον ορίζοντα, τα αγαπημένα πατρογονικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας), έκαναν κρίσιμη στάση στην Κωνσταντινούπολη, που τότε τελούσε υπό των έλεγχο των συμμάχων,  διέσχιζαν τα «Δαρδανέλια» και κατέληγαν στον Πειραιά. Η διαδρομή αυτή, αποτελεί την ιστορική πορεία των Ελλήνων προσφύγων που διέφυγαν από τη δίνη του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου(1917-22).

Ο Σάββας, η σύζυγος του Μαρία και ο γιος τους  Λάζαρος με τη γυναίκα του Ιρένα, εγκαθίσταται τελικά στη Νάουσα. Η κόρη του Παρθενόπη, έμεινε στη Ρωσία, ερωτεύθηκε έναν μπολσεβίκο γιατρό, τον Μπορίς, ο οποίος ήταν επίσης ξετρελαμένος με την πανέμορφη και έξυπνη κόρη από τον Πόντο(άλλωστε η λεβεντιά της  έγινε η αιτία να  σκοτώσει ο πατέρας της Σάββας τον μπέη).

«Την πρώτη κιόλας μέρα στη Νάουσα, ο Σάββας και ο Λάζαρος παρουσιάστηκαν στο υφαντουργείο του Λαναρά. Τους δέχθηκε το ίδιο το αφεντικό, με απλότητα και καλοσύνη που τους κατέπληξε. Έτσι ξεκίνησε η νέα περίοδος της ζωής τους, ο Σάββας επιστάτης στο κτήμα και ο Λάζαρος δόκιμος μηχανικός στο εργοστάσιο. Όλα πήγαιναν σχοινί – κορδόνι, ο Σάββας με τη γυναίκα του στο κτήμα και ο Λάζαρος με τις υδροκίνητες μηχανές του εργοστασίου σε πλήρη λειτουργία!»

Εργοστάσιο Λαναρά_1920

Το 1930 το νεαρό ζευγάρι απέκτησε το πρώτο του παιδί, η όμορφη Ιρένα έφερε στον κόσμο ένα αγγελούδι, την Ελένη, αργότερα το 1934 ήρθε και το δεύτερο παιδί, ο Νικόλας. Στο μεταξύ ο κ. Λαναράς φρόντισε να μάθουν καλύτερα την Ελληνική γλώσσα, ιδιαίτερα η Ιρένα, έτσι τους εξασφάλισε έναν συνταξιούχο Ελληνολάτρη δάσκαλο, τον κ. Μανώλη. Τους δίδαξε – πέρα απ τη γλώσσα – «με απλό τρόπο, τις ξεχωριστές περιόδους από την Ελληνική ιστορία, και αργότερα, πιο ειδικά, την πλούσια ιστορία της Νάουσας. Να γνωρίσουν το τόπο που ζουν… το παρών και το παρελθόν του». Έτσι το ζευγάρι γνώρισε την ιστορία του τόπου, απ την αρχαία Μακεδονία του Φιλίππου και του Μέγα Αλέξανδρου, τους Ελληνιστικούς χρόνους, την εμφάνιση των Ρωμαίων κατακτητών, τους μίλησε για τον Απόστολο Παύλο που κήρυξε στη γειτονική Βέροια, για το Ελληνικό χριστιανικό Βυζάντιο, «με κορωνίδα την ανυπέρβλητη Αγία Σοφία στην βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη!»

