Απόψεις στη Φαρέτρα

“Το… κωμικό των κόμικς” / γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Απροσδόκητες αναγνώσεις

Τα κόμικς υπογραμμίζουν αρχετυπικά την ποπ κουλτούρα. Είναι εγγράψιμο μέγεθος. Αυτό ισχύει είτε μιλούμε για το μαγικό κόσμο του Ντίσνευ και τον Αστερίξ , είτε αναφερόμαστε στο Σνούπυ, τη Μαφάλντα, τους Μπόλεκ και Λόλεκ της σοσιαλιστικής «αθωότητας», ακόμη και την πιο «πολιτική» θεματολογία του Αρκά. Πρόκειται για σύνθετη διαδικασία εγγραμματοσύνης. Προϋποθέτει εγρήγορση και ομόλογες δεξιότητες στις προσλαμβάνουσες του δέκτη. Το οπτικό ερέθισμα διαπλέκεται με τον κειμενικό και τον εικαστικό γραμματισμό. Διάδραση και ανατροφοδότηση ορίζουν τις αναλυμένες συνιστώσες. Σύμφωνα με τη θεωρία της πολυτροπικότητας (multimodality) οι διαθέσιμοι σημειωτικοί τρόποι έκφρασης σε μία κοινωνία, σε δεδομένη χρονική στιγμή, δύνανται να λειτουργήσουν ως σημειωτικοί πόροι για την άρθρωση λόγων. Συνεπώς οι λόγοι στην επικοινωνία δεν πραγματώνονται μόνο μέσα από τη γλώσσα αλλά δυνάμει και μέσα από τα σημειωτικά συστήματα.[1]

Η παιδαγωγική λειτουργία και αποτελεσματικότητα των κόμικς συχνά τίθεται στο στόχαστρο. Ακόμη ίσως και σήμερα. Προκαλεί διχογνωμίες και αντιπαθέσεις. Με αμφιλεγόμενη επιχειρηματολογία. Οι πιο παραδοσιακές προσεγγίσεις τα καταδικάζουν συλλήβδην, θεωρώντας ότι πρόκειται για είδος παραλογοτεχνίας, μάλλον αναξιόπιστο και παιδευτικά ανώφελο. Οι τοποθετήσεις αυτές οριακά αποδέχονται ή υιοθετούν ακόμη και πιο σύγχρονες εκδοχές του παραμυθιού. Δεν τίθεται συζήτηση περαιτέρω για εικόνες, σχεδιαγραφήματα, λίστες για ψώνια ή συνταγές μαγειρικής, οδηγίες λειτουργίας μικροσυσκευών, οδοσημάνσεις ή χαρτογραφήσεις, αποσπάσματα από ημερήσιες ή περιοδικές εκδόσεις έντυπων και ηλεκτρονικών εκδόσεων, για πολυτροπικά κείμενα εν γένει στη διδακτική διαδικασία.  Ευτυχώς σήμερα έχει πλέον εγκαταλειφθεί αυτή μονολιθικότητα. Αναγνωρίζεται η σπουδαιότητα αλλά και η εμπλοκή των κόμικς στη διαμόρφωση της καθημερινής αναγνωστικής εμπειρίας του μαθητικού πληθυσμού. Νομιμοποιείται η παιδευτική τους αξιοποίηση, καθώς κατοχυρώνεται ο πολιτισμικός τους χαρακτήρας. Συλλειτουργούν εκ παραλλήλου ως αισθητικά αντικείμενα αλλά και ως φορείς αξιών[2]

Τα κόμικς έχουν πλέον καταγραφεί και ως η ένατη τέχνη. Μαζί με τη γελοιογραφία υπάγονται εικαστικά στις γραφιστικές τέχνες. Η πραγματολογία τους είναι ευανάγνωστη. Πρόκειται για αφηγήσεις πραγματικές ή φανταστικές, που συνδυάζουν εικόνες, λόγο, ακόμη και ήχο. Κυριαρχεί το έντονο χρώμα και η ιδιάζουσα γραμμικότητα. Η μορφή τους, ως είδος οπτικής τέχνης, συμπεριλαμβάνεται σε έντυπες, ηλεκτρονικές, κινηματογραφικές, τηλεοπτικές και λοιπές οθονικές προβολές[3]. Σαφώς διαφοροποιούνται από τις γελοιογραφίες, που είναι μεμονωμένες εικόνες με σύντομο, ενίοτε, αφηγηματικό συγκείμενο. Το κόμικ νοηματοδοτείται μόνο ως αλληλουχία (sequence) ιστοριών. Η οικονομία του κειμένου φαίνεται απόλυτη. Περιορίζεται σε συννεφάκια, το πολύ σε σύντομες λεζάντες. Είναι εντυπωσιακή η χρήση παραγλωσσικών σημάνσεων («ουπς», «μπόινγκ», «μιαμ μιαμ» κλπ) ενίοτε και η συνθηματική εκφορά λόγου. Υπάρχουν ατάκες που, όντας εξαιρετικά δημοφιλείς, έχουν μείνει στην ιστορία. «Μα τον Τουτάτη» αλήθεια λέω…

