“Ο πόλεμος όπου κερδίζει το Ισραήλ και χάνει ο Τραμπ και όλοι οι άλλοι” / γράφει ο Γιώργης-Βύρων Δάβος
Η Ουάσιγκτον, αλλά και ολάκερη η ανθρωπότητα έχουν παγιδευτεί στα στρατηγικά σχέδια του Τελ Αβίβ που εκμεταλλεύθηκε τον πολιτικό αναλφαβητισμό του Τραμπ
Όσο προχωρά χρονικά και αυξάνεται σε ωμότητα κι ένταση η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ ενάντια στο Ιράν, όλο κι αποκαλύπτεται πως όχι μόνον η Ουάσιγκτον, αλλά κι ολάκερη η ανθρωπότητα έχουν παγιδευτεί στα στρατηγικά σχέδια του Τελ Αβίβ που εκμεταλλεύθηκε τον πολιτικό αναλφαβητισμό του Τραμπ.
Τα αποτελέσματα αυτού του ολέθριου μείγματος αφροσύνης και στυγνού, απάνθρωπου, υπολογισμού κινδυνεύει να φέρει όλον τον κόσμο σε κατάρρευση, μόνο και μόνο για να εξυπηρετηθούν οι αποβλέψεις του Νετανιάχου και η (αστήρικτη) μεγαλαυχία του Τραμπ. Το ερώτημα πλέον είναι εάν η Ευρώπη θα αφεθεί να εξαφανισθεί τελείως από τον γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό χάρτη, ως ένα απλό συμπλήρωμα της εκάστοτε πολιτικής του Ισραήλ και των ΗΠΑ, χωρίς αυτόνομη πολιτική, πράγμα που θα την καταστήσει ανύπαρκτη στη νέα παγκόσμια πολιτική σκακιέρα και τις συμμαχίες που τα νέα δεδομένα χαράσσουν.
Το αδιέξοδο του Τραμπ
Το πρώτο δεδομένο της προοιωνιζόμενης αποτυχίας του Τραμπ είναι η ασύμμετρη σκοπιμότητα που χαρακτηρίζει τη συμμαχία Ηνωμένων Πολιτειών-Ισραήλ. Οι δύο χώρες σε αυτόν τον πόλεμο δεν έχουν ούτε την ίδια αντίληψη, ούτε τα ίδια συμφέροντα, ούτε καν την ίδια ισχύ. Γιατί ενώ για το Ισραήλ το ισλαμκό Ιράν πάγια αποτελεί μία «υπαρξιακή απειλή» (μολονότι επί περιόδου Σάχη ήταν ο καλύτερος σύμμαχός του απέναντι στους σουνίτες Άραβες) και συνεπώς η καταστροφή και ‘βαλκανοποίησή’ του είναι -όπως και για την υπόλοιπη Μέση Ανατολή- αναγκαία, για τις ΗΠΑ, αυτός ο πόλεμος δεν είναι πόλεμος ανάγκης, αλλά επιλογής -γιατί αφορά την ανάγκη ενός συμμάχου.
Οι διαφορετικές αποβλέψεις Τελ Αβίβ-Ουάσιγκτον
Αυτή η διαφορά καθορίζει και τις διαφορετικές απαιτήσεις των δύο «συμμάχων», ακόμη και στο πεδίο της μάχης, αλλά κυρίως καθιστά πολύ πιο κρίσιμο τον παράγοντα «χρόνο», τη διάρκεια του πολέμου. Ιδίως για τις ΗΠΑ, που μόνο τους συμφέρον είναι να διαρκέσουν οι επιθέσεις το συντομότερο δυνατόν, με ελάχιστες απώλειες και χωρίς υπέρογκες δαπάνες. Μόνο που γι’ αυτό απαιτείται ένας σαφής στρατηγικός στόχος, που όπως αποδείχθηκε σαφέστατα η Ουάσιγκτον δεν διαθέτει: πλήττει εική και ως έτυχε (βλέπε το σχολείο κορασίδων, οι απώλειες που είχε κι οι επιθέσεις που δέχονται οι βάσεις τους, η αμφίβολη αποδυνάμωση της βαλλιστικής ικανότητας του Ιράν κ.ο.κ). Από την πλευρά του, το Ισραήλ -που παρέσυρε τον ανίδεο Τραμπ, πείθοντάς τον πως θα κάνει… περίπατο- έχει συμφέρον να διαρκέσει το περισσότερο πιθανό ο πόλεμος, γιατί το εξυπηρετεί -μιας κι οι αμερικανικές δυνάμεις θα απασχολούν το Ιράν- να εξοντώνει πληθυσμούς σε γειτονικά κράτη, να υφαρπάζει εδάφη (βλέπε εισβολή στον Λίβανο) και να διαιρεί όλο και περισσότερο τους γείτονες και τις εθνότητες που συνθέτουν αυτά τα κράτη, ώστε να τα βάζει στο χέρι. Παράλληλα το Ισραήλ, βομβαρδίζοντας κι αυτό το Ιράν, φροντίζει να αναβαθμίζεται όλο και περισσότερο η σύρραξη, διότι όσο πιο ισχυρή είναι η ιρανική αντίδραση, τόσο λιγότερο μπορούν οι Αμερικανοί να επιτρέψουν στον εαυτό τους να εγκαταλείψουν το πεδίο και τον σύμμαχο.

