Τιμωρούν την εισηγήτρια του ΟΗΕ που μιλά για γενοκτονία στην Παλαιστίνη: Της κατέσχεσαν το διαμέρισμα, δεν έχει ούτε τραπεζική κάρτα
Η ειδική εισηγήτρια των Ηνωμένων Εθνών για τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη έχει στοχοποιηθεί και έχει υποστεί τεράστιες κυρώσεις επειδή κάνει τη δουλειά της
Το τίμημα που πληρώνει καθημερινά για το γεγονός πως μιλάει για γενοκτονία των Παλαιστίνιων από το κράτος του Ισραήλ, αλλά και τη μαχητική της στάση για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του παλαιστινιακού λαού, περιέγραψε σε συνέντευξή της στον Guardian η Φραντσέσκα Αλμπανέζε, η πρώτη γυναίκα ειδική εισηγήτρια των Ηνωμένων Εθνών για τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη (από το 2022, ενώ η θητεία της ανανεώθηκε το 2025 για ακόμη τρία έτη).
Η Αλμπανέζε δεν ήταν η πρώτη που χαρακτήρισε την ισραηλινή στρατιωτική εκστρατεία ως γενοκτονία, αλλά ήταν η πρώτη με τα αρχικά «ΟΗΕ» στον τίτλο της που το έκανε, σχολιάζει η βρετανική εφημερίδα.
Τα τελευταία δύο χρόνια χρησιμοποιεί σταθερά τη δημόσια φωνή της όχι μόνο για να καταδικάσει την ισραηλινή κυβέρνηση και τον στρατό της, αλλά και το σύνολο των δυτικών κρατών και εταιρειών που τους έχουν στηρίξει. Το μήνυμά της, που διατυπώνεται έντονα τόσο προσωπικά όσο και σε εκθέσεις του ΟΗΕ, είναι ότι ζούμε σε ένα αλληλοσυνδεόμενο σύστημα που έχει δείξει πως είναι ικανό για μαζικές δολοφονίες.
Κάτι σαν τρομοκράτης
Για τη δημόσια στάση της, η ζωή της Αλμπανέζε έχει απειληθεί και η οικογένειά της έχει τεθεί σε κίνδυνο. Αντιμετώπισε ακόμη και το ενδεχόμενο σύλληψης στη Γερμανία για τις διατυπώσεις της. Η κυβέρνηση του Τραμπ την χαρακτήρισε «ειδικά προσδιορισμένο άτομο εθνικής ασφάλειας», ένας όρος που συνήθως χρησιμοποιείται για τρομοκράτες, διακινητές ναρκωτικών και σπάνια για αιμοσταγείς δικτάτορες. Είναι η πρώτη αξιωματούχος του ΟΗΕ που έλαβε αυτόν τον χαρακτηρισμό.
«Ήταν άσχημο. Σε βάζει στην ίδια κατηγορία με μαζικούς δολοφόνους και διεθνείς εμπόρους ναρκωτικών», λέει. «Ήταν ένα παράδοξο: αντιμετώπισα μία από τις πιο σκληρές μορφές τιμωρίας χωρίς δίκαιη διαδικασία, γιατί δεν μου δόθηκε καν η δυνατότητα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Απλώς τιμωρήθηκα χωρίς δίκη».
Το εκτελεστικό διάταγμα του Τραμπ που την τιμώρησε απαγορεύει σε οποιοδήποτε αμερικανικό πρόσωπο ή οντότητα να της παρέχει «χρήματα, αγαθά ή υπηρεσίες» – ένας τόσο ευρύς ορισμός που έχει παρομοιαστεί με «πολιτικό θάνατο». Το διαμέρισμά της στην Ουάσιγκτον κατασχέθηκε. Δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιεί πιστωτική κάρτα οπουδήποτε στον κόσμο, καθώς σχεδόν όλες οι συναλλαγές περνούν από αμερικανικά συστήματα. «Κυκλοφορώ με μετρητά ή πρέπει να δανείζομαι από φίλους και συγγενείς», λέει.
Κατηγορεί φιλοϊσραηλινούς ακτιβιστές στη Γενεύη ότι παρενόχλησαν τον σύζυγό της, Μασσιμιλιάνο Καλί, ανώτερο οικονομολόγο της World Bank, σε μια εκστρατεία που οδήγησε στην απομάκρυνσή του από μια μεγάλη θέση. «Η Παγκόσμια Τράπεζα στάθηκε εντελώς δειλή», λέει. «Έχει εξαιρετικό ιστορικό απόδοσης σε όλες του τις θέσεις».