«Εδώ, στη δική μας γειτονιά, αξιόλογο Βυζαντινό κέντρο ήταν τότε η Βέροια, με τις εβδομήντα πέντε εκκλησίες της. Όμως, αυτόν τον πλούσιο και ευτυχισμένο τόπο τον είχαν φθονήσει και όλοι οι άρπαγες εχθροί μας. Από Βορρά και Ανατολή. Στο ασταμάτητο κύλισμα των αιώνων, γνώρισε συχνές επιδρομές. Πολλές φορές κατακτήθηκε και λεηλατήθηκε κιόλας. Πέρασαν Σέρβοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, Φράγκοι, Τούρκοι, στο τέλος όμως κανένας δεν μπόρεσε να κουρσέψει την ψυχή του…». Στρεφόμενος προς την Ιρένα ο κ. Μανώλης της είπε: «Χρωστάμε πολλά σε σας τους Ρώσους, τους Ορθόδοξους αδερφούς μας, στην Κριμαία, στην Οδησσό, έπεσε πρώτα ο σπόρος της εξέγερσης του γένους μας ενάντια στον Τούρκο κατακτητή. Έλληνες πατριώτες που σταδιοδρομούσαν στη φιλόξενη Ρώσικη γη, ίδρυσαν στην Οδησσό τη Φιλική Εταιρεία. Τη μυστική μήτρα που θα γεννούσε την Ανάσταση του Γένους μας. Είναι ένας λόγος κοριτσάκι μου να σ αγαπάω ακόμα πιο πολύ…»

Τους μίλησε για την Τουρκοκρατία, την εξέγερση της Νάουσας, για τους αρχηγούς άρχοντες, Λογοθέτη, Ζαφειράκη, Αγγελή Γάτσο και με στρατιωτικό ηγέτη τον Τάσο Καρατάσο, οι Ναουσαίοι τον Απρίλη του 1822 ύψωσαν τη δική τους επαναστατική σημαία. Ο σουλτάνος εξοργισμένος έδωσε ρητή διαταγή στον Λουμπούτ πασά:  

«Στη Νάουσα και σ΄ όλη την περιοχή της να μην μείνει τίποτα όρθιο […] Οι άντρες να σφαχτούν κι οι γυναίκες να συρθούν για πούλημα στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Είναι τότε, που πολλές Ναουσαίες προτίμησαν το θάνατο απ την ατίμωση. Γκρεμίστηκαν όλες μαζί με τα παιδιά τους, ψηλά απ τα βράχια, εδώ κοντά, στους Στουμπάνους». Τους εξιστόρησε ο κ. Μανώλης πολλές απ τις ένδοξες στιγμές του αγώνα των σκλαβωμένων Ελλήνων.

Η παλιά γέφυρα στους Στουμπάνους

Ακολούθησε ο αγώνας για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, οι φωτισμένοι πατριώτες πρόξενοι, Λάμπρος Κορομηλάς του προξενείου της Θεσσαλονίκης και Ίωνας Δραγούμης του Μοναστηριού, οργάνωσαν τα Ελληνικά αντάρτικα σώματα. Ο Παύλος Μελάς στη Δυτική Μακεδονία, οι οπλαρχηγοί Καπετάν Άγρας στην Έδεσσα, ο καπετάν Κώττας στη Φλώρινα, στη Βέροια ο καπετάν Κόρακας, ο Δεσπότης Καστοριάς Καραβαγγέλης, η Νάουσα έδωσε πολλά  παλικάρια και καπεταναίους στον αγώνα μέχρι την απελευθέρωση της Μακεδονίας στις αρχές του νέου αιώνα. Μέσα σ αυτό το περιβάλλον μεγάλωναν και τα δύο παιδιά του Λάζαρου και της Ιρένας, η όμορφη Λένα(Ελένη) και ο Νικόλας.

Όμως, ο καιρός της ειρηνικής ζωής των προσφύγων δεν κρατά πολύ- ήρθε νέα ανατροπή – ο πόλεμος χτυπά ξανά την πόρτα τους, τον Οκτώβρη του 1940 ο Μουσολίνι απαιτεί να παραδοθεί η Ελλάδα, μετά το περήφανο «ΟΧΙ» του τότε κυβερνήτη Μεταξά γίνεται γενική επιστράτευση, έτσι ο Λάζαρος βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του πολέμου(16ο Σύνταγμα), δεκανέας πυροβολητής, στη φωτιά του πολέμου! Εν τω μεταξύ το εργοστάσιο του Λαναρά επιτάσσεται για τις ανάγκες του πολέμου, τον καλούν στη Νάουσα για να προσφέρει την πολύτιμη εμπειρία του στην λειτουργία του εργοστασίου, εκεί και η Ιρένα του – εθελόντρια – στον αγώνα για τη νέα της πατρίδα!