Ο Τραμπ ουσιαστικά έχει παγιδευτεί σε έναν πόλεμο που ο ίδιος δεν χρειαζόταν να ξεκινήσει (εμφανώς γιατί, όσο και να ψευδολογεί, το ιρανικό πρόγραμμα και οι πύραυλοί του δεν τον απειλούσαν), αλλά τον οποίον δεν μπορεί πλέον να ελέγξει. Ακριβώς όπως συνέβη και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Γερμανία του Κάιζερ -μόλο που είχε ανοικτές διαφορές με τους αντιπάλους της (Αγγλία, Γαλλία)–αναγκάσθηκε να εμπλακεί σε μία σύγκρουση που δεν ήθελε (τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή), λόγω της συμμαχίας με την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, καταλήγοντας να παρασυρθεί σε μια σύγκρουση που δεν ήθελε.
Οι στόχοι του σεναρίου που το Ισραήλ «πούλησε» στον Τραμπ (εξουδετέρωση της ιρανικής ηγεσίας, διάλυση του στρατού -ιδιαίτερα του ναυτικού και των βάσεων εκτόξευσης πυραύλων-, εσωτερική εξέγερση, αλλαγή καθεστώτος, παραίτηση από την κατασκευή πυρηνικού όπλου) αποδείχθηκε «επιστημονική φαντασία» και πήγε στραβά. Οι «έξυπνοι» βομβαρδισμοί αποδείχθηκε πάλι -μετά τη Λιβύη, τη Συρία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν- πως δεν αρκούν ούτε για να ρίξουν ένα καθεστώς, ούτε για να διαλύσουν ένα πυρηνικό πρόγραμμα, ούτε για να το αντικαταστήσουν με φιλικά προσκείμενες κυβερνήσεις.
Δεύτερον, το Ιράν γεωγραφικά και πληθυσμιακά δεν είναι Ιράκ. Είναι μια ορεινή χώρα, όπου εδώ και τριάντα χρόνια ο στρατός σκάβει τούνελ και κρύβει όπλα και εργοστάσια. Τρίτο σημείο, η πρώην Περσία έχει 90 εκατομμύρια κατοίκους, όχι λίγες δεκάδες όπως το Ιράκ (όπου ακόμα υπάρχουν σιιτικές πολιτοφυλακές) και το Αφγανιστάν (που ούτως ή άλλως είδε τους Ταλιμπάν να επιστρέφουν στην εξουσία).Επιπλέον, είναι μια χώρα που έχει κάνει την πρώτη θρησκευτική επανάσταση στην ιστορία του μουσουλμανικού κόσμου, όπου ακόμα οι αγιατολάχ έχουν μια αξιοσημείωτη βάση συναίνεσης, τουλάχιστον στο 50% της χώρας, συμπεριλαμβανομένων όλων των δομών εξουσίας με κεντρικό πυλώνα τους Φρουρούς της Επανάστασης (Pasdaran).