Ο Καλί και η 13χρονη κόρη τους προσέφυγαν κατά του Τραμπ και κορυφαίων αξιωματούχων σε ομοσπονδιακό δικαστήριο στην Ουάσιγκτον, για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων και κατάσχεση περιουσίας χωρίς νόμιμη διαδικασία. Η ίδια η Αλμπανέζε δεν μπορεί να συμμετάσχει προσωπικά λόγω κανόνων του ΟΗΕ.
Η στοχοποίησή της από την κυβέρνηση Τραμπ έχει ενισχύσει τη δημοτικότητά της σε κάποιους κύκλους. Ανήκει σε μια μικρή αλλά αξιοσημείωτη αναζωπύρωση της αριστεράς στη Δύση, που τροφοδοτείται από την οργή για τη Γάζα.
«Οι γενοκτονίες στη Ρουάντα και τη Βοσνία δεν προκάλεσαν αυτή τη μαζική αντίδραση», λέει. «Αυτό σημαίνει ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα γίνονται πλέον καλύτερα κατανοητά. Είναι μια δοκιμασία για την οικουμενικότητα των δικαιωμάτων και για την ανθρωπιά».
«Ανατομία» γενοκτονίας»
Παράλληλα με τη δράση της, η Αλμπανέζε εκδίδει βιβλίο με τίτλο When the World Sleeps, ένα έργο εν μέρει απομνημονεύματα και εν μέρει φόρος τιμής στους Παλαιστινίους για την αξιοπρέπειά τους υπό καταπίεση και την «οργή χωρίς μίσος». Το βιβλίο βασίζεται σε ιστορίες δέκα ανθρώπων, μεταξύ των οποίων η μικρή Hind Rajab, ένα κορίτσι πέντε ετών που σκοτώθηκε στη Γάζα το 2024.
Η Αλμπανέζε εντοπίζει τις ρίζες της «μηδενικής ανοχής στην αδικία» στην παιδική της ηλικία στη νότια Ιταλία, σε ένα περιβάλλον διαποτισμένο από οργανωμένο έγκλημα και πελατειακές σχέσεις. Εμπνεύστηκε από μορφές όπως ο Paolo Borsellino και ο Giovanni Falcone, δικαστικοί που δολοφονήθηκαν από τη μαφία το 1992.
Δέχθηκε απειλές θανάτου μετά την έκθεσή της το 2024 για τη Γάζα, την οποία ονόμασε «Ανατομία μιας γενοκτονίας». Σε μία περίπτωση, άγνωστος απείλησε την κόρη της, αναφέροντας ακόμα και το σχολείο της στην Τύνιδα. Παρότι φοβήθηκε, λέει πως δεν έχει άλλη επιλογή: «Διακινδυνεύω πολλά, αλλά πρέπει να συνεχίσω».
Πιστεύει ότι βρίσκεται αντιμέτωπη όχι μόνο με κυβερνήσεις όπως του Τραμπ και του Μπένιαμιν Νετανιάχου, αλλά και με τις «αρπακτικές ελίτ» παγκοσμίως.
Η ίδια έχει επικρίνει επίσης τον Κιρ Στάρμερ, την Τζόρτζια Μελόνι και τον Εμάνουελ Μακρόν για την στάση τους.
Παρά τις επικρίσεις ότι συγχέει το νομικό λόγο με την πολιτική ρητορική, η Αλμπανέζε αντιδρά έντονα: «Γιατί να μην μπορώ να εκφράσω πολιτική άποψη; Όλα όσα γίνονται είναι πολιτικά».
Αργότερα, σε εκδήλωση στο πανεπιστήμιο της Γενεύης, πλήθος φοιτητών την υποδέχεται θερμά. Το μήνυμά της είναι γεμάτο ελπίδα: «Η δικαιοσύνη θα ανθίσει για εσάς και τα παιδιά σας. Έχουμε τη δύναμη να το αλλάξουμε».
Παρά τις απειλές και τις κυρώσεις, επιμένει: «Η ζωή μου έχει γίνει τρενάκι του τρόμου… Η ελευθερία μου είναι πιο δυνατή από τον φόβο μου. Η ήττα έρχεται τη στιγμή που σταματάς να αγωνίζεσαι».
–















































