“Η Πολιτική Θεολογία του Τραμπ ξεκινά έναν νέο 30ετή πόλεμο;” / γράφει ο Γιώργης-Βύρων Δάβος
Η διολίσθηση της αμερικανικής πολιτικής σε έναν τυφλό θρησκόληπτο εθνικισμό απειλεί όχι μόνο την παγκόσμια ασφάλεια, αλλά και τα ηθικά θεμέλια της ίδιας της θρησκείας
Οι κιτς αναρτήσεις του Τραμπ, με απεικονίσεις του πρώτα ως Θεός, κατόπιν σαν εκλεκτός του Ιησού (αλλά και τις αναφορές του τη Μεγάλη Παρασκευή για τη ‘Σταυροφορία’ κατά των απίστων), τις προσευχές του υπουργού του Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ δανεισμένες από το… Pulp Fiction και τις διαρκείς αναφορές των επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή στην Αποκάλυψη και τον Αρμαγεδώνα ανταποκρίνονται σε μια προσπάθεια, ανώτερη από τις προηγούμενες του Τζορτζ Μπους του νεότερου να περιβληθεί η επιχείρηση με ένα «θεϊκό σχέδιο».
Η ασυγκράτητη διολίσθηση της αμερικανικής πολιτικής σε έναν τυφλό θρησκόληπτο και μισαλλόδοξο εθνικισμό, που απειλεί όχι μόνο την παγκόσμια ασφάλεια, αλλά και τα ηθικά θεμέλια της ίδιας της θρησκείας -όπως φανερώνει η πρόσφατη διένεξή του με τον Πάπα Λέοντα ΙΔ’. Πολύ περισσότερο δε, όταν ο Τραμπ σαφώς δίνει τα πρωτεία στην Ευαγγελική Εκκλησία, ενεργώντας πάλι εντελώς αντισυνταγματικά -καθώς στη Magna Carta της χώρας γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ εκκλησίας και κράτους, αλλά και απαγορεύει ρητά την ανακήρυξη μίας επίσημης θρησκείας. Η απροκάλυπτη επίθεση του Τραμπ στον Πάπα Λέοντα, σε συνδυασμό με την εικόνα του να προσεύχεται με Ευαγγελιστές πάστορες -για τους οποίους οι Καθολικοί δεν είναι καλοί Χριστιανοί- το πολιτεύεσθαι (;) του Τραμπ ανοίγει τις πύλες για μία πολύ ευρύτερη πολιτισμική σύγκρουση από εκείνη διέβλεπε ο Σάμιουελ Χάντινγκτον.

Το Ιράν ανοίγει ένα νέο, θρησκευτικό, μέτωπο για τον Τραμπ
Δεδομένου ότι και η Καθολική Εκκλησία, αλλά και οι Ευαγγελιστές, έχουν δύναμη σε όλον τον κόσμο (πέρα από τα 90 εκατ. που αριθμούν στις ΗΠΑ, μένει να θυμηθούμε πόσο αποφασιστικά στήριξε τον Μπολσονάρου η πολυάριθμη επίσης Ευαγγελική Εκκλησία στη Βραζιλία και τον Μιλέι στην Αργεντινή) ο Τραμπ οδηγεί τη χώρα του κι ίσως και τον κόσμο ολάκερο σε έναν καινούργιο Τριακονταετή, ενδο-θρησκευτικό, πόλεμο, με διακύβευμα τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και την ανεκτικότητα. Η καθολική κοινότητα στις ΗΠΑ είναι ανάστατη, ακριβώς όπως αντιδράσεις αντηχούν απ’ όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου -προκαλώντας τριβές ακόμη και στις τάξεις της διεθνούς της ακροδεξιάς (βλέπε στήριξη της Ιταλίδας νεοφασίστριας πρωθυπουργού Τζόρτζιας Μελόνι στον Λέοντα).