Και το χειρότερο; Οι Ιρανοί ξέρουν να πολεμούν. Πολέμησαν για οκτώ χρόνια εναντίον του Ιράκ σε έναν τρομερό πόλεμο, έχτισαν σταθερές συμμαχίες με πληρεξουσίους (proxies) από τον Λίβανο και τον Κόλπο μέχρι το Ιράκ, αξιοποίησαν τα διδάγματα από τους αμερικανικούς πολέμους στη Μέση Ανατολή, γνωρίζουν τον εχθρό (τόσο τον ισραηλινό όσο και τον αμερικανικό) και τον μελετούν εδώ και σαράντα χρόνια. Μάλιστα, έχουν οργανώσει τον στρατό σε στεγανά διαμερίσματα· κάθε περιοχή έχει τον δικό της διοικητή που ενεργεί αυτόνομα από το κέντρο και για να αποφασίσει στόχους δεν χρειάζεται να λάβει οδηγίες από το γενικό επιτελείο. Επιπλέον, η περιφερειακή αλυσίδα διοίκησης δεν έχει έναν μόνο διοικητή, ο οποίος άλλωστε μπορεί να αντικατασταθεί.
Αλλά τα σενάρια δεν σταματούν εδώ. Ο κίνδυνος είναι η σύρραξη αυτή να μετατραπεί σε μια καταστροφή: αρχικά περιφερειακή στη συνέχεια πιθανόν παγκόσμια. Το Ιράν διαθέτει τρία όπλα: το πρώτο είναι το πετρέλαιο και τη δυνατότητα να κλείσουν τα Στενά του Ορμούζ, μια κίνηση ικανή να βυθίσει σε κρίση τις οικονομίες του μισού κόσμου. Από την άλλη, μπορεί κάλλιστα να στοχεύσει και να καταστρέψει τις πολύτιμες μονάδες αφαλάτωσης νερού στον άνυδρο Κόλπο, μια ενέργεια που θα γονάτιζε ολόκληρη την περιοχή. Τέλος, το πιο τρομακτικό: κανείς δεν ξέρει πραγματικά σε ποιο σημείο βρίσκεται η κατασκευή ενός πυρηνικού όπλου ή μιας “βρώμικης βόμβας”! Αν συνέβαινε αυτό, τότε κανείς δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τις συνέπειες.
Η πολιτική παγίδα για τον Τραμπ
Ο ευσεβής πόθος του Τραμπ ότι ο πόλεμος θα ήταν σύντομος κι εκείνος θα έδρεπε δάφνες νικητή, αλλά και…. «ειρηνοποιού» (εδώ γελάμε), απέτυχε οικτρά. Άμα συνεχισθεί το σφυροκόπημα, οι απώλειες, η άνοδος του πετρελαίου, ο πληθωρισμός κλπ, τον Νοέμβριο στις ενδιάμεσες εκλογές ο Τραμπ δε θα μπορεί να ισχυρισθεί πως είναι ο πρόεδρος που βάζει τέλος σε όλους τους πολέμους, σε αντίθεση με τους Δημοκρατικούς που ενεπλάκησαν σε ατελείωτες και άσκοπες συρράξεις. Επειδή με ανοικτό το μέτωπο στο Ιράν, ούτε κι η σύρραξη στην Ουκρανία μέλλει να τελειώσει -τουλάχιστον όπως θέλει ο ίδιος. Και φυσικά, αρνητικός παράγοντας για τη δημοφιλία του είναι κι η αύξηση των αμερικανικών απωλειών, χωρίς σκοπό και κυρίως δίχως απτά αποτελέσματα. Απώλειες που ήδη δύσκολα μπορεί να τις δικαιολογήσει –ιδίως όταν σκανδαλωδώς παρουσιάζεται με καπελάκι δικής του μάρκας που προωθεί και πωλείται από τα δικά του δίκτυα, στις τελετές για την άφιξη των σορών των νεκρών στρατιωτών του!