Κατ’ ουσίαν πρόκειται για εικονογραφήματα με θεματική αυτοτέλεια και ιδιότυπο ρεαλισμό. Έχουν ακόμη χαρακτηριστεί και ως «ζωγραφισμένη λογοτεχνία»[4]. Δε σημαίνονται από τάσεις σχολιασμού ή εξιδανίκευσης. Τυπολογικά είναι δυνατό να διαιρεθούν σε δύο ευρύτερες κατηγορίες: 1. Σε όσα είναι σύντομα, μικρής έκτασης. Περιλαμβάνουν από ένα απλό κάδρο έως δύο σελίδες. Κύρια γνώρισματά τους ο χαμηλόβαθμος ρεαλισμός, η λιτή, περίπου σχηματική, εικονογράφηση, το λεκτικό χιούμορ. 2. Σε εκείνα που είναι πιο εκτεταμένα, συνήθως σε περισσότερες από δύο σελίδες. Εδώ έχουμε ένα πιο σύνθετο αφήγημα με ανεπτυγμένη πλοκή, υψηλό βαθμό ρεαλισμού στην εικονογράφηση και πιο πλούσια χρωματική παλέτα[5].

Τα κόμικς συνιστούν αυθεντικό πολιτισμικό προϊόν της βιομηχανικής κοινωνίας. Ένα προϊόν, που διαβάζεται ως η άλλη όψη της παντοδύναμης κοινωνίας του θεάματος. Ιδεολογικό πύκνωμα κοσμοαντίληψης που σημαίνεται από την πρωταρχικότητα της εικόνας έναντι του λόγου. Ως κοινή συνισταμένη ορίζεται ο αυτός κώδικας αξιών. Συνεπώς πρόκειται για αναλώσιμο προϊόν με διαφορετική λειτουργία για εκείνον που το παράγει και το εμπορεύεται σε σχέση με εκείνον που το αγοράζει[6]. Αν και η εικόνα αποτελεί ισχυρό αισθητικό ερέθισμα, εντούτοις δεν πρόκειται για μονοσήμαντη λειτουργία. Ούτε ο όποιος ρεαλισμός τα διέπει, λαμβάνεται ως a priori δεδομένος. Τα κόμικς δεν είναι εύπεπτα, δεν ευνουχίζουν την κριτική σκέψη και τη δημιουργική φαντασία του δέκτη. Παρακολουθούν τη διαδικασία πρόσληψης των εικαστικών τεχνών. Συγχρόνως αρθρώνουν λόγο ιδιάζοντα και επιτρέπουν την έμμεση μεταβίβαση της πληροφορίας. Όλα αυτά σε ευκρινή πλαισίωση ακριβείας, βάσει των προδιαγραφών που η κουλτούρα της τυπογραφίας επιτάσσει. Εδώ η τυπογραφία τρόπον τινά συνδιαμορφώνει τοπογραφία! Η ένταξη των εικόνων μέσα στη σελίδα ή το web log (blog), η ποικιλία και η ένταση των χρωματισμών, το μέγεθος πλαισίου ή και η αναπλαισίωση, όλα αυτά διαμορφώνουν κριτική στάση και ενεργοποιούν τη διάδραση.