Η αντίδραση του Τραμπ στην αντίθεση του Λέοντα ΙΔ’ στα εγκλήματα στη Γάζα και στο Ιράν -ένα επεισόδιο που θυμίζει τον αποκλεισμό από τη λειτουργία και τη συγγνώμη του που είχε διατάξει ο Άγιος Αμβρόσιος για τον Θεοδόσιο μετά τις σφαγές των Εθνικών στη Θεσσαλονίκη–και η οποία προκάλεσε ρήγμα με τους Καθολικούς στις τάξεις των Ρεπουμπλικανών, υπογραμμίζει τη μάχη, ακόμη και σε επίπεδο πολιτικής και εκλογικής επιρροής που σοβεί αδιάλειπτα στο θρησκευτικό πεδίο μέσα στην κοινωνία και την πολιτική των ΗΠΑ.
Έτσι γίνεται κατανοητή η τρέχουσα κατάσταση αναφορικά με τον αμερικανικής καταγωγής Πάπα Λέοντα ΙΔ’, ο οποίος προφανώς δεν είναι ex principio εναντίον της κυβέρνησης της χώρας του, αλλά δεν μπορεί και να εγκρίνει όσα πράττει ο πρόεδρός του σε συνέργεια με τον σιωνιστή Νετανιάχου. Ο Πάπας αποτελεί παράδειγμα για όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, όπου πολλοί από το ποίμνιό του είχαν στηρίξει τον Τραμπ και τώρα αρχίζουν να ανησυχούν και να παίρνουν αποστάσεις. Φαίνεται πως αρχίζουν να εμφανίζονται περιπτώσεις αντίρρησης συνείδησης ακόμη και μεταξύ των στρατιωτικών, και όχι μόνο μεταξύ των Καθολικών.
Οι ΗΠΑ ήταν ανέκαθεν εχθρικές προς τους Καθολικούς, οι οποίοι πάντοτε μέσα στο WASP περιβάλλον υφίσταντο διακρίσεις, μην έχοντας πρόσβαση, για παράδειγμα, σε ορισμένα από τα κορυφαία πανεπιστήμια. Μάλιστα σ’ αυτό το κλίμα διακρίσεων ο Ιρλανδός ιερέας Μάικλ ΜακΓκίβνεϊ ίδρυσε στο Νιου Χάβεν (την πόλη του Κονέκτικατ όπου βρίσκεται το Yale) τους «Ιππότες του Κολόμβου» για να στηρίζει τους Καθολικούς από την απομόνωση. Οι Προτεστάντες πάντοτε ήταν φιλύποπτοι για την πίστη των Καθολικών στις ΗΠΑ, καθώς διαρκώς τους κατηγορούν ότι πρώτα υπακούουν στον (ξένο) Πάπα και μετά στην αμερικανική κυβέρνηση.

Μία διαιώνια εχθρότητα, που σήμερα γίνεται αντιληπτή στην προσεκτική στάση των Καθολικών της κυβέρνησης Τραμπ, τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ιδίως τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς. Ο οποίος για να μη δώσει λαβή για ν’ αμφισβητηθεί ο «πατριωτισμός» του (άλλωστε και στο παρελθόν είχε εκφράσει θέσεις εναντίον του Πάπα Φραγκίσκου, οι οποίες προσέγγιζαν τους ονειδισμούς των Ευαγγελιστών) συνέστησε στον Πάπα Λέοντα να ασχολείται μόνο με ηθικά ζητήματα -λες και το ζήτημα της ειρήνης ή του πολέμου δεν είναι κατεξοχήν ηθικό ζήτημα.
Ο κακόγουστος Χριστιανισμός über alles
Το παράδοξο είναι πως μία από τις αιτιολογίες που έχει προβάλλει η κυβέρνηση Τραμπ για την απονενοημένη όπως αποδείχθηκε επίθεσή της στο Ιράν, είναι όπως έλεγε ο Μάρκο Ρούμπιο στις 28 Μαρτίου πως η χώρα αυτή «κυβερνάται από τρελούς φανατικούς» ή όπως τόνιζε ο Χέγκσεθ «οι άγριοι βάρβαροι» τούτοι «επιδίδονται σε ισλαμικά προφητικά ντελίρια». Οι κιτς εικόνες του Τραμπ, η προσευχή του με τους πάστορες, η προκλητική λειτουργία που οργάνωσε στο Πεντάγωνο στις 25 Μαρτίου ο Χέγκσεθ -ο οποίος έχει συγγράψει το 2020 το βιβλίο «Αμερικανική Σταυροφορία» και μέσα στα τατουάζ του περιλαμβάνονται ο Σταυρός της Ιερουσαλήμ κι η επιγραφή Deus Vult (θέλημα θεού)- οι αναφορές του Αμερικανού πρεσβευτή στο Ισραήλ πως το εβραϊκό κράτος έχει δικαίωμα να καταλάβει τη Μέση Ανατολή γιατί ο Θεός της Βίβλου τους την έχει υποσχεθεί.