Την ίδια ώρα ο πρόεδρος πρέπει να επικεντρωθεί στην Κίνα και τον Ειρηνικό, μία περιοχή που με τη σύρραξη κινδυνεύουν να ανατραπούν οι υπάρχουσες συμμαχίες (πχ η Ιαπωνία κι η Αυστραλία αρνήθηκαν να συνδράμουν στη ‘συμμαχία’ για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ). Μία παράταση της ένοπλης σύρραξης, θα αναγκάσει συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή (η Ινδία, η οποία είδε με τη βύθιση της ιρανικής φρεγάτας IRIS Dena στην περιοχή να μεταφέρονται και σ’ αυτήν οι εχθροπραξίες, η Ιαπωνία, η Νότιος Κορέα), να σκεφθούν να προστατεύσουν την ενεργειακή επάρκεια και τη γενικότερη ασφάλειά τους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν νέες συμμαχίες, άγνωστο ακόμη ποιες και σε ποιο επίπεδο, με κύριο άξονα την ενεργειακή και πολιτικο-στρατιωτική απεξάρτηση από τις ΗΠΑ.

Αλλά την ίδια στιγμή, ο Τραμπ είναι σε δυσμενή θέση γιατί σε μία επικίνδυνη για το μέλλον του συγκυρία -έναρξη φορολογικών δηλώσεων, ενδιάμεσες εκλογές- θα πρέπει να εξηγήσει πώς και πού ξοδεύει τα χρήματα των φορολογουμένων για να κάνει την Αμερική ξανά μεγάλη. Το εκλογικό του σώμα, που δε θέλει να βλέπει τους στρατιώτες του να πεθαίνουν άσκοπα, δεν επιθυμεί επίσης να βλέπει να δαπανώνται άσκοπα τα χρήματα που πληρώνει. Αλλά ούτε και να βλέπει την οικονομία της χώρας να παραπαίει, με το χρέος να αυξάνεται και τη FED να αυξάνει τα επιτόκια, οδηγώντας ξανά σε πληθωρισμό. Οι φόροι που είναι απαραίτητοι για τη χρηματοδότηση του τεράστιου ομοσπονδιακού προϋπολογισμού κυμαίνονται από ένα ελάχιστο 10% έως ένα μέγιστο 37% (για εισοδήματα άνω των 500 χιλιάδων δολαρίων). Την ίδια περίοδο, ο Αμερικανός φορολογούμενος καλείται να καταβάλει τις πολιτειακές εισφορές, οι οποίες σε ορισμένες πολιτείες όπως η Νέα Υόρκη κυμαίνονται μεταξύ 4% και 10% (στη Φλόριντα δεν υπάρχουν), καθώς και τις δημοτικές (στο Μεγάλο Μήλο είναι μεταξύ 3% και 4%). Τον Νοέμβριο, στις ενδιάμεσες εκλογές η οικονομία θα βαρύνει πολύ περισσότερο στην ψήφο των Αμερικανών πολιτών, παρά οι αβάσιμοι ισχυρισμοί ότι το καθεστώς των μουλάδων αιμορραγεί αλλά…. δεν πέφτει.
Και είναι πολλοί οι φορολογούμενοι, τόσο από την αριστερά όσο και από τη δεξιά, που αναρωτιούνται αν αυτή τη στιγμή αξίζει να δαπανάται το ποσό που ξοδεύει η κυβέρνηση για τη χρηματοδότηση του πολέμου στο Ιράν. Το βασικό εκλογικό σώμα της Αμερικής -ο εργάτης στο Οχάιο, ο αγρότης στην Αϊόβα, ο Τεξανός φορτηγατζής και η υπάλληλος στο Νιου Τζέρσεϊ- ελάχιστα κατανοεί τις γεωπολιτικές θεματικές που διακυβεύονται, τη σύγκρουση με την Κίνα για τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών και την περίπλοκη κατάσταση στη μεσοανατολική σκακιέρα, αλλά δίνει μεγάλη προσοχή στο πώς ξοδεύονται τα ομοσπονδιακά δολάρια.
Το χειρότερο δε είναι, πως ένα μεγάλο κλάσμα του ακροατηρίου του MAGA (Make America Great Again), δυσκολεύεται να κατανοήσει τους λόγους που οδήγησαν τον πρόεδρο στην απόφαση για άμεση στρατιωτική επέμβαση. Πριν από λίγες ημέρες, ο εξαιρετικά δημοφιλής podcaster και διαπρύσιος υποστηρικτής του Τραμπ, Τζο Ρόγκαν, επέκρινε δριμύτατα τη στρατιωτική επέμβαση, χαρακτηρίζοντάς την «περιττή επιθετικότητα» και αμφιβάλλοντας για το αν ο Τραμπ διαθέτει σχέδιο για την πορεία της σύγκρουσης μετά τη δολοφονία του Χαμενεΐ.