Στο σημείο αυτό ας κατατεθούν και κάποιες σκέψεις που αφορούν τη σημειολογία των κόμικς ως προς το περιεχόμενο. Δεν αφορούν μόνο το ιδεολογικό βάρος των κόμικ ιστοριών αλλά και το ηθικό τους υπόβαθρο. Χωρίς την ελάχιστη ηθικολογία, τίθενται προβληματισμοί σε σχέση με την όποια ηθική της ανάγνωσης καθαυτήν. Παραλλήλως αφορά τη στρωματογραφία της ανάγνωσης  με εκφάνσεις πολιτικές ή και κριτήρια ιστορικά. Πώς μας τα επικοινωνούν; Ναι, ας δεχτούμε, για παράδειγμα, ότι συνολικά ο Αστερίξ μορφοποιεί μία αντίστιξη. Αντιπαραθέτει δηλαδή το θερμό πατριωτισμό, έως και σωβινισμό, των Γάλλων έναντι του ιμπεριαλισμού των Ρωμαίων. Εδώ ανιχνεύεται υπαινικτικά και οριακός ναρκισσισμός. Ή ότι ο Λούκυ Λουκ, ο συμπαθέστατος αυτός ήρωας, ο βαθύτατα μοναχικός, οργώνει την άγρια Δύση ενάντια σε συμμορίες όπως οι Ντάλτονς αλλά και εναντίον των ερυθρόδερμων γηγενών… Το politically correct εξορίζεται εκ προοιμίου. Οι έγχρωμοι ήρωες είναι πάντα πιανίστες στα saloons – μια jazz υπόμνηση; Και ο Σκρουτζ; Ίσως η πιο χονδροειδής, η πλέον ακραιφνής εκδοχή του καπιταλισμού. Βουτιές από βατήρα στο τεράστιο χρηματοκιβώτιο με τα άπειρα χρυσά νομίσματα. Ο ίδιος δηλώνεται ως παθολογικά τσιγκούνης. Με συνυποδήλωση όμως. Άλλωστε υπογραμμίζεται η σκωτσέζικη καταγωγή του. Είναι Μακ Ντακ. Καταφανές το εθνοφυλετικό στερεότυπο. Ποιο ακριβώς είναι λοιπόν το… κωμικό των κόμικς; Πού εστιάζει; Και πώς μεταφράζεται;  Εν κατακλείδι ποια παιδαγωγία εισηγούνται;

Και κάτι ακόμη. Δεν προτίθεμαι να υπεισέλθω σε ενδοοικογενειακές διενέξεις και κουτσομπολιά. Προφανώς δε με αφορούν. Αλλά γεννιούνται απορίες. Ο Μίκυ και η αιώνια αρραβωνιαστικιά του η Μίνυ, ο Ντόναλντ και η Νταίζη, σε άλλη οικογένεια ο Ποπάυ και η Όλιβ… Και τα ανιψάκια τους, ακόμη δε περισσότερο ο Ρεβυθούλης; Πόθεν; Απύθμενη τολμηρότητα από τον Ντίσνευ. Και μάλιστα απευθυνόμενος σε κοινωνία βαθιά συντηρητική, όπως η αμερικανική. Και ο άβουλος Ντόναλντ; Ένας καθηλωμένος ψυχισμός καταρρακωμένος από την πολλαπλή ματαίωση. Τουλάχιστον ο αδέξιος Γκούφυ, εξαιρετικά αγαπητός αντιήρωας, μπορεί και ξεπερνά την αγχώδη διαταραχή και την αποτυχία, τις λίγες εκείνες στιγμές που μεταλλάσσεται σε Σούπερ Γκούφυ. Αγνωμοσύνη και κοινωνική αναλγησία; C’est la vie… Είναι σκληρός αυτός ο κόσμος. Και δεν είναι μόνο στα κόμικς. Να υπενθυμίσω παρεμπιπτόντως τα σκληρόκαρδα εκείνα παραμύθια των αδελφών Grimm – κληρονομιά της δυτικής παράδοσης; – που μεγάλωσαν τόσες γενιές. Όλα τα σημαινόμενα της αγριότητας, της βίας, της κακοποίησης είναι εδώ παρόντα. Σχεδόν αξιωματικά. Η δύστυχη Σταχτοπούτα, η Κοκκινοσκουφίτσα που σφραγίζει το πεπρωμένο της όταν συναντιέται με τον κακό λύκο – σεξισμός; ενδεχόμενο βιασμού; –  ο ανεγκέφαλος νέος που για να αποδείξει την αγάπη του στη νέα που τον ενδιαφέρει ξεριζώνει την καρδιά της μάνας του και της την προσφέρει, η αφελής, σχεδόν χαζοχαρούμενη, Χιονάτη, τα δυο ορφανά αδέλφια, ο Χάνσελ και η Γκρέτελ,  που χάνονται στο δάσος με μύρια απρόοπτα. Τόση κακία, τόση δολιότητα;

Σταματώ εδώ. Πολλά τα ερωτήματα, ανοιχτές οι προοπτικές ερμηνείας και οι εκδοχές ανάγνωσης. Τα σχόλια που ενδεχομένως θα ακολουθήσουν παρουσιάζουν ενεργό ενδιαφέρον. Διανοίγουν τον ορίζοντα…