Ο Τραμπ, το επιτελείο του κι η θρησκόληπτη ηγεσία του Ισραήλ αναπαράγουν την εικόνα ενός νέου Ιερού Πολέμου εναντίον των απίστων, μία σειρά από νέες Σταυροφορίες που, στο μυαλό του, θα πρέπει εκείνος ως παγκόσμιος ηγέτης να αναλάβει να φέρει εις πέρας. Στον νέο τούτο πολιτισμικό Μεσαίωνα που βυθίζει τις ΗΠΑ ο Τραμπ, η «Αγιοποίηση κάθε πτυχής του ανθρώπινου» (εκείνο το Heiligen aller Lebensbeziehungen, που όπως έγραφε ο Burkhardt το 1905 κυριαρχούσε καθ’ υπερβολή εκείνη την περίοδο) επανέρχεται ως ιδεολογικό επίχρισμα για να αιτιολογήσει κάθε κίνηση του Τραμπ, ως «χρίσμα» θεϊκό στο πλαίσιο της «προκαθορισμένης αποστολής» του ίδιου και των ΗΠΑ στο γενικότερο σχέδιο των Ουρανών.

Ο Τραμπ μοιάζει να επιδιώκει, εξόν από το Νόμπελ Ειρήνης και μία «αγιοποίησή» του (canonisation), έστω κι ως under-witted saint -όπως θα έλεγε κι ο W. James (The variaties of religious experience). Άλλωστε τούτο είναι πρόδηλο και στην εικόνα του με τον Ιησού, αλλά κυρίως σ’ εκείνη που καίτοι με μπουφόνικο τρόπο τον παρίστανε ως θυματοποιό: μέσω των F-16 μάλιστα, εκτοξεύει τα βέλη του κατά των σύγχρονων Δράκων και του Κακού, με τη βοήθεια των συμβολικών μορφών του αμερικανικού πατριωτισμού, τη νοσοκόμα, τον βετεράνο πολεμιστή, τον στρατιώτη με τη στολή παραλλαγής. Ενώ και με την επίθεση των χειρών (πρακτική πολύ διαδεδομένη στη λειτουργία των Ευαγγελιστών) φαίνεται να γιατρεύει τον απλό κόσμο από τα δεινά , που αποτυπώνεται στις μορφές του ασθενούς και του κοριτσιού χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ο πίνακας made in AI, φαίνεται να εμπνέεται από τις συνθέσεις του, ένθερμου εξάλλου τραμπικού, ζωγράφου Jon McNaughton -ο οποίος εξειδικεύεται στο να απαθανατίζει συντηρητικούς πολιτικούς και χριστιανικά θέματα- και δεν θα προξενούσε καμία έκπληξη αν το όνομά του περιλαμβανόταν στο prompt που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή αυτής της μεσσιανικής αναπαράστασης.
Αλλά και η φωτεινή αύρα γύρω από τη μορφή του Τραμπ, αναπαράγει το μοτίβο του «φωτεινού Χριστού», όπως αυτό συστηματοποιήθηκε στη λατρευτική χρωμολιθογραφία από τα τέλη του 19ου αιώνα, πριν βρει την τελική του μορφή στο έργο του Warner Sallman -το Head of Christ του οποίου έχει αναπαραχθεί σε περισσότερα από 500 εκατομμύρια αντίτυπα. Αυτό υπήρξε το αρχέτυπο μέσα από το οποίο πολλές γενιές Ευαγγελικών είδαν κυριολεκτικά τον Χριστό.