Εξίσου μουδιασμένο κι εφεκτικό όσον αφορά τη στήριξη έως τέλους στον Τραμπ είναι κι εκείνο το κομμάτι της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, αυτό που πρόσκειται στον αντιπρόεδρο Τζέι Ντ. Βάνς, που πάντα επέκρινε τον παρεμβατισμό, είτε επρόκειτο για τον νεοσυντηρητικό (neocon) του Μπους και τις άστοχες επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, είτε για τις απανωτές αποσταθεροποιητικές επεμβάσεις των Δημοκρατικών (Ομπάμα-Μπάιντεν-Χίλαρι Κλίντον), και βρίσκεται τώρα αιφνιδιασμένο από αυτή τη νέα στρατιωτική δράση. Βέβαια, η ρεπουμπλικανική βάση είναι πιο περίπλοκη από όσο φαίνεται. Βλέπετε, συνυπάρχουν πάντα κι οι τάσεις απομονωτισμού κι ο κομπασμός για την αποκατάσταση των ΗΠΑ ως μεγάλης δύναμης, που παρεμβαίνει σε όλο τον κόσμο, εξουδετερώνει τους εχθρούς της και αποκαθιστά την ηγεμονία της. Ο Τραμπ, σε μία χώρα όπου το κέρδος υπερτερεί οποιασδήποτε άλλης αξίας, θεωρείται ένας «έμπορος», ικανός μεν να χτυπήσει σκληρά αν χρειαστεί, αλλά και ικανός να ανοίγει και να κλείνει διαπραγματεύσεις, επιβεβαιώνοντας έτσι την αμερικανική ισχύ.
Ευκαιρία για την Κίνα;
Και η Κίνα; Η Κίνα, την οποία πολλοί αναλυτές περιγράφουν -έχοντας δίκιο ως ένα σημείο- ως τον νικητή της τρέχουσας κρίσης, συνεχίζει ως συνήθως τον δικό της δρόμο, ανεξάρτητα από την πορεία της σύρραξης. Μολονότι η χώρα εξαρτάται από το πετρέλαιο του Κόλπου, έχει επαρκή αποθέματα για τρεις μήνες και όσο συνεχίζεται η σύγκρουση κι η παγκόσμια ενεργειακή και πληθωριστική αναστάτωση είναι βέβαιο πως θα πιέσει προς την πορεία της απο-δολαριοποίησης (dedollarizzazione), περιμένοντας την ευκαιρία της ανοικοδόμησης στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
Βέβαια, το Πεκίνο αγκαλά και ξεκινά από θέση ισχύος, χάρη στον κολοσσιαίο όγκο αποθεμάτων και τη δυνατότητα να διέρχονται ακόμη τα δεξαμενόπλοιά της από τα Στενά του Ορμούζ, παρακολουθεί την εξέλιξη της κατάστασης με ανησυχία. H κινεζική κυβέρνηση μπλόκαρε για αυτόν τον μήνα τις εξαγωγές διυλισμένων καυσίμων που δεν έχουν εκτελωνιστεί, ενώ ο ενεργειακός γίγαντας Sinopec θα μειώσει κατά περισσότερο από 10% την επεξεργασία αργού. Εν τω μεταξύ, ο ασιατικός ανταγωνισμός για το LNG εκτρέπει προς την περιοχή φορτία που αρχικά προορίζονταν για την Ευρώπη.

Αλλά περισσότερο από την εικόνα ενός νικητή, αναδύεται η εικόνα ενός συστήματος σχετικά πιο ανθεκτικού και σε κάθε περίπτωση με μακρόχρονο σχεδιασμό, που περιστρέφεται στην υπεράσπιση της δικής του ενεργειακής σταθερότητας. Η κατάσταση θα μπορούσε να γίνει ακόμη πιο περίπλοκη εάν οι Αμερικανοί προχωρούσαν σε στρατιωτική κατάληψη των ιρανικών ενεργειακών κόμβων.