Μετά τις επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού στο Αλβανικό μέτωπο, στις 6 Απριλίου του 1941 απ τα ραδιόφωνα αναγγέλλονταν  νέα ανατροπή, η εισβολή –  των Γερμανών αυτή τη φορά – η «γραμμή Μεταξά» έμελε να γράψει τη δική της λαμπρή ιστορία. «Έκπληκτοι οι Γερμανοί, για τον ηρωισμό των Ελλήνων, τους τιμούσαν παρουσιάζοντας όπλα, όταν βγήκαν απ τα οχυρά, τραυματίες κατάκοποι, αλλά με το κεφάλι ψηλά».

Δεν άργησε να ξεκινήσει ο αγώνας κατά των κατακτητών, η Λένα οργανώθηκε στην αντίσταση, η φίλη της, η Μαρία της είχε εκμυστηρευτεί ότι δρούσε μια μυστική οργάνωση, ΕΑΜ ήταν το όνομά της, Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο: «Στο βουνό μας, το Βέρμιο, έχουν βγει από καιρό, οι πρώτοι αντάρτες. Είναι παλληκάρια του τόπου μας, αλλά και από όλα τα μέρη της Ελλάδας… Μην κοιτάς εδώ είμαστε ήσυχα ακόμα, όμως στην Αθήνα και σ άλλες πόλεις, ο κόσμος υποφέρει από την πείνα. Εξευτελίζεται και βασανίζεται από τους κατακτητές, πολλοί έχουν ξεσηκωθεί, αντιστέκονται. Πήραν τα βουνά και πολεμάνε τον Γερμανό, τον Ιταλό, το Βούλγαρο, δυνάστη τους…». Μέσω της αδελφικής της φίλης, της Μαρίας, η Λένα ήρθε σε επαφή με τον Άλκη, έναν αγωνιστή του ΕΑΜ, «Καπετάν Ακρίτας» το όνομά του στο βουνό.

Στην αντίσταση και ο Σάββας Ιωαννίδης, βοηθούσε, όπως πολλοί Ναουσαίοι, τον αγώνα του ΕΑΜ. «Κάποιος σπιούνος που ζήλευε την προκοπή του, τον κατήγγειλε στους Γερμανούς… Έστειλαν τον Σάββα στο στρατόπεδο Παύλου Μελά… Μιαν αυγή, ο Σάββας εκτελέστηκε μαζί με άλλους ομήρους…». Η γυναίκα του, η Μαρία, δεν άντεξε, «έφυγε» και εκείνη να ανταμώσει με τον αγαπημένο της.

Αξίζει να αναφερθεί ένα ανατριχιαστικό περιστατικό, ενδεικτικό της βίας που ασκούσαν οι Γερμανοί κατακτητές: «Που είναι οι άντρες σας; Απάντησαν πως είναι φύλακες και είναι έξω στο δάσος…. Αντί για άλλη απάντηση τις διέταξαν να μπούνε με τα παιδιά στο φυλάκιο… Κλείδωσαν την πόρτα και τα παράθυρα με τις σιδεριές και τα μεταλλικά κανάτια… Ύστερα, ένα συνεργείο με φλογοβόλα, άρχισε το φονικό έργο του. Ξερνούσε φωτιά πάνω στο φυλάκιο που σε λίγο μεταμορφώθηκε ολόκληρο σε φλεγόμενη μάζα. Κι ύστερα η απόλυτη σιγή θανάτου… Είχαν καεί όλοι ζωντανοί! Οι μάνες και τα έξι παιδιά τους. Τα πτώματά τους βρέθηκαν ύστερα από μέρες, καρβουνιασμένα και κολλημένα στις σιδεριές των παραθύρων»!

Τις τελευταίες αιματηρές μέρες της κατοχής, διαδέχτηκε η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, πέρασε η εξουσία στο ΕΑΜ που ελέγχονταν από το ΚΚΕ, γρήγορα όμως, με παρέμβαση των Άγγλων, άλλαξε η κατάσταση, ακολούθησαν τα «Δεκεμβριανά», στις 12 του Φλεβάρη 1945 υπογράφηκε η «Συνθήκη της Βάρκιζας» και ο ΕΛΑΣ υποχρεώθηκε να καταθέσει τα όπλα.