Σε άλλη παραληρηματικού του ανάρτηση, τη Μεγάλη Παρασκευή, ο Τραμπ συνδύασε τον πόλεμο με το ειρηνικό, κατά τ’ άλλα μήνυμα του Πάσχα, δηλώνοντας πως «από τους χριστιανούς πατριώτες που κατέκτησαν και εξασφάλισαν την ελευθερία μας στο πεδίο των μαχών κι από όλες τις επόμενες γενιές, η αγάπη στον Χριστό έχει οδηγήσει άσφαλτα το έθνος μας μέσα από γαλήνια νερά και ζοφερές θύελλες». Είναι εμφανές πως ο Τραμπ, ξαναπιάνοντας όλες τούτες τις θρησκευτικές αλληγορίες και συνδυάζοντάς τες με το πολεμικό κλέος πασχίζει να ξεχωρίσει μέσα στο ευαγγελικό ποίμνιο ως ένας νέος, μοντέρνος, Άγιος Καβαλάρης. Σαν εκείνους τους μεσαιωνικούς ιππότες, που μας υπενθυμίζει στο μνημειώδες έργο του ο Johan Huizinga «Το Φθινόπωρο του Μεσαίωνα», παράδειγμα ο Charles de Blois, οι οποίοι παρόλο που έσφαξαν πολλούς σε διάφορους κατακτητικούς -όπου η πίστη πάντοτε συμβάδιζε με τις ληστρικές αποβλέψεις- η ευσέβειά τους τους εξασφάλισε την αγιοσύνη.
Ή ακόμη περισσότερο προσπαθεί να αναβιώσει εκείνη την μεσαιωνική ειρωνεία αναφορικά με την οσιότητα, ιδίως των ηγεμόνων που στο τέλος κανονικοποιούντο και συνδύαζε τον έκλυτο βίο (όπως η ζωή του Τραμπ) και την εμμονική θρησκευτική ευλάβεια, την… προσευχή και τη… νηστεία. Κάτι όπως ο Λουδοβίκος της Ορλεάνης ή ο Φίλιππος ο Καλός, που ενώ έχουν μείνει στην ιστορία για τις σαρδαναπαλικές δεξιώσεις τους, τις γιορτές και την πολυτέλεια στην οποία ζούσαν (κάτι σαν τον Τραμπ στο Μαρ-ελ-Λάγκο ή τη χρυσοποίκιλτη αίθουσα χορού στον Λ. Οίκο) βρήκαν τελικά θέση στο Πάνθεον των ευλαβών χριστιανών. Η ευσέβεια του Τραμπ είναι τόσο τυπολατρικά υποκριτική και τόσο επικοινωνιακά μεσσιανική και παίζει με τις συγχρονισμένες δεισιδαιμονίες , όσο εκείνη που καυτηρίαζε ο μεγάλος θεολόγος του Μεσαίωνα Johannes Gerson στο έργο του Contro Vanam Curiositatem. Ο οποίος εάν ζούσε σήμερα κι αντίκριζε τις «τελετές» ή τις αλληγορικές εικόνες του Τραμπ, θα τον είχε συμπεριλάβει χωρίς αμφιβολία στα καταδικαστέα παραδείγματά του.
Για τον λόγο τούτο, αναδεικνύεται το κιτς του προέδρου Τραμπ ως κυρίαρχη πολιτική μυθολογία. Ο Τραμπ γνωρίζει πως ο Αμερικανός και γενικά οι άνθρωποι όπως έλεγε κι ο Καρλ Σμιτ (επηρεασμένος από τον Georges Sorel), δεν κινείται από ορθολογικά επιχειρήματα αλλά από μύθους. Η αμεσότητα του κιτς και του «κακού γούστου» της εικόνας λειτουργούν ως ένας σύγχρονος πολιτικός μύθος που κινητοποιεί τις μάζες επειδή είναι άμεσα αναγνωρίσιμος, συναισθηματικός και υπερβατικός.