[1]               Δεν υπεισέρχομαι ευρύτερα στη θεωρητική ανάλυση για τα επιμέρους πεδία (strata) του περιεχομένου – το λόγο (discourse) και το σχεδιασμό (design) – ούτε και σε αυτό που σημασιοδοτείται ως «κοινωνικά κατασκευασμένες γνώσεις». Πρόκειται για συγκεκριμένες γνώσεις και δεξιότητες που αναπτύσσονται σε συγκεκριμένα κοινωνικά περικείμενα και τα αναπλαισιώνουν, με γνώμονα τα ενδιαφέροντα ή και τις απαιτήσεις των κοινωνικών πρωταγωνιστών. Οι λόγοι συνδέονται άρρηκτα με την εκάστοτε κοινωνική πρακτική και αποκτούν ιστορικότητα. Σε βάθος, πάλι, ιστορικού χρόνου η μεταβολή των κοινωνικών πρακτικών, που οι συνθήκες κατευθύνουν, οδηγούν συχνά στη διαμόρφωση νέων λόγων. Το design σχηματοποιεί το λόγο με διττή στοχοθεσία: αφενός τον τοποθετεί σε συγκεκριμένο περικείμενο ή περίσταση επικοινωνίας (π.χ «να μου αφηγηθείς μία ιστορία» ή «να μου περιγράψεις μία διαφήμιση»), οπότε και ενεργοποιούνται συγκεκριμένοι σημειωτικοί πόροι (π.χ οι αφηγηματικές τεχνικές ή τα σχήματα λόγου)∙ αφετέρου προδιαγράφει τη λειτουργικότητα αλλά και την αποτελεσματικότητα της επικοινωνιακής αλληλεπίδρασης. Βλ. σχετικά Kress, G. & Van Leeuwen, T., (2001). Multimodal Discourse. The Modes and Media of Contemporary Communication. London: Arnold, σ. 21 κε. Πρβλ. Χοντολίδου, Ε. (1999). Η πορεία προς την εγγραμματοσύνη: η επανατροφοδότηση των μαθητών στα γραπτά τους κείμενα. Στο Μελέτες για την Ελληνική γλώσσα. Πρακτικά της 20ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. (σσ.600 – 610). Θεσσαλονίκη, 23-25 Απριλίου 1999. Τέλος, Πελασγός Σ.(2008). Τα μυστικά του παραμυθά. Μαθητεία στην τέχνη της προφορικής λογοτεχνίας και αφήγησης.Αθήνα: Μεταίχμιο.

[2]               Βλ και Πασχαλίδης, Γ. & Χοντολίδου, Ε. (επιμ.). (2004). Σημειωτική και Πολιτισμός: κουλτούρα λογοτεχνία επικοινωνία (τ. Ι) Θεσσαλονίκη: Ελληνική Σημειωτική Εταιρεία, σ. 170. Η Μένη Κανατσούλη θα υπερθεματίσει τεκμηριωμένα: «Η εικόνα στα κόμικς έχει θεωρηθεί μέχρι τώρα ως μέσο παθητικοποίησης του ατόμου και μετατροπής του  σε εύκολο αποδέκτη αποκλειστικά οπτικών μηνυμάτων. Εξίσου, η γλώσσα των κόμικς έχει καταδικαστεί για την πενία του λεξιλογίου και τον εκχυδαϊσμό του. Επαληθεύοντας την ύπαρξη εντύπων με ακριβώς αντίθετα γνωρίσματα, μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε ότι τέτοιου είδους κόμικς επιφέρουν αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα, εμπλουτίζουν δηλαδή διπλά τον αναγνώστη. Αφενός η πολυμορφία του γλωσσικού οργάνου και, αφετέρου, τα συμπληρωματικά ερμηνευτικά στοιχεία της πλοκής του έργου, κωδικοποιημένα στην εικόνα, γονιμοποιούν, κατά τρόπο ερεθιστικό, την παιδική φαντασία: το παιδί, για να κατανοήσει, οφείλει να αποκρυπτογραφήσει το μήνυμα και να συνδυάσει τις πληροφορίες. Αυτή η επίπονη διανοητική εργασία, που απαιτεί ενεργοποίηση του νου και μύηση σταδιακή στη γοητεία της συμφωνίας λόγου και εικόνας, με ένα μέσο ξεπερνιέται: τη ροή του κωμικού στοιχείου, που σε τελευταία ανάλυση αναδεικνύεται το καλύτερο ατού των εικονογραφημένων ιστοριών». Βλ. σχετικά Κανατσούλη Μ. (1995). Ο μεγάλος περίπατος του γέλιου. Το αστείο στην παιδική λογοτεχνία Αθήνα: Έκφραση. Πρβλ. τέλος, το Αφιέρωμα στα κόμικς, περιοδικό Διαβάζω 217 (14/6/1989).