«Το 1946 όμως ξέσπασε η καινούργια καταστροφική καταιγίδα… το Βέρμιο είχε γίνει τώρα το κέντρο του Δημοκρατικού Στρατού… με άντρες που άλλοι τους ακολούθησαν εθελοντικά, και άλλοι στρατολογήθηκαν βίαια… Ως το 1949 χύνονταν καθημερινά αίμα Ελληνικό και απ τις δύο μεριές…».

Στα 15 του χρόνια ο Νικόλας, στα 19 η αδερφή του η Λένα, στρατολογήθηκαν χωρίς τη θέλησή τους από τους αντάρτες, ο Νικόλας το ίδιο βράδυ της στρατολόγησής του ξέφυγε και επέστρεψε στο σπίτι του, η Λένα έμεινε στο βουνό, έτσι χωρίζουν οι δρόμοι των δύο παιδιών. Μετά τη λήξη του εμφυλίου, η πόλη μπαίνει σε ρυθμούς ανάπτυξης, ο Νικόλας τελειώνει το Γυμνάσιο και είναι πλέον φοιτητής στην Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης. Η Λένα  με τον αγαπημένο της Άλκη(Καπετάν Ακρίτα) φτάνει στη Σοβιετική Ένωση, όπου συναντά τη θεία της Παρθενόπη(αδελφή του πατέρα της) που ζει εκεί με τον γιατρό σύζυγό της, Μπορίς. Τα δύο αδέλφια ζουν πλέον σε περιβάλλον ειρήνης, δημιουργούν οικογένειες και αποκτούν από δύο παιδιά.

Κατά την διάρκεια των σπουδών του ο Νικόλας επισκέπτεται το Ρώσικο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα στο Άγιον Όρος, προς μεγάλη του έκπληξή, οι Ρώσοι καλόγεροι τον υποδέχονται ως δικό τους άνθρωπο(η μητέρα του  προέρχονταν από αρχοντική οικογένεια της Ρωσίας, αγαπημένη των Τσάρων) και παραχωρούν σε αυτόν και στο φίλο του Θόδωρο κελιά επισήμων, στον ανώτερο όροφο με θέα προς τη θάλασσα. Εκεί γνωρίζει τον ηγούμενο της Μονής, γέροντα πατήρ Ιερεμία, του διηγήθηκε πως ήταν φίλοι και «εν Χριστώ αδελφοί» με τον θείο του Ιωακείμ(αδελφό της μητέρας του), καλόγεροι και οι δύο στο μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα, ψηλά στα Ουράλια, ο Θεός θέλησε να ξεφύγει και έφτασε στο Άγιον Όρος.

«Για τον Νικόλα, η θερμή φιλοξενία στο Ρώσικο Μοναστήρι, ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία. Του φάνηκε πως άνοιξε ξάφνου μπροστά ένας δρόμος μαγικός. Η προοπτική ενός αλλιώτικου κόσμου…»

Μετά τη στρατιωτική του θητεία ο Νικόλας διορίζεται δάσκαλος σε ένα ορεινό χωριό του Βερμίου, παντρεύεται την αγαπημένη του Νίκη, μια όμορφη, ξεχωριστή κόρη της Νάουσας και αποκτούν δύο παιδιά. Με τη δημιουργική του παρουσία, μέσα και έξω απ το σχολείο, κερδίζει τις καρδιές των μαθητών και των κατοίκων, η Νίκη άξια συμπαραστάτισσα, πάντα πλάι του.

Όμως στη ζωή τους οι «ανατροπές» ήταν πάντα παρούσες, ξαφνικά αρρωσταίνει ο πατέρας του Νικόλα, ο Λάζαρος, και πεθαίνει από καρκίνο. Έτσι την επιστροφή της κόρης του Λένας από τη Σοβιετική Ένωση – μετά από 25 ολόκληρα χρόνια – δυστυχώς δεν την προλαβαίνει, «φεύγει» δίχως να ξαναδεί την αγαπημένη του κόρη.