Η Πολιτική Θεολογία του Τραμπ (ή του Καρλ Σμιτ😉
Για ακόμη μια φορά, η πολιτική συμπεριφορά του Τραμπ μοιάζει να επιβεβαιώνει τις θεωρίες του κύριου νομικο-πολιτικού απολογητή του Γ’ Ράιχ Καρλ Σμιτ. Οι εικόνες που ανήρτησε και το γενικότερο θρησκευτικό πλαίσιο το οποίο καλλιεργεί ο Τραμπ, αποδεικνύει εκείνο που έγραφε ο Σμιτ στο έργο του «Πολιτική Θεολογία» πως «όλες οι σημαντικές έννοιες της σύγχρονης θεωρίας για το κράτος είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες». Ο τρόπος με τον οποίον ασκεί ο Τραμπ την εξουσία, αλλά και στις εικόνες του ως Χριστός, άσκηση της εξουσίας, δείχνουν την κυριολεκτική εφαρμογή της θέσης του Σμιτ. Ο Τραμπ δεν χρησιμοποιεί απλώς θρησκευτικά σύμβολα, αλλά οικειοποιείται τη θεολογική δομή της αυθεντίας.
Σε αυτό βοηθά και το πλαίσιο που έχει στήσει γύρω από το πρόσωπο του Τραμπ, ένα πρόσωπο-κλειδί, η Πόλα Γουάιτ-Κέιν, διευθύντρια του Γραφείου Πίστης του Λευκού Οίκου, εκατομμυριούχο τηλε-παστόρα και προσωπική πνευματική σύμβουλο του Αμερικανού προέδρου. Την Γουάιτ-Κέιν σημειωτέον έχουν στοχοποιήσει ακόμη και μέλη του κινήματος MAGA, κατηγορώντας την για τη δημιουργία μιας «ψυχοπαθούς αποκαλυπτικής αίρεσης» γύρω από τον ηγέτη. Σε αυτήν την κοσμοθεωρία, η οδύνη δεν είναι απλώς τραγική, αλλά απαραίτητη για να συμβεί η επιστροφή του Χριστού. Αντιστρέφοντας την προτροπή του Μαρξ στους σκλάβους για πάλη, καθώς το μόνο που έχουν να χάσουν είναι η αλυσίδες της, η Γουάιτ-Κέιν διαλαλεί στην αφήγησή της ότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτε άλλο από τον ίδιο τον αφανισμό. Μάλιστα, μετά την πολυσυζητημένη συνάντηση των παστόρων στο Οβάλ Γραφείο, η Γουάιτ-Κέιν το δήλωσε : «Το να λες όχι στον πρόεδρο Τραμπ θα ήταν σαν να λες όχι στον Θεό». Κάτι τέτοιο ηχεί επικίνδυνο, όταν αναλογισθεί κάποιος ότι τέτοιες ακραίες φωνές ψιθυρίζουν προσευχές που επηρεάζουν τις αποφάσεις ενός προέδρου ο οποίος διοικεί τη στρατιωτική ισχύ της ισχυρότερης χώρας στον κόσμο.
Αυτή η σύγκλιση -θεολογίας, ρητορικής και στρατιωτικής ισχύος- βρίσκεται τώρα υπό το μικροσκόπιο στο Καπιτώλιο, όπου οι νομοθέτες ζήτησαν επίσημα τη διεξαγωγή έρευνας για τον Χέγκσεθ και το Υπουργείο Άμυνας, προειδοποιώντας ότι η «εξτρεμιστική θρησκευτική ρητορική» θα μπορούσε να «διεισδύει στην ιεραρχία της διοίκησης και να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται ο πόλεμος κατά του Ιράν».
Επιπλέον, ο Σμιτ, παραλληλίζει την κομβική για την άσκηση και τα όρια της πολιτικής έννοια της «εξαίρεσης» (Ausnahme), βάσει της οποίας ο ηγέτης κι η κυριαρχία του χαρακτηρίζονται από τη δυνατότητα του να κηρύττει το «κράτος εξαίρεσης», με το «θαύμα» στη θεολογία. Ο Τραμπ στην εικόνα απεικονίζεται να επιτελεί ένα θαύμα (θεραπεία). Αυτό τον τοποθετεί πάνω από τον νόμο και την ορθολογική πολιτική διαδικασία, καθιστώντας τον έναν «κυρίαρχο» που αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης (τον άρρωστο λαό). Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην εσωτερική πολιτική ή το μεταναστευτικό, όπου ο Τραμπ εφαρμόζει την εξαίρεση σε όλες τις περιπτώσεις, αγνοώντας το Κογκρέσο και ποδοπατώντας το αμερικανικό Σύνταγμα.