[3]               Ειδικότερα τα κινούμενα σχέδια (cartoons) προτάσσουν αυξημένες απαιτήσεις. Δεν ασχολούμαι σε αυτήν την αναφορά με ζητήματα έμφυλης ταυτότητας, ακόμη και σεξισμού, που η ειδολογική και μόνο κατάταξη των κόμικς προδιαγράφει. Επί παραδείγματι, εκτός από τα παιδικά, υπήρχαν κάποτε κόμικς μόνο για αγόρια («Δυναμικό Αγόρι», «Μπλεκ», «Όμπραξ»…) και αντιστοίχως για κορίτσια («Μανίνα», «Πάττυ»…). Πολύ περισσότερο δεν εστιάζω εν προκειμένω στα λεγόμενα κόμικς ενηλίκων με ερωτικό περιεχόμενο. Κάτι ανάλογο συναντούσαμε, παλαιότερα, σε εβδομαδιαία περιοδικά. Κι εκεί οι κατηγοριοποιήσεις ήταν άφθονες και ευδιάκριτες: «ποικίλης ύλης» – είτε απευθύνονταν σε ένα κοινό πιο αστικοποιημένο, όπως π.χ ο «Ταχυδρόμος», οι «Εικόνες», ακόμη και τα πολιτικά «Επίκαιρα», είτε πιο λαϊκό, όπως ο «Οικογενειακός Θησαυρός», το «Ρομάντσο», το «Φαντάζιο» η «Βεντέτα»  –  «γυναικεία» σαν τη «Γυναίκα», το «Πάνθεον», αργότερα τα διεθνή “Elle” και “Marie Claire”, «αυτοκινήτου», που απευθύνονταν κατεξοχήν σε άντρες αναγνώστες κοκ. Η θεματική τους ήταν προβλέψιμη και αναμενόμενη κατά περίπτωση. Με κριτήριο το φύλο λ.χ προκρίνονταν και διαχωρίζονταν τα ενδιαφέροντα των δυνάμει αναγνωστών (θέματα πολιτικής ή οικονομίας αφενός, συνταγές μαγειρικής, εργόχειρα, καλλιτεχνικά κους κους και λοιπά παρεμφερή αφετέρου. Δε θα τονίσω εδώ κάτι περισσότερο. Επισημαίνεται ωστόσο ότι παρουσιάζει τεράστιο ερευνητικό ενδιαφέρον αυτός ο ιδιότυπος όσο και αναδυόμενος ρατσισμός της ανάγνωσης. Σε επίπεδο ιστορικό, κοινωνικό, γλωσσικό. Δε γίνεται, τέλος, να μην παραπέμψω εν προκειμένω στο εμβληματικό μυθιστόρημα του Θανάση Βαλτινού «Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60». Πρβλ και την πρόσφατη απόπειρα δραματοποίησης του κειμένου από φοιτητές του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών στο ΕΚΠΑ. Εξαίρετο project! Βλ. και  https://www.youtube.com/watch?v=YssSbXnd4YA

[4]              Μαρτινίδης, Π. (1982). Συνηγορία της Παραλογοτεχνίας. Αθήνα: Πολύτυπο. Ας θυμηθούμε εδώ παλαιότερες εκδοχές όπως ήταν τα περίφημα «Κλασικά Εικονογραφημένα». Επρόκειτο για μια πιο εύληπτη όσο και γραμμική ανασήμανση αριστουργημάτων της κλασικής λογοτεχνίας.

[5]               Πασχαλίδης, Γ. & Δανιήλ, Χ. (2007). Λόγος και εικόνα: τα κόμικς. Στο Β.Αποστολίδου & Ε. Χοντολίδου (επιμ.) Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων 2002 – 2004 ΔΡΑΣΗ 2.5 Δημιουργία «εναλλακτικού» εκπαιδευτικού υλικού για το μάθημα της λογοτεχνίας Α΄ και Β΄ Γυμνασίου (σ. 11 – 28). Θεσσαλονίκη: ΥΠΕΠΘ

[6]              Κολιοδήμος, Δ. (επιμ.). (1982). Τα Κόμικς. Αθήνα: Αιγόκερως., σ. 7 κε. Ουσιώδης η συνολική θεώρηση, πρωτότυπα τα συμπεράσματα.