Στο σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, ο Νικόλας με τη γυναίκα του Νίκη και τα δύο τους παιδιά, έτοιμοι από νωρίς να υποδεχτούν την αγαπημένη αδερφή του, τη Λένα!  Η μητέρα της Ιρένα χτυπημένη από τον ξαφνικό χαμό του Λάζαρου, έμεινε να την περιμένει στο σπίτι της στη Νάουσα. Δεν περιγράφεται η συγκίνηση, όταν αντίκρισαν την λυγερόκορμη, ώριμη πλέον, αρχοντογυναίκα, «Φωνή χαράς, θριάμβου, αλλά και σπαραγμού: Νικόλα, Νικόλα, αδελφούλη μου! Είμαι η Λένα! Είμαι εγώ, η Λένα!» Το λεωφορείο που τους μετέφερε απ τον Σ.Σ. Νάουσας στην πόλη, έφτασε επιτέλους και σταμάτησε στην πλατεία κοντά στον Άγιο Μηνά. «Περίμενε εκεί καθισμένη σε καρέκλα η μάνα τους, η Ιρένα! Δεν άντεξε να τους περιμένει στο σπίτι… Όταν αντιλήφθηκε ότι το λεωφορείο πλησιάζει, σηκώθηκε όρθια, στηρίζονταν στο μπαστούνι… Η Λένα απ το λεωφορείο κραύγαζε: Μαμά μου! Μανούλα μου! Όρμησε και κατέβηκε πρώτη απ το λεωφορείο. Έτρεξε και την αγκάλιασε, κορούλα μου, πονεμένο μου κορίτσι! – Που είναι ο πατερούλης μου, ο λατρευτός! – Υπομονή Λένα μου, ο πατέρας σου έφυγε ευτυχισμένος. – Είχε μάθει πως έκανες στα ξένα μια πολύ καλή οικογένεια!»

Στιγμές που δεν περιγράφονται με λόγια, καταστάσεις που εύχεσαι να μη ζήσεις ποτέ, αλλά ταυτόχρονα μοναδικές, η επιστροφή των προσφύγων, η επανένωση οικογενειών που χωρίστηκαν για δεκαετίες, δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό στον κόσμο απ τον δεσμό της αγάπης, της ανιδιοτελούς αγάπης!

Ο σιδηροδρομικός Σταθμός της Νάουσας  – 1894

Ο χρόνος παραμονής της Λένας στην Ελλάδα πέρασε και έπρεπε να επιστρέψει στην Ρωσία, ξανά στιγμές βαθιάς συγκίνησης, αποχωρισμού αυτή τη φορά. Μάνα και κόρη καταλάβαιναν πως αυτό το φιλί του αποχωρισμού, ήταν το στερνό φιλί αυτής της ζωής! Η Ιρένα μετά από λίγο καιρό κίνησε για το «μεγάλο ταξίδι», για τον αγαπημένο της Λάζαρο.

Τα παιδιά του Νικόλα και της Νίκης πέτυχαν την εισαγωγή τους στην Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης, έφτιαξαν οικογένειες, απέκτησαν παιδιά και εγκαταστάθηκαν σε άλλες πόλεις, η Ειρήνη στη Φλώρινα, ο Λάζαρος στην Ιερισσό της Χαλκιδικής. Έτσι οι γονείς τους αφοσιώθηκαν στο έργο τους, ο Νικόλας διευθυντής σε κεντρικό σχολείο της πόλης, τις Κυριακές έψαλλε στην εκκλησία του Αγίου Μηνά, και πάντα δίπλα του, άξια συμπαραστάτισσα, η Νίκη.   

Οι «ανατροπές» βρήκαν πάλι την οικογένεια, η Νίκη χτυπημένη απ την επάρατη νόσο, αποφασίζει να εγκαταλείψει τα εγκόσμια, «είχε νιώσει τα μυστικά καλέσματα της Παναγίας, για τη μοναστηριακή ζωή. Κι ήταν προετοιμασμένη, για το μεγάλο βήμα της αλλαγής, της σωτηρίας». Ο Νικόλας συνοδεύει την αγαπημένη του Νίκη στη μονή, «με δυσκολία συγκρατούσε τη συγκίνηση που τον έπνιγε… αμίλητος επιβιβάστηκε στο ταξί… Είπε μόνο στον ταξιτζή: Πάμε! Τώρα όλα έχουν τελειώσει!»