Αυτή η κατάσταση μεγάλης αστάθειας συμπίπτει με τη μετάβαση των Ηνωμένων Πολιτειών από εγγυητή της ασφάλειας της περιοχής σε πηγή συστημικού χάους και φέρνει χώρες όπως η Ιαπωνία και η Νότιος Κορέα αντιμέτωπες με τη δύσκολη ανάγκη να φανταστούν μια λύση για την απεξάρτηση από το πετρέλαιο του Περσικού Κόλπου και την αμερικανική προστασία. Η αύξηση του Brent και του WTI κι η διακοπή των πετρελαϊκών ροών έχει προκαλέσει σοκ για τα εθνικά τους νομίσματα και τις κεντρικές τράπεζες των ασιατικών χωρών και δυσκολεύει τα σχέδιά τους για το 2026, που προέβλεπαν στήριξη της ανάπτυξης, σταδιακή μείωση του πληθωρισμού και περικοπή των επιτοκίων. Αυτές οι προσδοκίες πρέπει πλέον να αναθεωρηθούν λόγω της αύξησης των τιμών, η οποία φέρνει μαζί της την ενίσχυση του δολαρίου εις βάρος των τοπικών νομισμάτων, τα οποία πρέπει επίσης να αντιμετωπίσουν τη συνεχή αύξηση του κόστους των εισαγωγών.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, δεν πρέπει να αναρωτιόμαστε μόνο αν θα αναδυθεί μια νέα περιφερειακή τάξη, αλλά πότε και με ποιες μορφές. Εάν η κρίση παραταθεί, δεν αποκλείεται οι ασιατικές χώρες να επιλέξουν νέες μορφές περιφερειακής συνεργασίας, στο όνομα του πραγματισμού και της παραδοσιακής κλίσης προς την αλληλεξάρτηση και τη διασύνδεση.
Για αυτούς τους λόγους, η αυξανόμενη ζήτηση των χωρών της περιοχής για σταθερότητα και η ασταθής διακυβέρνηση Τραμπ θα κατέληγαν να ευνοήσουν περιφερειακά -κι όχι μόνο- την Κίνα, τη δύναμη που μετατρέπει την φαινομενική της ακινησία σε μια πολύ κερδοφόρα τακτική.
Φαίνεται, πως οι ΗΠΑ πέφτουν πάντα στο ίδιο λάθος. Δεν έχουν σαφή στόχο στους πολέμους τους, γεγονός που στην περίπτωση περιφερειακών συγκρούσεων δεν αποδεικνύονται λυσιτελείς, γιατί η στρατιωτική νίκη, η τεχνική υπεροχή και η ισχύς πυρός εξασφαλίζει μεν μια τακτική νίκη, αλλά όχι και μια πολιτική νίκη. Στο να πιστεύουν ότι η τεχνολογική υπεροχή λύνει το ζήτημα της «αλλαγής καθεστώτος» πλανώνται πλάνη οικτρά–κι αυτό αποδεικνύεται και πάλι. Επίσης, φαίνεται ότι ο Τραμπ δεν διαθέτει ένα εναλλακτικό σχέδιο, όπως αποδεικνύει η έκκληση για βοήθεια προς τους συμμάχους -τους οποίους προηγουμένως χλεύαζε- και μάλιστα προς τους αντιπάλους, όπως η Κίνα, να στείλουν πλοία για να κρατήσουν ανοιχτά τα Στενά του Ορμούζ.
Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι ο πρώτος που κερδίζει είναι η Ρωσία, η οποία επιτυγχάνει μια σειρά αποτελεσμάτων χωρίς να ρίξει ούτε μια σφαίρα. Βλέπει την τιμή του πετρελαίου και τα έσοδά της να εκτοξεύονται στα ύψη, να εξαντλούνται οι αμερικανικοί πύραυλοι Patriot που προορίζονταν για τους Ουκρανούς, να ενισχύονται οι δεσμοί της με την Κίνα, η οποία αναγκάζεται να αγοράζει όλο και περισσότερο πετρέλαιο από τη Μόσχα και κυρίως την περαιτέρω εξασθένηση του άξονα Ευρώπης-ΗΠΑ, που είναι διατεθειμένες να προσφέρουν ακόμα έναν «κλάδο ελαίας» στον μέχρι πρότινος απεχθή και εγκληματία πολέμου Πούτιν.