Η Καθολική Εκκλησία ως μοντέλο πολιτικής αναπαράστασης (Complexio Oppositorum)
Όμως παρά τη διαμάχη του με τον Πάπα Λέοντα, ο Τραμπ μοιάζει να προσαρμόζεται απόλυτα στο ρωμαιοκαθολικό μοντέλο θέσμισης της πολιτικής εξουσίας. Βέβαια κι ο ίδιος έχει δώσει δείγματα «καισαροπαπισμού» κατά τα ρωμαιοκαθολικά πρότυπα όταν, μετά τον θάνατο του Φραγκίσκου οπότε και το Κονκλάβιο έψαχνε να εκλέξει Πάπα, είχε αυτοπροταθεί με μία άλλη κομπαστική ανάρτησή του, στην οποία απεικονιζόταν ως Ποντίφικας!

Στο έργο του Ρωμαιοκαθολικισμός και Πολιτική Μορφή (1923), ο Σμιτ περιγράφει την Εκκλησία ως μια complexio oppositorum (σύμπλεξη αντιθέτων). Η Εκκλησία μπορεί να περιλαμβάνει κάθε αντίθεση: είναι ελιτίστικη και λαϊκή, αυστηρή και ελαστική, θεϊκή και ανθρώπινη. Ο Τραμπ καθημερινά προβάλλει μία δική του εικόνα, στην οποία είναι ταυτόχρονα «Προφήτης και Γελωτοποιός», «Θεός και Μπαλαντέρ». Αυτή η ικανότητα να ενσαρκώνει αντίθετους ρόλους (το σοβαρό και το ειρωνικό) του δίνει μια “καθολική” ισχύ αναπαράστασης, η οποία υπερβαίνει τη λογική αντίφαση.
Είναι αυτή η διαρκής απεικόνισή του, η Repraesentatio, που για τον Σμιτ είναι σημαντική. Γιατί η πολιτική μορφή απαιτεί την ικανότητα να «καθιστάς διαρκώς παρούσα μια ανώτερη ιδέα». Όπως ο Χίτλερ συμπύκνωνε στην πανταχού παρούσα και διαρκώς επικαλούμενη (ακόμη και στον καθημερινό χαιρετισμό Heil Hitler) εικόνα του, το επαγγελλόμενο μεγαλείο του Ράιχ, της Άριας Φυλής, του γερμανικού πολιτισμού. Ανάλογα, ο Τραμπ στην εικόνα του δεν είναι ο Ντόναλντ, ο ιδιώτης, αλλά είναι η ενσάρκωση της Nation (του Έθνους) και της Divine Authority (της Θείας Αυθεντίας).
Η «κλειστή σύνθεση» της εικόνας, όπως και ο κλειστός και συγκεντρωτικός κύκλος που διαμορφώνει γύρω του ο Τραμπ, αποκλείοντας κάθε άλλη θεσμική παρέμβαση ή συμβουλή, θυμίζει την κριτική του Σμιτ στην κοινοβουλευτική δημοκρατία ως έναν «ατέρμονα διάλογο». Ο Τραμπ καταργεί τον διάλογο μέσω της «εικόνας-συμβόλου». Δεν υπάρχει χώρος για συζήτηση, παρά μόνο για «κοινωνία» (communion) μέσω της πίστης ή της ειρωνείας.
Η χρήση της ειρωνείας από τον Τραμπ, είναι στην πραγματικότητα η απόλυτη επιβεβαίωση της σμιτιανής κυριαρχίας: ο ηγέτης είναι εκείνος που μπορεί να παίζει με τους κώδικες της αλήθειας και του ψεύδους, του ιερού και του γελοίου, παραμένοντας ο μόνος πόλος αναφοράς σε έναν κόσμο που έχει μετατραπεί σε «εικόνα».