Τα βήματά του τον έφεραν ξανά στο αγαπημένο του μοναστήρι στο Άγιο Όρος. Εκεί, ο ηγούμενος τον υποδέχθηκε με θέρμη, και ο κατά κόσμον Νικόλαος Ιωαννίδης εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωακείμ. Στη μνήμη του θείου του, μοναχού Ιωακείμ, που χάθηκε μετά την Οκτωβριανή επανάσταση κατά τη διάρκεια του Ρωσικού εμφυλίου. Μετά από χρόνια παραμονής στη μονή, έκρινε πως ήρθε η ώρα για τη νέα, τελειωτική δοκιμασία, εκείνη που ο ίδιος αυτόβουλα είχε επιλέξει, «για τη συνάντησή του με το Θεό… αργά το απόγευμα, εξουθενωμένος, αλλά με την ψυχή ανάλαφρη κι ευτυχισμένη, αντίκρυσε επιτέλους το μεγάλο ξύλινο σταυρό, πάνω από τη σκήτη».   

Η φήμη του, έφερνε κοντά του πιστούς που είχαν ανάγκη την ευλογία του και την πολύτιμη συμβουλή του, «συχνά όμως και από περιέργεια, για τον ερημίτη μοναχό και την ιστορία του». Πολλοί ήταν εκείνοι που βρήκαν κατανόηση και λύτρωση από τα προβλήματα που τους απασχολούσαν.

Τα χρόνια βάραιναν ολοένα και περισσότερο στους ώμους του, οι μνήμες της ταραχώδους ζωής του ξύπνησαν μέσα του μια τελευταία φλογερή επιθυμία, έναν διακαή πόθο, να ξαναβρεθεί με τα αγαπημένα του πρόσωπα, τα παιδιά του, τα εγγόνια του, την αδερφή του Λένα, όλους τους αγαπημένους ανθρώπους του, σε έναν τελευταίο αποχαιρετισμό!

Ευτυχισμένος, είχε την ευλογία να ζήσει ένα διήμερο στην Ιερισσό με όλα τα αγαπημένα του πρόσωπα, τους αποχαιρέτισε με τα παρακάτω λόγια: «Τελειώνοντας, εύχομαι για όλους σας, ο Κύριος να είναι πάντα κοντά σας. Να σας καθοδηγεί, να σας προστατεύει. Από το ερημητήριό μου και εγώ, θα προσεύχομαι και θα ικετεύω για όλους σας. Παρακαλώ, με την ίδια πίστη, να προσεύχεστε και εσείς για μένα, τον ταπεινό, τον ελάχιστο».

Στη συνέχεια όλοι μαζί τον συνόδευσαν στο πλοίο που θα τον μετέφερε στη μονή και τη σκήτη του.

«Από την προκυμαία, όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι του, θα άφηναν ένα παρατεταμένο αναφιλητό.

Κι ο π. Ιωακείμ θα τους αποχαιρετούσε από την πλώρη. Όρθιος κι εντελώς ασάλευτος. Κολώνα ολόμαυρη, τυλιγμένη στο ράσο του.

Θα έκλαιγε κι εκείνος, με αναφιλητά που θα έσβηναν όμως, μέσα στο απόβραδο και δεν θα ακούγονταν έξω στην παραλία.

Έτσι θα χάνονταν, από τα μάτια όλων των αγαπημένων του, εκείνο το απόγευμα, ο ευσεβής, πατήρ Ιωακείμ.

Ευθυτενής και ασάλευτος.

Θα τον έπαιρναν μαζί, το άπειρο της θάλασσας και του ουρανού. Χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος πίσω του, από το πέρασμά του.

Ύστερα από χρόνια, θα κυκλοφορούσε και πάλι στα μέρη του, ο μύθος του, μαζί με την πονεμένη ιστορία της γενιάς του».

Γεωργίου Τσαλέρα

                                              Βέροια 19/6/2026                          Ουρσουζίδης Ν. Γιώργος

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